Άπλωσα τα χέρια και πήρα μια βαθιά ανάσα, μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο, έτσι σαν νάθελα να καθαρίσω τον νου μου από τους νυχτερινούς εφιάλτες. Τα νεαρά κλαριά του πρόσφατα κλαδεμένου ευκάλυπτου, πέπλο απλωμένο, με προστατεύουν από ανεπιθύμητα και οχληρά βλέμματα, κρύβουν από τα μάτια μου τις απέναντι ακαλαίσθητες πολυκατοικίες της δεκαετίας του 70, αλλά μου επιτρέπουν να δω μέσα απ’ τις φυλλωσιές τους, την ανατολή κάθε πρωί που την περιμένω εδώ στο ίδιο σημείο.
Ας διώξει κάποιος τα σύννεφα, μουρμούρισα κοιτάζοντας προς τον ήλιο που μόλις είχε προβάλει πίσω από την μικρή μεσαία πυραμίδα του τρελού, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να πλεύσει ανάμεσα από την αραιή πρωινή χαμηλή νέφωση. Κάθισα και πήρα το φλιτζάνι και το έφερα προς τα χείλη μου. Η μυρωδιά του αχνιστού καφέ ξύπνησε και τις υπόλοιπες αισθήσεις μου που αγωνιούσαν να λειτουργήσουν ολοκληρωτικά για να με προσγειώσουν στην πεζή πραγματικότητα μετά την νυκτερινή ονειρική μέθη.
Βαθιά επηρεασμένος από το τελευταίο μυθιστόρημα του καλού φίλου Γιάννη Γιαννέλλη, «Καφέ Ναπολιτάνο», αναζητώ στις αναμνήσεις μου και την δική μου Λίλη. Βασανίζομαι περιπλανώμενος στο νέφος των νεανικών μου ερώτων και μηχανικά πλησιάζω στην βιβλιοθήκη, σε αναζήτηση άλλου αναγνώσματος ικανού να με απομακρύνει από την περιπέτεια του Γιάννη, που μοιάζει νάχει και ενοχικές αυτοβιογραφικές ομολογίες. Στο ράφι του Τσιφόρου υπάρχει κενό. Τι λείπει; Που νάναι «Οι σταυροφορίες», μουρμούρισα. Στη Νίσυρο αποκρίθηκε η γυναίκα μου, μαζί με τα άλλα που θεώρησες ότι πρέπει να μετοικίσουν στο θερινό μας σπίτι. Να μια ωραία αφορμή να πάω στο κέντρο για καφέ, μόνος μου, σκέφθηκα και χαμογέλασα καταχθόνια.
Ανηφόρισα την Ασκληπιού, μπήκα στο γνωστό βιβλιοπωλείο και αγόρασα για άλλη μια φορά αυτό το βιβλίο που το θεωρώ το αριστούργημα του μεγάλου ευθυμογράφου μας. Τον καφέ θα τον έπινα στο καφενείο του Εθνικού κήπου.
Πήρα ένα σακουλάκι με φιστίκια αράπικα και μπήκα από την είσοδο της «Αμαλίας». Πενήντα γραμμάρια ένα ευρώ. Είκοσι ευρώ το κιλό σκέφτηκα και στο Σούπερ Μάρκετ τα αγοράζεις με τέσσερα.
Το ηλιακό ρολόι με τα λουλούδια που παιδί στεκόμουν μπροστά του να δω την ώρα δεν το βρήκα, ίσως να μην υπήρξε ποτέ σκέφθηκα. Την λιμνούλα την βρήκα, σχεδόν άδεια αλλά χωρίς τις πάπιες και τις χήνες της. Το κλουβί μα τα παγώνια έχει γίνει κοτέτσι και τα λίγα πτηνά που διέκρινα από μακριά ήσαν κλεισμένα μέσα στον στεγαζόμενο χώρο, κουρνιασμένα, ακίνητα και άλαλα. Δένδρα ακλάδευτα και απεριποίητα με νωχελικά απλωμένα τα γέρικα μέλη τους και άλλα ξερά κουφάρια. Στα παρτέρια ζοχοί, ραδίκια, τσουκνίδες και κάθε είδους ζιζάνια διεκδικούν μια θέση στον ήλιο. Κάποια κιτρινούλια ξεθάρρεψαν και άνθισαν ξεγελασμένα από την απροσδόκητη ζέστη. Το πρώτο χρώμα της άνοιξης σκέφτηκα.
Έφτασα στο καφενείο. Κλειστό. Κοιτάζω ματαίως για κάποια ανακοίνωση όπως, «επιστρέφω αμέσως» ή «κλειστό λόγω ανακαινίσεως», τίποτα. Έχω κουραστεί και σκέφτομαι απελπισμένος την επιστροφή. Το κάταγμα του ποδιού με ενοχλεί.
Στον γυρισμό αναζητώ ματαίως ένα παγκάκι σε ίσκιο. Ακούω τον θόρυβο μιας μηχανής πίσω μου, γυρίζω και παραμερίζω να περάσουν οι δύο νεαροί βιαστικοί κένταυροι. Ένας παππούς πιο πέρα τραβά τον εγγονό του που πλησίασε να παίξει με τα τρία αδέσποτα που λιάζονται ξαπλωμένα σε ευρύχωρο σταυροδρόμι. Κατάντια. Ένα τρίκυκλο του Δήμου Αθηναίων πλησιάζει με δύο επιβαίνοντες. Τους σταματώ. Θέλω να διαμαρτυρηθώ παιδιά για αυτό το χάλι. Τα παράπονά σου στον Δήμαρχο κύριε, εισπράττω ως απάντηση. Κυριολεκτούν μονολόγησα, μα για ποιον δήμαρχο λένε; Ο Κώστας Κοτζιάς πέθανε στις οκτώ Δεκεμβρίου του 1951, το θυμάμαι και από τότε τι;
Κρατώ στο χέρι μου τσαλακωμένο το σακουλάκι από τα φιστίκια και αναζητώ καλάθι σκουπιδιών να το πετάξω. Δυσκολεύτηκα να ανασηκώσω το κακοποιημένο καπάκι του μικρού κάδου. Έσκυψα και κοίταξα περίεργα μέσα πριν πετάξω το σακουλάκι μου. Μια τσαλακωμένη χαρτοπετσέτα και τρία χρησιμοποιημένα εισιτήρια. Έπιασα ένα και κοίταξα την ακύρωση: 17/02/14 8:14, έκανα γρήγορα τον υπολογισμό, Δευτέρα πρωί πριν από 18 ημέρες. Τσαγκαροδευτέρα για κάποιον αλλά το προσωπικό καθαριότητας κάθε πότε περνά.
Μπα, μάλλον σε λάθος κήπο μπήκα, δεν πρέπει να είναι αυτός ο Βασιλικός Κήπος που με έφερνε η μάνα μου παιδί.

