«Ας μάθουμε να δεχόμαστε ότι έρχεται καιρός που τα δέντρα είναι γυμνά και να προσδοκούμε την εποχή που θα δρέψουμε τους καρπούς.»
Anton Chekhov, 1860 – 1904, Ρώσος συγγραφέας
Ο άνθρωπος, ανέκαθεν, ένιωθε δέος, συνοδευόμενο από συναισθήματα φόβου, αλλά και αμέριστου σεβασμού απέναντι στο μεγαλείο μίας υπέρτερης δύναμης που εκφραζόταν – και συνεχίζεται να εκφράζεται – στο πρόσωπο της ίδιας της Φύσης. Ανησυχούσε για την πορεία της εξέλιξης που αφορούσε την περιπλοκότητα των διαφόρων γεωφυσικών μυστηρίων, των ακανόνιστων, αλλά ιδιαίτερων, γεωμορφολογικών σχηματισμών της Φύσης, καθώς και τα αμέτρητα φυσικά φαινόμενα που Εκείνη δημιουργούσε κι εξακολουθεί να δημιουργεί. Δεν εφησύχαζε εύκολα στην εντεινόμενη εξελικτική πορεία των διεργασιών των φαινομένων εκείνων.
Ένιωθε ανυπεράσπιστος κι απροστάτευτος μπροστά σε γεγονότα που δεν κατανοούσε, τοποθετώντας εαυτόν στην αναζήτηση πιθανών λογικών αιτιών και καταστάσεων, ώστε, εν συνεχεία, να επιδοθεί σε μία μεθοδολογικού τύπου έρευνα για την εύρεση εμπεριστατωμένης και ρηξικέλευθης λύσης, η οποία θα του επέτρεπε να οικοδομήσει γνώσεις και άτεγκτους κανόνες για την αποκλειστική αντιμετώπιση συγκεκριμένων κινδύνων και τυχόν εξάλειψή των. Δεν θα πρέπει να μας παραξενεύει το γεγονός πως η μη κατανόηση, η σύγχρονη διεισδυτική καταλυτικότητα της ημιμάθειας, καθώς και η ενδεχόμενη άγνοια, γίνονται – πλείστες φορές – η αιτία για φιλονικίες, διαπληκτισμούς κι έντονες διαμάχες μεταξύ ανθρώπων, φορέων και συνασπισμών με άμεσες επιπτώσεις στο περιβάλλον και τον άνθρωπο.
Μετά από αρκετές δεκαετίες, το συγκεκριμένο πλέον θεωρείται σύνηθες φαινόμενο, σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μας επιτρέψει να αναλογισθούμε για το τι μέλλει γενέσθαι ως προς τις τακτικές που θα ακολουθήσουμε στην αποκωδικοποίηση αυτών των φαινομένων, όπως και στην εστίαση των ενδεδειγμένων τρόπων για την αποτελεσματική άσκηση άρτιων μεθόδων για την παγκόσμια ασφάλεια της ζωής στον πλανήτη.
Τα φυσικά φαινόμενα, μερικά εκ των οποίων εκδηλώνονται με την μορφή φυσικών καταστροφών, βρίσκονται εδώ, μαζί μας. Είναι υπαρκτά κι έχουν επιστημονικώς ερευνηθεί και περαιτέρω αναλυθεί μέσα από την πορεία δεκαετιών του αιώνα μας! Και το συγκεκριμένο καθίσταται αναγκαίο στο να αποκτηθεί δειλά-δειλά μία καίριου τύπου αντίληψη που θα οδηγήσει σε εποικοδομητικούς διαλόγους και γέφυρες αποκλειστικής απόκρουσης και καταπολέμησής των.
Η κλιματική αλλαγή – μπορούμε να κάνουμε και λόγο για κλιματική κρίση – αρχίζει να κάνει ολοένα και πιο αισθητή την εμφάνισή της στο κατώφλι του 21ου αιώνα επιταχύνοντας τις διεργασίες των φυσικών αυτών φαινομένων, μεταβάλλοντας με αυτό τον τρόπο τους γεωφυσικούς περιβαλλοντικούς κύκλους που διέπουν τα στρώματα της ατμόσφαιρας, του υπεδάφους, των λιθοσφαιρικών τεκτονικών πλακών, καθώς και του υδάτινου στοιχείου που αφορά τα θαλάσσια, ποτάμια και λιμναία οικοσυστήματα. Δεν θα πρέπει να παραλείψουμε και τις αλλαγές που έχουν αντίκτυπο στις δομές του ανθρωπογενούς περιβάλλοντος, ως απότοκος των κλιματικών περιβαλλοντικών μεταβολών που επιδέχονται τα οικοσυστήματα και οι βιοποικιλότητές τους ανά τον κόσμο.
Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί το τραγικό γεγονός των πυρκαγιών, οι οποίες σημειώνονται σε ένα ευρύ γεωμορφολογικό φάσμα ποικίλων δασικών οικοσυστημάτων στον πλανήτη μας. Για μία σημαντικά υπολογίσιμη μερίδα ανθρώπων θεωρείται ένα φυσικό φαινόμενο, για άλλους, όχι και τόσο, με ό,τι εκείνο μετέπειτα συνεπάγεται.
Αναμφισβήτητα όμως, αυτό που, με πασιφανή τρόπο, μπορούμε να πούμε είναι ότι πρόκειται για μία τεραστίου μεγέθους οικολογική καταστροφή, με άμεσο αφανισμό της δασικής χλωρίδας και εξόντωση ή/και μετατόπιση μεγάλου πληθυσμιακού μέρους της πανίδας καθεαυτής. Φυσικό επακόλουθο, η επέκταση της πύρινης λαίλαπας και σε αστικούς ιστούς που απαρτίζουν το ανθρωπογενές περιβάλλον, με βαρύτατες επιπτώσεις σε κατοίκους, ευπαθείς κοινωνικές ομάδες, οικόσιτα ζώα, ανθρώπινες περιουσίες, καθώς και στην εκάστοτε αστική χλωρίδα και πανίδα.
Το Μεσογειακό κλίμα που επίσημα χαρακτηρίζει τον ελλαδικό χώρο, όπως και λοιπές χώρες που ευρίσκοντο γεωγραφικά στην μεσογειακή λεκάνη, συντίθεται από χειμωνιάτικες κυρίως βροχοπτώσεις, υψηλής διακύμανσης από έτος σε έτος, χωρίς ιδιαίτερα χαμηλές θερμοκρασίες, καθώς και από ζεστές κι άνυδρες θερινές περιόδους, με έντονη ηλιακή ακτινοβολία και ηλιοφάνεια.
Με διαφορετικά λόγια, σε περιόδους υψηλών θερμοκρασιών η βροχόπτωση θεωρείται πολύ χαμηλή έως ανύπαρκτη και αντιστρόφως, δημιουργώντας περιόδους ξηρασίας σχετικά μεγάλης διάρκειας. Η ξηροφυτικού τύπου χλωρίδα που αναπτύσσεται υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες διαθέτει την δυνατότητα να αντιπαλέψει την χαμηλή υδάτινη διαθεσιμότητα τη θερμή θερινή περίοδο. Μάλιστα, στην εδαφική επιφάνεια της Ελλάδας, έχει αναγνωριστεί μία σχετικά υψηλή ποικιλία (περίπου 40%) χερσαίας κάλυψης του συγκεκριμένου τύπου βλάστησης που χαρακτηρίζει – σε μεγάλη έκταση – την χλωρίδα των οικοσυστημάτων λοιπών παράκτιων κρατών που απαντώνται στην Μεσόγειο Θάλασσα.
Επομένως, οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι, η κλιματολογική εξέλιξη στα Μεσογειακού τύπου οικοσυστήματα αναπτύσσει ισχυρές γέφυρες εξάρτησης με το πύρινο στοιχείο. Κι αυτό, διότι, στα μεσογειακά κλίματα με τις ισχυρά εναλλασσόμενες ατμοσφαιρικές συνθήκες και διακυμάνσεις στο ενεργητικό τους, όπως χαρακτηριστικά συνιστούν οι υψηλές θερμοκρασίες, συνοδευόμενες από εκτεταμένες περιόδους ανομβρίας να συγκροτούν την αιτία αποξήρανσης της βλάστησης, τα καθιστούν σε υπέρτερο βαθμό εύφλεκτα καθ’όλη την διάρκεια της θερινής περιόδου, αποδίδοντας μία ευμεγέθη τρωτότητα και ευπροσβλητότητα.
Ιστορικά, τα περιστατικά πυρκαγιών στην Λεκάνη της Μεσογείου είναι πολλά με τα κυριότερα να αποδίδουν το στίγμα τους ως περιβαλλοντικού παράγοντα, ακόμη και σε περιοχές που γεωγραφικώς τοποθετούνται κι εκτός Λεκάνης, όπως χαρακτηριστικά συνιστούν η Πολιτεία της Καλιφόρνια στο βόρειο ημισφαίριο, τη Χιλή, την Ν. Αφρική και τις νότιο-δυτικές περιοχές της Αυστραλίας. Ένα ιδιαίτερα μεγάλο ποσοστό δημιουργίας πυρκαγιών ως προς τον αριθμό και την καιόμενη έκταση αποδίδεται σε ανθρώπινη απροσεξία και σε παντός τύπου άγνωστες αιτίες. Αξιόλογο αναφοράς θεωρείται το γεγονός ότι οι πυρκαγιές ως προς την πηγή, την συχνότητα, την διάρκεια, την ένταση που συνέβαιναν στο μακρινό παρελθόν δεν αποδίδονται στα ίδια αίτια με εκείνα που συμβαίνουν στον παρόντα χρόνο.
Οι οικολογικές επιπτώσεις του θανάσιμου αγγίγματος του πύρινου στοιχείου στα δάση και τις αγροδασικές εκτάσεις δημιουργεί εύλογες ανησυχίες, δικαιολογώντας το ιδιότροπο και φθοροποιό καθεστώς εκείνης. Το συγκεκριμένο περιλαμβάνει ένα συνδυασμό δράσης που οφείλεται στις κύριες παραμέτρους και αφορούν: την συχνότητα εμφάνισης, τον τρόπο της εντάσεως, το μέγεθος – έκτασή της, καθώς και την εκάστοτε εποχική περίοδο εκδήλωσής της. Έτσι λοιπόν, η επίδραση των ανωτέρω στέκονται η αιτία για την ύπαρξη καταστρεπτικής πύρινης εκδήλωσης πάνω σε οικοσυστήματα δασικής χλωρίδας, πανίδας, αλλά και πλησίον αστικών ιστών.
Οι δασικές πυρκαγιές βάσει αυτών των παραμέτρων απογυμνώνουν εκτενείς δασοσκεπείς εκτάσεις, καταστρέφοντας το ξύλο, ιδιαίτερα σε δασικά οικοσυστήματα που εμφανίζουν στάδια ωρίμανσης, μεταβάλλοντας με αυτό τον τρόπο την χλωριδική σύνθεση, την φυτοκλίμακα, απειλώντας σε τελικό βαθμό με εξαφάνιση δενδρικά και φυτικά είδη. Η συντελούμενη αισθητική και λειτουργική υποβάθμιση του δασικού τοπίου έχει ξεκινήσει να πραγματοποιείται με την προοδευτική απώλεια της γονιμότητας του εδάφους, επιτρέποντας έτσι την δίοδο στην δημιουργία δευτερογενών παθογενών φαινομένων για να ολοκληρώσουν μετέπειτα το ντόμινο των αρνητικών επιπτώσεων στο ήδη αλλοιωμένο πεδίο. Η αίσθηση της επιβαρυμένης απειλής θεωρείται πλέον υπαρκτή, στο βαθμό του ορατού, μετατοπιζόμενη στο επίπεδο του εντατικού, επισημαίνοντας λεπτές κόκκινες γραμμές.
Η διάβρωση του εδαφικού αναγλύφου που ακολουθεί, συνιστά μία από τις καταστρεπτικότερες συνέπειες των πυρκαγιών, υποβαθμίζοντας την ποιότητα του εδάφους με σταδιακή καταστροφή της δομής και της οργανοληπτικής σύστασής του. Με την επακολουθούμενη απώλεια μεγάλου μέρους της φυτοκάλυψης και την ανεπάρκεια των θρεπτικών συστατικών συντελείται η υπέρμετρη θέρμανση εκείνου με παρεπόμενα, την τρωτότητα, την μεταφορά ιζημάτων και λοιπών φερτών υλικών σε μεγάλες εκτάσεις, την εύκολη αποκόλληση κι αποχώρηση εδαφικών τεμαχιδίων – πρανών λόγω της επιδράσεως της επιφανειακής υδάτινης απορροής και την δημιουργία οξύτατων πλημμυρικών φαινομένων με τελικούς αποδέκτες ανθρώπινες ζωές και δομές αστικού περιβάλλοντος.
Πιο ειδικά, το φαινόμενο της διάβρωσης οφείλεται στη δράση ενέργειας του βρόχινου νερού που μετασχηματίζεται σε απορροή ή στον αέρα (αιολική) ή στη συνδυασμένη δράση των δύο ή και στην επίδραση άλλων φυσικών στοιχείων. Κρίνεται, σε ιδιαίτερο βαθμό, αισθητό με την απουσία δασικής πυκνότητας ή/και της πλήρους καταστροφής ή εκρίζωσης του δένδρου. Θεωρείται ερευνητικώς και κατ’επέκταση επιστημονικώς γνωστό ότι η απορροή υδάτων στην επιφάνεια του εδάφους ξεκινάει όταν η ένταση της βροχής είναι μεγαλύτερη του ρυθμού διήθησης (απορρόφησης) στο έδαφος.
Η ροή του βρόχινου νερού σε κεκλιμένη εδαφική επιφάνεια, προκαλεί αρχικά την απομάκρυνση του λεπτού επιφανειακού εδαφικού στρώματος που έχει προηγούμενα αποκολληθεί από τη βροχόπτωση (επιφανειακή διάβρωση) και το οδηγεί σε διαμορφωμένη μόνιμη κοίτη (ρυάκι, χαντάκι, χείμαρρος κτλ.), όπου οι συγκεντρώσεις ροής κρίνονται επιβαρυμένες και συνεπώς άκρως επικίνδυνες.
Η ανερχόμενη ερημοποίηση αρχίσει να παίρνει μετέπειτα την θέση της και να ολοκληρώνει το αποτρόπαιο μωσαϊκό της ευμεγέθους – πολλές φορές – μη αναστρέψιμης οικολογικής καταστροφής. Το αίτιο της απογύμνωσης του εδαφικού ορίζοντα δεν πραγματοποιεί την εμφάνισή του ως μία άξαφνη καταστροφή, αλλά εξελίσσεται σταθερά κι ακάθεκτα στον χρόνο, με συνεπακόλουθα την πλήρη αποχέρσωση, την εγκατάλειψη της γης από ζώντες οργανισμούς λόγω απώλειας εδαφικής παραγωγικότητας σε αγροδασικά οικοσυστήματα, απώλεια ποιότητας ζωής κυρίως σε κατοίκους αγροδασικών περιοχών με ενδεχόμενη μετανάστευσή των σε μεγάλα αστικά κέντρα.
Η ανεξέλεγκτη εδαφική επέκταση των πόλεων, ως αναμενόμενη συνέχεια, θα οδηγήσει στον κορεσμό παραγωγικών θέσεων εργασίας, την ανεργία, την οικονομική δυσπραγία, την άνθιση της παραοικονομίας και μαύρης εργασίας, καθώς και στην εμφάνιση ακραίων συμπεριφορών και ψυχολογικών νοσημάτων. Ιδιαίτερη μνεία από απόψεως περιβαλλοντικής, αλλά και σε ευρύτερο βαθμό ερευνητικής – επιστημονικής σκοπιάς, προκαλεί το γεγονός της απώλειας εδαφικής γονιμότητας που εμφανίζεται ως κεντρικό αίτιο μεγέθυνσης της συχνότητας εμφάνισης ποικίλων άλλων περιβαλλοντικών προβλημάτων λόγω της κακής διαχείρισης των φυσικών πόρων, οδηγώντας με αυτή την πρακτική στην συσσωρευμένη ρύπανση σε χερσαίους αποδέκτες και υδροφόρους ορίζοντες. Η εκγύμνωση μεγάλου μέρους του εδαφικού ορίζοντα εμφανίζει κι άλλου τύπου συνέπειες.
Πιο ειδικά, καθώς το έδαφος γίνεται σε σταδιακό ρυθμό ρηχό δεν επιτρέπει την διήθηση ποσοτήτων ύδατος από τις βροχοπτώσεις οι οποίες κρίνονται σημαντικές, με αποτέλεσμα την μείωση του ύδατος στους υπόγειους υδροφορείς και στα χερσαία φυσικά ανοίγματα από τα οποία αναβλύζει το νερό (πηγές). Στα ανωτέρω, αν συνυπολογίσουμε την εξόντωση σπάνιων ειδών άγριας πανίδας, καθώς και την καύση πολύτιμων κτηνοτροφικών φυτών ιδανικών πηγών διατροφής για βοσκοτόπια και την ενδεχόμενη αντικατάστασή τους από άλλα λιγότερο επιθυμητά, μικρότερης λιβαδικής αξίας, τότε ο υψηλός βαθμός ανησυχίας συντελεί σε ένα μονόδρομο, αρνητικά καταλυτικό, για την πορεία της εξέλιξης των βιοκοινωνιών επιβάλλοντας περιβαλλοντικό συναγερμό σε ολόκληρες οικοσυστημικές δομές, ενισχύοντας σε υπερθετικό βαθμό κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές αστάθειες.
Σήμερα, κάλλιστα θεωρούμε ότι η συχνότητα κι ο αριθμός των εκτάσεων που έχουν αποτεφρωθεί από την επέλαση της πύρινης λαίλαπας οφείλεται – ως επί το πλείστο – και στις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες μίας περιοχής. Σε παρελθόντα χρόνο, οι κάτοικοι αγροτικών, κυρίως, περιοχών περιποιούνταν τις δασικές εκτάσεις ως πηγή οικονομικού (ξυλεία, ρητινοσυλλογή, δασοπονία, μελισσοκομία), περιβαλλοντικού και ψυχαγωγικού οφέλους μέσα από την αποκλειστική αξιοποίηση των πόρων τους.
Σε αντίθεση με την σημερινή εποχή, όπου οι κάτοικοι μεγάλων αστικών κέντρων και συμπλεγμάτων, όπως εκείνο της Αττικής, να υφίστανται πίεση αποψίλωσης και μετατροπής σε χώρους δεύτερης κατοικίας, ακόμη και επικίνδυνη έκθεση σε ασύδοτη τουριστική αξιοποίηση που προβαίνουν ποικίλες τουριστικές μονάδες και συγκροτήματα, δίχως εμπεριστατωμένη γνώση και προγραμματισμό, με ότι εκείνο συνεπάγεται μετέπειτα.
Στα ανωτέρω έρχεται να προστεθεί και το παγκόσμιο φαινόμενο της κλιματικής αλλαγής/κρίσης. Τις τελευταίες χρονικές περιόδους έχει αρχίσει να καταγράφεται ένα διαφορετικού τύπου καθεστώς δασικής πυρκαγιάς, στο οποίο το κλίμα να διαδραματίζει καθοριστικό, σαφές ρόλο επίδρασης στο πρότυπό εκείνης. Πιο ειδικά, βάσει επιστημονικών προβλέψεων της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Αλλαγή του Κλίματος (Intergovernmental Panel on Climate Change – IPCC) μέσα στα μετέπειτα 100 έτη αναμένεται τροποποίηση του καθεστώτος της φωτιάς ως προς τον βαθμό συχνότητας και τοπικής εντάσεως, με μαθηματικό επακόλουθο τις βαρύτατες επιπτώσεις στα φυσικά περιβαλλοντικά οικοσυστήματα και στην ικανότητα που εκείνα διαθέτουν για επανισσορόπηση απέναντι στην πύρινη λαίλαπα.
Σύμφωνα με έγκυρες μετρήσεις κι αναλύσεις ομάδας επιστημόνων, συχνότερα περιστατικά που αφορούν τις τάσεις εκδήλωσης πυρκαγιών αναμένεται να αυξηθούν κατά πολύ στην Νότια Ευρώπη, τη κεντρική Ασία, στην Βόρεια και Νότια Αμερική, την Αυστραλία και τη δυτική πλευρά της Αφρικής. Αξιοσημείωτη πληροφορία συνιστά το γεγονός ότι λόγω της κλιματικής αλλαγής, αλλά και της αλλαγής στους σύγχρονους τρόπους χρήσης γης, έχει διαπιστωθεί αύξηση των περιστατικών φωτιάς στα υγρότερα και ψυχρότερα περιβάλλοντα των ορεινών δασικών οικοσυστημάτων, όπου συγκροτούνται από είδη βλάστησης που δεν έχουν αναπτύξει ενδεικτικούς μηχανισμούς προσαρμογής στην περιοδική δράση της πυρκαγιάς.
Οφείλουμε να υποδείξουμε ότι τα Μεσογειακού τύπου οικοσυστήματα έχουν – από την φύση τους – σχηματίσει φυσικούς μηχανισμούς και λειτουργίες προσαρμογής για την απόκριση πύρινων συμβάντων ως μίας συνιστώμενης μορφής φυσικής καταστροφής δίχως την παρέμβαση άλλης αιτίας. Όμως, η ολοένα καταλυτική επίδραση της κλιματικής αλλαγής μέσω της παγκόσμιας υπερθέρμανσης επιβαρύνει κατά πολύ την φέρουσα ικανότητα των κλιματικών βιογεωφυσικών κύκλων, και κατ’επέκταση, των δασικών οικοσυστημάτων – και δη των Μεσογειακών –, καθιστώντας μη λειτουργικές τις φυσικές προσαρμοστικές διεργασίες για την κατάπαυση του πύρινου μετώπου, συνηγορώντας στην μη περάτωση της ολοκλήρωσης της φυσικής διεργασίας επανάκαμψης μετά την φωτιά. Η επανάκμψη του δασικού οικοσυστήματος θεωρείται μη επιτυχής και οικολογικά εύθραυστη.
Χωρίς να κινδυνεύω να γίνω κοινότοπος και να περιαυτολογώ, οφείλω να επισημάνω, για ακόμη μία φορά, την ιδιαίτερη αξία και την απαραίτητη συμβολή που έχει ένα δάσος στις φυσικές διεργασίες των οικοσυστημάτων, σε κάθε λογής ενδιαίτημα, την άγρια πανίδα, καθώς και στην ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη. Εξάλλου, ως Περιβαλλοντολόγος στην ιδιότητα διαθέτω αυτό το δικαίωμα, όπως και την αμέριστη υποχρέωση να πληροφορήσω για την πολύπλευρη σημασία των συγκεκριμένων οικοσυστημάτων. Δεν χρειάζεται σε πρώτο πλάνο να αναφέρουμε ότι το δάσος είναι ένα υψηλής σημασίας φυσικό αγαθό, με ανυπολόγιστη αξία για όλων των ειδών τα έμβια όντα.
Ένας ανανεώσιμος φυσικός πόρος με μεγάλα αποθέματα ανεξάντλητων δυνατοτήτων, ικανές για μία άρτια οικονομική, κοινωνική, πολιτιστική και περιβαλλοντική ανάπτυξη κι ευημερία ενός τόπου, καθώς και στην συμβολή καλύτερων συνθηκών ζωής. Ο Καθηγητής Π. Σμύρης της Σχολής Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος του Α.Π.Θ. ορίζει το δασικό οικοσύστημα ως μίας ιδιάζουσας μορφής χερσαίο οικοσύστημα, στο οποίο κυριαρχεί η δασική βλάστηση, που με τη σειρά της, επιδρά καθοριστικά στο βιοτικό και αβιοτικό περιβάλλον, διαμορφώνοντας ειδικού τύπου συνθήκες. Επομένως, τα δάση και οι δασικές εκτάσεις υπάγονται στα δασικά οικοσυστήματα.
Πιο ειδικά, ο ορισμός του Δάσους περιλαμβάνει: «εκείνο το δασικό οικοσύστημα, στο οποίο, σε ικανοποιητική επιφάνεια, συνυπάρχουν δένδρα, θάμνοι και ποώδης βλάστηση σε μία στενή κοινωνική σχέση όπου, ανάλογα με τον βαθμό συγκόμωσής τους, δημιουργούν ένα ιδιαίτερο περιβάλλον με ξεχωριστά χαρακτηριστικά δεδομένα, «το δασογενές περιβάλλον», όπου όλοι οι φυτικοί και ζωικοί οργανισμοί δημιουργούν, μέσω των αμοιβαίων αλληλεπιδράσεων και αλληλεξαρτήσεών τους, μία ξεχωριστή βιοκοινότητα, τη δασοβιοκοινότητα».
Η σημασία της βιωσιμότητας ενός δάσους ανάγεται σε μία σειρά από προσφερόμενα οφέλη, τα οποία κρίνονται ζωτικής σπουδαιότητας. Τα δάση προσφέρουν καταφύγιο, προστασία και μεγάλης διάρκειας διαμονή σε μία ευρεία ποικιλία ειδών άγριας πανίδας, ενώ συνιστούν άρτια πηγή παροχής πρώτων υλών, όπως: τροφίμων (καρποί, μελισσοτροφικά φυτά, μανιτάρια), φαρμάκων (φυτά με θεραπευτικές κι αρωματικές ιδιότητες), λοιπών ειδών ανάγκης (ξυλεία) και καθαρού νερού.
Οι ανθρώπινες κοινωνίες εξαρτώνται, σε ένα εξαιρετικά μεγάλο βαθμό, από τα φυσικά προϊόντα που παράγουν τα δάση, ώστε μετέπειτα να προβούν προς αξιοποίηση για βιομηχανική χρήση στην επιστήμη της ναυπηγικής, την οικοδομική, για την κατασκευή επίπλων, εργαλείων, παιχνιδιών, για την κατασκευή βιομηχανικών χημικών προϊόντων, την κατασκευή χαρτιού, χαρτονιού, τεχνητών σανίδων και λοιπών χρήσιμων εξαρτημάτων. Διαθέτουν υψηλές δυνατότητες παροχής ποικίλων περιβαλλοντικών υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένης της διατήρησης της βιοποικιλότητας.
Χάρη στην συγκεκριμένη φυσική υπηρεσία, η δασική χλωρίδα και οι φυσικές ιδιότητες του εδάφους προσφέρουν την δυνατότητα διατήρησης πολλών ζωικών οργανισμών και δημιουργούν ευνοϊκές συνθήκες για τη διατήρηση διαφόρων φυτικών ειδών, τα οποία σχηματίζουν σχέσεις αλληλεξάρτησης, συνθέτοντας οικολογικές τροφικές αλυσίδες, σύμφωνα με την επιστημονική δημοσίευση των Olson and Dinerstein με τίτλο: «The Global 200: A representation approach to conserving the Earth’s most biologically valuable ecoregions».
Επιπλέον, αρκετά είδη θα μπορούσαν να έχουν εξαφανιστεί αν δεν υπήρχε το δάσος, το οποίο λειτουργεί και ως τράπεζα γονιδίων φυτών και ζώων, απαραίτητων για μία τυχόν γενετική βελτίωση κι εμπλουτισμό. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι από τις περίπου 200 περιοχές που έχουν οριστεί ως αξιοπρόσεκτα παραδείγματα της βιοποικιλότητας των οικοσυστημάτων του πλανήτη, τα 2/3 είναι δασικές.
Τα δάση εξασφαλίζουν υδροδότηση, ελέγχουν την επιφανειακή υδάτινη απορροή και βοηθούν στην αναπλήρωση κι ενίσχυση των υπόγειων υδάτων όπου, με την συμβολή του φυτικού συστήματος της βλάστησης απορροφάται από το πορώδες του εδαφικού ορίζοντα το μεγαλύτερο μέρος του βρόχινου ύδατος, φιλτράρεται, με άμεση συνέπεια τον εμπλουτισμό τους. Δηλαδή, το έδαφος του δάσους λειτουργεί ως «σφουγγάρι», βοηθώντας αποκλειστικά στην απορρόφηση του νερού, βελτιώνοντας – με αυτό τον τρόπο – την ποιότητά του ως προς τις οργανοληπτικές, χημικές και μικροβιολογικές παραμέτρους του.
Τα δένδρινα φυλλώματα σε ένα δάσος ικανοποιητικής εκτατικής πυκνότητας παρέχουν την δυνατότητα συγκράτησης του νερού της βροχής, μειώνοντας κατά πολύ την ένταση πτώσης του στο έδαφος, ελαχιστοποιώντας παράλληλα τα φαινόμενα διάβρωσης. Επιπρόσθετα, τα οικοσυστήματα των δασών εμπλουτίζουν τον αέρα με το απαραίτητο οξυγόνο και δεσμεύουν το επικίνδυνο για την ζωή διοξείδιο του άνθρακα, ενώ τα αμέτρητα κλαδιά και φύλλα των δένδρων λειτουργούν σαν τεράστια φίλτρα συγκρατώντας, απορροφώντας ή/και εξουδετερώνοντας αέριους ρυπαντές (αιωρούμενα στερεά με σωματιδιακή μορφή) και λοιπές επιβλαβείς ουσίες, που προέρχονται από τη βιομηχανία, τα μέσα συγκοινωνίας, καθώς και λοιπές ανθρώπινες δραστηριότητες.
Ένα σχετικά πυκνό δάσος, – όπως και μία δασική έκταση – συμβάλλουν στην μείωση της εντάσεως του φωτός, επιδρώντας άμεσα στην σύνθεσή του, δημιουργώντας ένα ιδιαίτερης δυναμικής φωτοκλίμα. Χαρακτηρίζεται ως σημαντικός παράγοντας άμβλυνσης των ακραίων τύπων θερμοκρασιών: μειώνει διεργασιακά τις υψηλές τους θερινούς μήνες, αυξάνει τις μικρές τον χειμώνα, με αποτέλεσμα να παρεμποδίζει σε σημαντικό ποσοστό το σχηματισμό έντονης δροσιάς και πάχνης.
Σε αυτό συμβάλλουν ως επί το πλείστον τα φυλλώματα των δέντρων με τη παροχή της φυσικής λειτουργίας της διαπνοής και την ιδιότητά τους να απορροφούν μέρος της υπεριώδους ακτινοβολίας που εκπέμπει ο ήλιος και να απελευθερώνουν προς το έδαφος μεγάλου μήκους κύματος ακτινοβολία, ενώ παράλληλα να εμποδίζουν τη διαφυγή της ωφελούς γήινης ακτινοβολίας στο διάστημα.
Ένα δασικό οικοσύστημα, μέσω των ποικίλων τύπων φυλλωμάτων του, απορροφά πιο πολύ την ερυθρού μήκους κύματος ακτινοβολία και σε λιγότερο βαθμό την πράσινου μήκους με αποτέλεσμα το παρατηρήσιμο φως στο δάσος να είναι περισσότερο πλούσιο σε πράσινη ακτινοβολία κι έτσι πιο ευχάριστο και ξεκούραστο στο ανθρώπινο οπτικό πεδίο, με ηρεμιστική δράση κι απαλή, γήινη αισθητική.
Τα πολυδαίδαλα ριζικά συστήματα των δένδρων και οι συστάδες που δημιουργούν σε αρκετές δασικές πλευρές εμποδίζουν και μετριάζουν σημαντικά τον θανάσιμο κίνδυνο των πλημμυρών, την αποχέρσωση και την μετέπειτα εμφάνιση του φαινομένου της ερημοποίησης, διατηρώντας αποθέματα νερού σε περιόδους ξηρασίας.
Εξαιρετικής σπουδαιότητας θεωρείται η συμβολή του στη μείωση της ηχορύπανσης όταν βρίσκεται κοντά σε πηγές θορύβου. Λειτουργούν ως αντιανεμικοί φράκτες, αποτρέποντας επιτυχώς την ένταση του ανέμου, μειώνοντας την μεταβολή της ταχύτητας, την κατεύθυνση και τη δομή αυτών, τόσο στο εσωτερικό του δάσους, όσο και στις γειτονικές μη δασικές εκτάσεις.
Οφείλουμε να μη παραλείψουμε ακόμη ένα σημαντικό προτέρημα αυτών των όμορφων πράσινων οικοσυστημάτων. Σχετίζονται, σε αμέριστο βαθμό, με την ανθρώπινη ψυχική υγεία, χρησιμεύοντας παράλληλα ως χώροι αναψυχής, ψυχικής ανάτασης, άθλησης, ξεκούρασης, αναζωογόνησης και ηρεμίας, ιδιαίτερα στους κατοίκους μεγάλων αστικών κέντρων. Θεωρείται ως ο αντίποδας στους καθημερινούς φορτικούς θορύβους, την ρύπανση, το άγχος και την αρνητική ενέργειας ενός μεγάλου αστικού περιβάλλοντος.
Η Δασολόγος – Περιβαλλοντολόγος κ. Β. Κόντου επισημαίνει ότι ο σύγχρονος άνθρωπος, ιδιαίτερα εκείνος που διαβιεί σε μεγάλα αστικά κέντρα, έχει αποκοπεί από το φυσικό περιβάλλον, μη κατανοώντας τις λειτουργίες και μηχανισμούς του, δημιουργώντας αγχώδους τύπου συμπεριφορά στον ψυχισμό του, προσπαθώντας απεγνωσμένα να διαφύγει από τις σκληρές επιταγές που ορίζει η πραγματικότητα μίας μεγαλούπολης του 21ου αιώνα. Όμως, η φυσική νομοτελειακή ομορφιά ενός δάσους θα σταθεί ικανή να προσφέρει μία ανάσα διαφυγής και ζωτικής ψυχικής ηρεμίας κι ανάπαυσης για τους ανθρώπους εκείνους που αναζητούν την επανασύνδεση με το άγριο φυσικό στοιχείο και να ηρεμήσουν μέσα από τις συνθήκες που εκείνο παράγει.
Ο αέρας του δάσους λογίζεται ως ο πιο καθαρός μετά τον θαλασσινό, απαλλαγμένος από αστικούς ρύπους και σκόνη, ενώ περιέχει πτητικές ουσίες όπως αιθέρια έλαια και τερπένες (αεροβιταμίνες) που επιδρούν τονωτικά στον ανθρώπινο οργανισμό. Μέσω των ποικίλων ειδών οικοσυστημάτων που φιλοξενεί ανά τον κόσμο και των φυσικών διεργασιών που επιτελούν, το δάσος έχει την δυνατότητα να χρησιμέψει για την μελέτη της περιβαλλοντικής εκπαίδευσης μαθητών ευαισθητοποιώντας τα σε θέματα περιβάλλοντος, οικολογίας, φροντίδας, επιμέλειας και προστασίας.
Στον ελλαδικό χώρο η σπουδαιότητα της ύπαρξης των δασών και δασικών εκτάσεων είναι πασιφανής και σε αμέριστο βαθμό, απαραίτητη κι αναγκαία! Η Καθ. Οικολογίας του Ε.Κ.Π.Α. κ. Μ. Αριανούτσου – Φαραγγιτάκη διευκρινίζει την μεγάλη ποικιλομορφία που διαθέτει το ελληνικό κλίμα, με την ύπαρξη 29 κλιματικών περιοχών, λόγω της γεωγραφικής θέσης της Ελλάδας, του έντονου ανάγλυφου και της ιδιαίτερης χερσαίας και θαλάσσιας κατανομής.
Υπογραμμίζει ότι, η Χώρα μας, ως σύνολο διαθέτει μία πλούσια χλωριδική ποικιλία και σύνθεση, περιλαμβάνοντας στην φυσική της αποθήκη περίπου 6.000 είδη. Στον αριθμό αυτό συγκαταλέγονται τα ιθαγενή είδη όπου, απαρτίζουν και τη συντριπτική πλειονότητα χλωρίδας, αλλά κι ορισμένα εγκλιματισμένα επιγενή (φυτικό είδος, το οποίο συναντάται μεν ως αυτοφυές (δηλαδή μη καλλιεργούμενο) σε μια περιοχή, έχει ωστόσο προέλευση από διαφορετική φυτογεωγραφική περιοχή, απομακρυσμένη ή κοντινή) είδη.
Από την ποικιλία των 5.700 αυτοφυών ειδών της ελληνικής χλωρίδας περίπου 740 είναι ενδημικά. Το ποσοστό αυτό του ενδημισμού (13%) είναι ιδιαίτερα υψηλό αναλογικά με το μέγεθος / έκταση της χώρας. Κάλλιστα συνάγουμε το συμπέρασμα ότι, η ελληνική βιοποικιλότητα τοποθετείται ανάμεσα στις υψηλότερες της ευρωπαϊκής ηπείρου, καθώς και της μεσογειακής λεκάνης, όσον αφορά σε επίπεδο φυτικών ειδών, όπως εκείνη εκφράζεται από την σχέση αριθμού ειδών και χωρικής έκτασης.
Σε πιο ειδικό στάδιο, ο πράσινος πλούτος που κατέχει η Ελληνική χλωρίδα την κατατάσσει επιτυχώς στην δεύτερη βαθμίδα στην Ευρώπη μετά την Ιβηρική Χερσόνησο, η οποία κατέχει πολλαπλάσια έκταση. Κι αυτό διότι, συγκροτεί ένα επιτυχές μίγμα από μία ευρεία ποικιλία αιτίων, οι οποίες αναφέρονται σε γεωιστορικά συμβάντα που έχουν να κάμουν με τον υψηλό βαθμό απομόνωσης πολλών γεωγραφικών τμημάτων του ελληνικού χλωριδικού υποβάθρου και σε ειδικό επίπεδο των πολυάριθμων βουνών και νησιών, σε γεωμορφολογικά γεγονότα που οφείλονται στην μεγάλη ποικιλομορφία ενδιαιτημάτων, σε βιολογικώς εξελικτικά και γενετικά περιστατικά ανά τους αιώνες, σε κλιματικά, τοπογραφικά, εδαφικά κι ορυκτολογικά δεδομένα.
Συνεπώς, βάσει των ανωτέρω, κρίνεται επιτακτική η διάσωση των δασικών οικοσυστημάτων από τα θανάσιμα αγγίγματα της φωτιάς. Και το απόλυτα ορθό, η ανάπτυξη ρηξικέλευθων, διαχειριστικών μηχανισμών καταπολέμησης από πλευράς πολιτειακών οργάνων, ακαδημαϊκής κοινότητας, ερευνητικών κέντρων, αλλά και απλών πολιτών, οι οποίοι θα παρέχουν την άρτια δυνατότητα ασφάλειας και διευκόλυνσης των φυσικών λειτουργικών διεργασιών αυτών των οικοσυστημάτων.
Η καίρια γνώση της ακαδημαϊκής επιστήμης στη βάση ανάπτυξης ενός εμπεριστατωμένου διαχειριστικού σχεδίου θα ορίσει τις αρχές μίας σειράς αρτιμελών αποφάσεων, επιμελούς πρόληψης κι επιτυχούς απόκρισης των αποσυνάγωγων πύρινων συμβάντων, αλλά και τα θεμέλια μιάς κατάλληλης, ενδεικτικής μεταπυρικής διαχειριστικής πολιτικής που θα πληροί προϋποθέσεις ανώτερου ολιστικού επιπέδου και σχεδιασμού. Εξάλλου, ο Καθηγητής Νομικής Σχολής του Α.Π.Θ. κ. Κ. Ε. Γώγος στην ομιλία του για την προστασία των δασών και δασικών εκτάσεων υποδείχνει ότι ένα δασικό οικοσύστημα, ως συνταγματικά κατοχυρωμένο έννομο αγαθό, είναι αυτοτελές, προστατεύεται ως τμήμα της φύσης, ανεξαρτήτως της σημασίας του για την οικονομία και του οφέλους για τον άνθρωπο.
Ως εξακριβωμένη απόδειξη αυτού, το ελληνικό Σύνταγμα διασφαλίζει την αποκλειστική προστασία κι ακεραιότητα όλων των τύπων των δασών ως φυσικά ενδιαιτήματα, ανεξαρτήτως του αισθητικού κάλλους, της παραγωγικότητας, της ασφάλειας του εδάφους και των οικισμών που εκείνα επιτελούν. Αναγνωρίζει ότι η ανθρώπινη ψυχική και σωματική υγεία, η ευεξία και το μέλλον όλης της ανθρωπότητας θα πρέπει επιτυχώς να συνδέεται με ένα υγιές φυσικό περιβάλλον για την καίρια διατήρηση της βιοποικιλότητας των οικοσυστημάτων.
Θεωρείται πασιφανές το γεγονός ότι, το δάσος δεν είναι μόνο δένδρα κι έδαφος με βλάστηση που αντικρίζουν τα αισθητήρια όργανα του οπτικού μας ορίζοντα, ούτε ένα απλοϊκό φυσικό τοπίο στην ολότητά που το διακρίνει, αλλά ένα σύνολο από φυτικούς οργανισμούς, ποικίλων ειδών, παραλλήλως από μία χαρακτηριστική ποικιλία μικροοργανισμών, καθώς και ανώτερους εξελικτικά οργανισμούς που συγκροτούνται από διάφορα γένη και είδη ζώων.
Οι ανωτέρω βιοτικοί παράγοντες σε ένα δασικό οικοσύστημα βρίσκονται σε άμεση αλληλεπίδραση κι εναρμόνιση με τους αβιοτικούς παράγοντες, δηλονότι με το έδαφος, τα θρεπτικά συστατικά, την ηλιακή ακτινοβολία, τη θερμοκρασία, την υγρασία και το κλίμα, δημιουργώντας σχέσεις αμοιβαίας αλληλεξάρτησης μέσω σχηματισμού πολύπλοκων συστημάτων τροφικών πλεγμάτων κι αλυσίδων.
Με τον υποδεδειγμένο αυτό τρόπο εξασφαλίζουν δομές λειτουργίας και συνεκτικού επιπέδου οργάνωσης που συμφωνούν με τις πρόσφορες επιταγές της οικολογίας που ορίζει η οντότητα της Φύσης. Και το συγκεκριμένο δεν αντιβαίνει, ούτε ακυρώνει, μήδε υποβαθμίζει την ανθρώπινη ιδιοσυγκρασία και ακεραιότητα, αλλά, βαθύτατα την επικυρώνει, διότι απλούστατα, η ίδια η ανθρώπινη ύπαρξη θεωρείται μέρος μίας επωφελούς συμφωνίας κι εναρμόνισης με το φυσικό στοιχείο, από αρχαιοτάτων γήινων περιόδων.
Η ανθρώπινη υπόσταση λογίζεται, κι αυτή, ως ένα αναπόσπαστο μέρος του φυσικού κόσμου, με αμέριστη συνοχή, συνεργασία και λειτουργική αλληλεπίδραση με τους υπόλοιπούς έμβιους παράγοντες, συμβάλλοντας, από το δικό του μετερίζι, στην απώτερη πρόοδο της οικολογικής ισορροπίας, και της ομαλής λειτουργικής οργάνωσης των κλιματικών διεργασιών. Πραγματώνεται ως κοινωνός ενός ανώτερου αξιακού οικολογικού συστήματος που υπακούει στις πράσινες επιταγές της Φύσης.
Κάθε χώρα της Υφηλίου, η οποία διαθέτει δασικά οικοσυστήματα θεωρείται προνομιακή, όχι μόνο διότι εκείνα προσφέρουν υπηρεσίες αναψυχής, εθιμικής λαογραφίας και καλαισθησίας των περιοχών της, αλλά και διότι συνιστούν πολύτιμο ανανεώσιμο φυσικό πόρο (υπό ορισμένες προϋποθέσεις) με διαχρονικές δυνατότητες αντοχής, επανισορρόπησης και παροχής ποικίλων ωφελειών για τον ποιοτικό βίο του ανθρώπου και του φυσικού του περίγυρου. Δημιουργούν μία νησίδα σωτηρίας κι αποκλειστικής ασφάλειας, υψηλής ζωτικής σημασίας, για τις κοινωνίες όλων των έμβιων όντων ενάντια στην ολοένα αυξανόμενη ασυδοσία συνασπισμών που αποζητούν να ασχημονούν πάνω σε υγιείς φυσικές δομές πράσινων πνευμόνων, των οικοσυστημικών πλεγμάτων και μηχανισμών που τους υποστηρίζουν.
Συγκροτούν τον κορμό των χερσαίων φυσικών οικοσυστημάτων, μεταβάλλοντας διεργασιακά – με το πέρασμα του γεωλογικού χρόνου – την γεωμορφολογία των ηπείρων του πλανήτη και από τις άγονες βραχώδεις συμπαγείς γεωλογικές δομές με τις μη πρόσφορες επιφάνειες των ανώτερων στρωμάτων του γήινου στερεού φλοιού έφεραν στο προσκήνιο τα εύφορα εδάφη με τις φιλόξενες – πλήρως λειτουργικές – κοιλάδες που γνωρίζουμε σήμερα. Αν αναλογισθούμε ότι πραγματοποίησαν την οικοσυστημική εμφάνισή τους στον πλανήτη πριν από περίπου 380 εκατ. χρόνια, σύμφωνα με τον Καθηγητή Υλοχρηστικής του ΑΠΘ κ.
Η. Β. Βουλγαρίδη, τότε κάλλιστα μπορούμε να προβούμε στο συμπέρασμα ότι τα δάση και τα λιβαδικά οικοσυστήματα διαθέτουν στο ενεργητικό τους μία πλούσια διαδρομή εξέλιξης, ποικιλίας, συνύπαρξης με τα υπόλοιπα φυσικά οικοσυστημικά στοιχεία, καθώς και μίας ιδιάζουσας ωφέλειας για τις καθημερινές δραστηριότητες της επιβίωσης του ανθρώπου.
Κατά τον διαδραμόντα χρόνο, από την απαρχή της φυσικής δημιουργίας του πλανήτη και της ανθρώπινης ιστορίας μας μέχρι και το κατώφλι που σηματοδοτεί η αρχή του περάσματος του 21ου αιώνα, μπορούμε να υποθέσουμε ότι, ο γεωιστορικός χρόνος κατορθώνει να σκαλίζει χορδές μυστηρίων που η ίδια η Φύση τοποθετεί αναπάντεχα κι ασυναίσθητα, προξενώντας έναν διηνεκή, απαράμιλλο θαυμασμό και μία ενθάρρυνση να αποκτήσουμε – σιγά-σιγά – δυνατότητες αποκωδικοποίησης και κατανόησης των κοσμικών νόμων που διέπουν τις φυσικές εκείνες «ιεροτελεστίες». Με την προϋπόθεση να προβούμε σε ένα επωφελές ενωτικό συμβόλαιο με το φυσικό στοιχείο.
Παρότι η σηματοδοτούμενη ανθρώπινη τεχνολογική πρόοδος – εις τους αιώνες – δύναται να προωθήσει ένα συμπαγές σύστημα ικανοποίησης των επιθυμιών των κοινωνιών με απώτερο σκοπό, την ολοένα καλυτέρευση των βιοτικών τους συνθηκών, στην απόκτηση υψηλού γνωστικού υποβάθρου και προστιθέμενου κοινωνικού status, εντούτοις τα ποικίλα φυσικά φαινόμενα που κάνουν αισθητά την παρουσία τους, αρκετές φορές μέσα από την εκδήλωση της δυσειδούς πλευρά τους, κατορθώνουν να προκαλέσουν συμβάντα χάους και υπέρμετρων καταστροφών πάνω στο φυσικό περιβάλλον, την ανθρώπινη ευημερία και ιδιοσυγκρασία.
Σε τέτοιο βαθμό, ώστε η ανθρώπινη εξελικτική βελτίωση να φαντάζει στατική, αβοήθητη, κλονισμένη, επιρρεπής στην καταστρεπτική μανία των φυσικών φαινομένων, που ο ίδιος ο άνθρωπος ενίσχυσε άλλοτε εν αγνοία του κι άλλοτε υπό τον μανδύα της επηρμένης, αλαζονικής συμπεριφοράς του. Και το συγκεκριμένο δεν χαίρει αντιρρήσεων, διχογνωμιών και διαξιφισμών από πλευράς ανθρώπινης ηθικής. Τουλάχιστον από την επιστημονική – ερευνητική κοινότητα, αλλά και τους ανθρώπους, οι οποίοι νιώθουν μέρος της οντότητας της Φύσης κι επιθυμούν ένα ευοίωνο, πιο βιώσιμο φυσικό περιβάλλον.
Η εμπεριστατωμένη, μεθοδολογική κι ακραιφνής γνώση από μόνη της δεν αρκεί στο να αντιπαλέψει αυτού του είδους τα φαινόμενα που θέτουν οι φυσικοί κανόνες του γήινου περιβάλλοντος. Ούτε και να καταβάλλει – σε ύψιστο βαθμό – αποτελεσματικές προσπάθειες στο να αποκρούσει ανθρώπινες συμπεριφορές και τακτικές, παγιωμένες από μονόδρομες, στερεοτυπικές αντιλήψεις που συνηγορούν στο πλαίσιο της παραμέλησης της προστασίας του περιβάλλοντος και της ασφάλειας των κατοίκων αυτού. Μόνο στο να υποδείξει το πρόβλημα καθαυτό, επισημαίνοντας την σοβαρότητα του επικείμενου συμβάντος. Η ανθρώπινη φύση δεν μεταβάλλει εύκολα τα «θέλω» και «πιστεύω» της, μήδε αλλάζει ευκόλως τρόπους θεώρησης των πραγμάτων.
Παραμένει σε μεγάλο μετρικό επίπεδο επιρρεπής στην συντεχνιακή εξοστράκιση της ακραιφνούς γνώσης, παγιδευμένη στα δίχτυα της άγνοιας και της προσέγγισης ανακριβών στοιχείων. Κι αυτό θα έχει μετέπειτα σοβαρές επιπτώσεις για όλους. Εντούτοις, το μοναδικό αξιόλογο «όπλο» που θα δύναται να επιτρέψει την καίρια αναθεώρηση και διαχείριση του όλου ζητήματος συνιστά η κινητική μετάβαση στο πρακτικό επίπεδο. Κι αυτό προϋποθέτει την ενέργεια της πράξης! Να κατορθώσουμε να μετατρέψουμε την καταρτισμένη, ερευνητική δίοδο της γνώσης σε μία εφαρμοσμένη, άκρως εμπεριστατωμένη, ολιστική, εκτέλεση, που θα μας επιτρέψει να επαναπροσδιορίσουμε φυσικά πεδία δομής και φαινομένων, καθώς και των επιπτώσεων πάνω στο ανθρωπογενές περιβάλλον και των υπολοίπων έμβιων όντων.
Αφήνεται, πασιφανώς, να εννοηθεί πως, με το να πράττουμε γίνεται ολοένα και περισσότερο προσιτή η βιώσιμη λύση μέσω της άρτιας διαχείρισης, με φυσικό επακόλουθο, την επίτευξη ενός σχεδίου, επωφελούς και κατατοπιστικού για την αναβάθμιση της ανθρώπινης κοινωνίας, την αναζήτηση επωφελών ατραπών, την ανάταση της ηθικής και πνευματικής υποστάσεως και την σωτηρία των φυσικών περιβαλλοντικών οικοσυστημάτων.
Με την πράξη ο άνθρωπος, ενεργώντας, θα υποτάξει βόρβορα συναισθήματα που ορέγονται την επίτευξη της υπέρμετρης κερδοσκοπίας, του ανθρώπινου κακοποιητικού συμπεριφορισμού μέσω της εκτεταμένης ρύπανσης σε κάθε λογής περιβαλλοντικών δομών που απαρτίζονται από τα φυσικά οικοσυστήματα, την κατάπτωση των ανθρωπίνων ευγενών συναισθημάτων και την αλόγιστη χρήση των φυσικών πόρων του πλανήτη. Κι αυτό είναι που πραγματικά μετράει κι έχει σημασία! Να ενεργείς συνεσταλμένα και μεθοδικά με βάση αυτό που μαθαίνεις, κυρίως όμως, να πράττεις με γνώμονα την αγάπη και τον σεβασμό που διαθέτεις για την Φύση, τους κατοίκους της, αλλά και για την ανθρώπινη ιδιοσυγκρασία των συμπολιτών και του εαυτού σου, ενταγμένου στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο.
Η πράξη αντικατοπτρίζει την ανάγκη του σύγχρονου ανθρώπου να αφουγκρασθεί τους επερχόμενους κινδύνους, ώστε να κατορθώσει να συνεισφέρει στην εξέλιξη της ανθρώπινης προόδου και να υπερβεί την στασιμότητα του παρόντος, αλλά και την δικτατορία που επιβάλλουν οι τακτικές της άγνοιας και της διαστρέβλωσης. Είναι αυτό που είπε κι ο ξακουστός Sir W. Churchill: «το να βλέπεις, είναι ένα πράγμα. Το να βλέπεις αυτό που κοιτάς, είναι ένα άλλο. Το να μαθαίνεις απ’ αυτό, είναι κάτι άλλο. Αλλά το να ενεργείς με βάση αυτό που μαθαίνεις, είναι εκείνο που πραγματικά έχει σημασία». Κάτι θα γνωρίζει άλλωστε κι αυτός από «πολέμους», «μαθήματα» και «πράξεις»…

