Ένα ανύπαρκτο «επίδομα επικινδυνότητας» για τους υπαλλήλους της Βουλής. Ένα καλοκαιρινό δημοσίευμα, χωρίς στοιχεία, χωρίς βάση. Και όμως, αρκούσε για να γίνει το νέο αγαπημένο αφήγημα στα social media: «να, οι βολεμένοι τσεπώνουν κι άλλα προνόμια».
Μέσα σε λίγες ώρες, οι «αγανακτισμένοι λογαριασμοί» έκαναν πάρτι. Κοινοποιήσεις, κεφαλαία γράμματα, αγανακτισμένα emoji. Λες και οι υπάλληλοι της Βουλής είχαν μπει σε εμπόλεμη ζώνη και περίμεναν επίδομα γιατί δουλεύουν υπό… καθεστώς επικινδυνότητας. Μόνο που η αλήθεια ήταν πολύ λιγότερο πιασάρικη: καμία νέα απόφαση, καμία «παροχή». Μόνο η εφαρμογή του νόμου του 2015, για ελάχιστους εργαζομένους όπως καθαρίστριες, που ήδη το δικαιούνται.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης το είπε ξεκάθαρα: fake news. Αλλά το πρόβλημα είναι αλλού: μέχρι να ακουστεί η διάψευση, το ψέμα είχε ήδη γυρίσει τρεις φορές τον γύρο του διαδικτύου.
Και δεν είναι τυχαίο. Υπάρχουν λογαριασμοί που ζουν από αυτό. Είναι οι μόνιμοι εργολάβοι της παραπληροφόρησης. Στήνουν «θέματα», φουσκώνουν ψίχουλα σε «σκάνδαλα», ρίχνουν λάδι στη φωτιά της καχυποψίας. Δεν τους νοιάζει αν η είδηση είναι ψευδής· αρκεί να προκαλεί. Γιατί το κλικ και η εντύπωση μετράνε πιο πολύ από την αλήθεια.
Το πραγματικό «επίδομα επικινδυνότητας» λοιπόν δεν πήγε στους υπαλλήλους της Βουλής. Το παίρνει η ίδια η κοινωνία, κάθε φορά που γίνεται έρμαιο της ψηφιακής λάσπης. Και το παίρνουμε κι εμείς, οι πολίτες, κάθε φορά που μπαίνουμε στο timeline και βλέπουμε τα fake news να κυκλοφορούν σαν «είδηση».
Ίσως ήρθε η ώρα να σκεφτούμε: ποιοι ωφελούνται από αυτή τη βιομηχανία ψεμάτων; Γιατί το μόνο που είναι σίγουρο είναι ότι κάποιοι έχουν καταντήσει οι καθαρίστριες της αλήθειας, μονίμως να μαζεύουν τα σκουπίδια που αφήνουν πίσω τους οι διακινητές των fake news.

