Κάθε χειμώνα, σχεδόν με ακρίβεια ημερολογιακή, το αγροτικό ζήτημα επιστρέφει στο προσκήνιο. Οι δρόμοι γεμίζουν τρακτέρ, τα δελτία ειδήσεων αιτήματα και η δημόσια συζήτηση εγκλωβίζεται –για ακόμη μία φορά– σε αριθμούς, φορολογικούς συντελεστές και έκτακτες ενισχύσεις. Είναι μια εικόνα γνώριμη, σχεδόν τελετουργική, που επαναλαμβάνεται χωρίς να φαίνεται να οδηγεί κάπου ουσιαστικά.
Οι αγρότες βγαίνουν για να υπερασπιστούν την ίδια τους την επιβίωση. Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει το βάρος του κόστους παραγωγής, την ενεργειακή πίεση, τις στρεβλώσεις των αποζημιώσεων ή τις χρόνιες αδικίες. Κάποια από αυτά, συνήθως, βρίσκουν μια πρόσκαιρη λύση. Ανακοινώνονται μέτρα, δίνονται υποσχέσεις, πέφτουν οι τόνοι. Και ο κύκλος κλείνει, μέχρι να ανοίξει ξανά τον επόμενο χειμώνα.
Ωστόσο, πίσω από τα αιτήματα και τις διαπραγματεύσεις, παραμένει αναπάντητο το πιο κρίσιμο ερώτημα: ποιον πρωτογενή τομέα θέλει τελικά η χώρα; Γιατί όσο κι αν μειωθεί το ρεύμα, όσο κι αν ελαφρυνθεί το πετρέλαιο, όσο κι αν δοθούν αποζημιώσεις, τίποτα από αυτά δεν αρκεί αν λείπει ένας σαφής προσανατολισμός.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι βαθιά στρατηγικό. Η αγροτική παραγωγή φαίνεται να κινείται χωρίς πυξίδα, παγιδευμένη σε καλλιέργειες που δεν έχουν ζήτηση, σε μοντέλα που εξαρτώνται από μεσάζοντες και σε μια λογική επιδοτήσεων που συχνά συντηρεί παθογένειες αντί να τις διορθώνει. Η επιβίωση έχει αντικαταστήσει την προοπτική.
Αυτό που απουσιάζει δεν είναι απλώς τα χρήματα, αλλά το σχέδιο. Η εκπαίδευση, η καθοδήγηση, η σύνδεση της παραγωγής με την ποιότητα, την καινοτομία και τη σύγχρονη αγορά τροφίμων. Σε έναν κόσμο όπου η ποιοτική και πιστοποιημένη τροφή αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη αξία, ο πρωτογενής τομέας δεν μπορεί να μένει καθηλωμένος σε πρακτικές του παρελθόντος.
Η απόσταση της κοινωνίας από τη γη είναι πλέον εμφανής. Ο αγρότης αντιμετωπίζεται συχνά ως μια ειδική κατηγορία που «θυμόμαστε» μόνο όταν κλείνουν οι δρόμοι. Κι όμως, πρόκειται για έναν από τους πιο κρίσιμους κρίκους της οικονομίας και της αυτάρκειας της χώρας. Όχι μόνο για το τι παράγει, αλλά για το πώς το παράγει και με τι όρους συμμετέχει στην αλυσίδα αξίας.
Χωρίς όραμα, οι ενισχύσεις λειτουργούν απλώς ως προσωρινή ανακούφιση. Δεν θεραπεύουν το πρόβλημα, απλώς το καλύπτουν. Αντίθετα, ένα συνεκτικό σχέδιο μπορεί να μετατρέψει τα χωράφια και τα βοσκοτόπια σε πεδία ανάπτυξης, βιωσιμότητας και πραγματικού εισοδήματος.
Ίσως, τελικά, το αγροτικό ζήτημα να μην λύνεται στα μπλόκα ούτε στα υπουργικά γραφεία, αλλά σε μια πιο δύσκολη και απαιτητική αναζήτηση: στην αναζήτηση ενός νέου οράματος για την ελληνική γη. Εκεί όπου η παραγωγή δεν θα μετριέται μόνο σε στρέμματα και επιδοτήσεις, αλλά σε αξία, ποιότητα και μέλλον.

