Θαλασσινέ, πήρες το καράβι από το “Θιάκι” σου για ένα μικρό ταξίδι.
Άργησες λίγο παραπάνω. Κι αυτό γιατί, πάλεψες καθώς έμαθα με Κύκλωπες & Λαιστρυγόνες.
Όμως, δε φοβάμαι, όπως δε φοβήθηκα ποτέ για σένα.
Ξέρεις να παλεύεις, χρόνια τώρα, με τ’ αγριεμένα κύματα.
Είσαι πεισματάρης, μαχητής της ζωής.
Δεν υποκύπτεις σε “Σειρήνες”, που γλυκά σου τραγουδάνε. Δεν γονατίζεις στον Πολύφημο μπροστά.
Τέλειωνε το ταξίδι και επέστρεφε λοιπόν.
Επέστρεφε, γιατί σε χρειάζονται, η Πηνελόπη και τα παιδιά σου.
Επέστρεφε, για όλους αυτούς που σε σκέπτονται και σ’ αγαπάνε. Και βρίσκονται κοντά σου.
Οδυσσέα, γύρνα σπίτι σου.
Γύρνα, για να τρέξουν τα κάθε λογής θρασίμια να κρυφτούν στις τρύπες τους.
Γύρνα, για να δείξεις στους μικράνθρωπους πόσο ελάχιστοι είναι.
Οδυσσέα, γύρνα στο σπίτι σου. Στο “Θιάκι” σου & στους ανθρώπους που σ’ αγαπάνε.
Γύρνα, για να δείξεις στους μίζερους & στους σκατόψυχους, πόσο τίποτα είναι.
Το τόξο σου σε περιμένει καπετάνιε. Και το βέλος της απαξίας τους, στη φαρέτρα, έτοιμο.
Οδυσσέα, γύρνα. Στο σπίτι σου, στον τόπο σου, στη Πατρίδα σου. Στο “Θιάκι” σου…

