Μετά το ατύχημα στις εγκαταστάσεις της εταιρείας Β.Ρ. στον Κόλπο του Μεξικού στις 22 Απριλίου 2010, η συνεχιζόμενη διαρροή πετρελαίου έχει ξεπεράσει πλέον τα 320 εκατομμύρια λίτρα πετρελαίου!
Πρόκειται αναμφίβολα για τη χειρότερη περιβαλλοντική καταστροφή των υδάτων σε παγκόσμια κλίμακα, καθώς ήδη εκφράζονται φόβοι, ότι αν δεν ανακοπεί η διαρροή άμεσα, η μόλυνση ίσως επηρεάσει τον Ατλαντικό Ωκεανό. Και ενώ ειδικοί προτείνουν διάφορες μεθόδους περιορισμού της καταστροφής – κάποιοι μάλιστα ανέφεραν την τεχνητή φραγή των οπών με ελεγχόμενες πυρηνικές εκρήξεις, που θα σήμαινε όμως την καταστροφή των πετρελαϊκών αποθεμάτων σε ολόκληρο τον κόλπο – στο μεταξύ περισσότερα από επτά εκατομμύρια λίτρα πετρελαίου συνεχίζουν να διαρρέουν καθημερινά.
Εξετάζοντας τις επιπτώσεις του ατυχήματος, παρατηρούμε ότι πληθώρα καιρικών συνθηκών, όπως η ταχύτητα των ανέμων και οι επικρατούσες θερμοκρασίες, επηρεάζουν την παρουσία του πετρελαίου – την διασπορά, την διάλυση, την εξάτμιση, την καθίζηση του και την εντέλει μακροχρόνια διαδικασία βιοαποικοδόμησης του από την επιφάνεια της θάλασσας. Τα οκτώ βασικά στάδια μετά την διαρροή πετρελαίου στη θάλασσα περιγράφονται στο ακόλουθο διάγραμμα.
Τη στιγμή που χύνεται πετρέλαιο στην επιφάνεια της θάλασσας, αρχίζει να απλώνεται, αρχικά ως μία κηλίδα. Αυτή η εξάπλωση (Spreading) πραγματοποιείται σχετικά γρήγορα και εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το ιξώδες του πετρελαίου, που επηρεάζει την ρευστότητα του. Άλλοι παράγοντες που αφορούν στη εξάπλωση, είναι οι καιρικές συνθήκες που επικρατούν, η θερμοκρασία, οι ταχύτητες των ανέμων και τα θαλάσσια ρεύματα.
Το δεύτερο φαινόμενο είναι η εξάτμιση (evaporation) κάποιων συστατικών του πετρελαίου στην ατμόσφαιρα. Το ποσό της εξάτμισης και η ταχύτητα με την οποία επέρχεται, εξαρτάται πλήρως από το ποσοστό πτητικών ουσιών που περιέχει το πετρέλαιο. Για παράδειγμα, η βενζίνη, κηροζίνη και τα ντίζελ, όλα «ελαφρά» προϊόντα πετρελαίου, έχουν την τάση να εξατμίζονται σχεδόν πλήρως μέσα σε λίγες μέρες. Αντιθέτως, ένα βαρύ μαζούτ δεν θα εξατμιστεί σχεδόν καθόλου. H Διάσπαση – Διασπορά (Dispersion) παρουσιάζεται από τα κύματα και τις αναταράξεις στην επιφάνεια της θάλασσας. Αυτά μπορεί να προκαλέσουν την διάσπαση της κηλίδας σε σταγονίδια διαφόρων μεγεθών. Αναλόγως το μέγεθος των σταγονιδίων, τα μικρότερα σταγονίδια παραμένουν κάτω από την επιφάνεια του νερού, ενώ τα μεγαλύτερα αναδύονται στην επιφάνεια, όπου είτε ενώνονται πάλι σε μορφή κηλίδας είτε απλώνονται για να σχηματίσουν ένα πολύ λεπτό φιλμ διασποράς.
Η φυσική ανάμειξη του πετρελαίου και του νερού από τις αναταράξεις στην επιφάνεια της θάλασσας δημιουργεί ένα είδος «γαλακτώματος» (emulsification) που συνήθως είναι πολύ παχύρρευστο και συχνά αναφέρεται, λόγω της εμφάνισής του, ως μους ή αφρός σοκολάτας. Ο σχηματισμός αυτού του γαλακτώματος μπορεί να διαρκέσει για πολλούς μήνες μετά την αρχική διαρροή. Άλλα στάδια που παρουσιάζονται είναι αυτό της διάλυσης (dissolution) και οξείδωσης (oxidation) του πετρελαίου. Η διάλυση στο νερό εξαρτάται από τη σύνθεση του πετρελαίου, ενώ η οξείδωση προκαλείται από την έκθεση του πετρελαίου στο φως του ηλίου. Αποτέλεσμα της οξείδωσης είναι ο σχηματισμός πίσσας που καταλήγει στις ακτές και έχει μια σταθερή εξωτερική κρούστα Ωστόσο, η διαδικασία είναι πολύ αργή, ακόμα και με έντονη ηλιακή ακτινοβολία.
H καθίζηση ή βύθιση (Sedimentation) είναι ιδιαίτερα σπάνια, καθώς το θαλασσινό νερό έχει πυκνότητα 1,025 και πολύ λίγοι τύποι αργού πετρελαίου είναι αρκετά πυκνοί, ώστε τα κατάλοιπα τους να βυθιστούν στο θαλάσσιο περιβάλλον.
Τέλος υπάρχει το στάδιο της βιολογικής αποδόμησης (biodegradation), μία διαδικασία όπου
το θαλασσινό νερό που περιέχει μια σειρά από μικροοργανισμούς ή μικρόβια, μπορεί να αποσυνθέσει μερικώς ή εντελώς το πετρέλαιο στο νερό, διαλύοντας της χημικές ενώσεις σε διοξείδιο του άνθρακα και νερό. Ωστόσο, ορισμένες ενώσεις πετρελαίου είναι πολύ ανθεκτικές και δεν μπορούν να υποβαθμιστούν.
Το ατύχημα και η διαρροή στον Κόλπο του Μεξικού καταδεικνύουν, πόσο επικίνδυνες είναι τελικά οι παρεμβάσεις του ανθρώπου στο περιβάλλον. Η περιβαλλοντική αποκατάσταση των παράκτιων περιοχών της Λουιζιάνα και του Μισισίπι όπου καταλήγει ο μεγαλύτερος όγκος της πετρελαιοκηλίδας, αλλά και των υποθαλάσσιων οικοσυστημάτων ολόκληρου του κόλπου του Μεξικού, θα χρειαστούν πολλά χρόνια, ίσως και δεκαετίες, να ολοκληρωθούν. Έχει φτάσει οριστικά το τέλος των ενεργειακών μοντέλων του 20ού αιώνα. Όλοι έχουμε την υποχρέωση να στραφούμε στις νέες μορφές ενέργειας, που όχι μόνο αποκλείουν παρόμοια ατυχήματα στο μέλλον αλλά επίσης επιτρέπουν στο φυσικό μας περιβάλλον να αναζωογονηθεί.

