Πως η ομορφιά και ο ρομαντισμός μιας θετικής ιδέας σε θεωρητικό επίπεδο μεταλλάσσονται σε απαξίωση και ισοπέδωση κατά την εφαρμογή της;…Φυσικά, με το παράδειγμα της διαδικασίας επιλογής και εκλογής του «Συμπαραστάτη του Δημότη και της Επιχείρησης».
Ο νέος αυτός ανεξάρτητος θεσμός θα έχει την Τοπική Αυτοδιοίκηση ως σημείο αναφοράς και εργασίας και υπόσχεται πολλά σε θεωρητικό επίπεδο, τόσα ώστε να ελπίζουμε βάσιμα στην εξέλιξη των υπηρεσιών προς τον πολίτη και στην αναβάθμιση της σημασίας της τοπικής αυτοδιοίκησης, με κεντρικό πυρήνα τον ίδιο τον άνθρωπο.
Ο «Συμπαραστάτης», θα είναι στην ουσία συμπαραστάτης καθώς θα είναι ανεξάρτητος, θα μεριμνά για την ταχύτατη επίλυση διαφορών και ποικίλων προβλημάτων που θα παρουσιάζονται μεταξύ των πολιτών και των δημοτικών υπηρεσιών, θα διαπραγματεύεται, θα συζητά, θα αλληλογραφεί με τους πολίτες αλλά και θα πραγματώνει ουσιαστικές παρεμβάσεις με προτάσεις για τη βελτίωση της ποιότητας ζωής και την καλύτερη άσκηση των δικαιωμάτων του δημότη.
Ποιος θα αντιδρούσε σε κάτι τόσο ιδανικό αλλά και απαραίτητο, ειδικότερα σήμερα, όπου η διαπροσωπική επαφή έχει χαθεί και η γραφειοκρατία έχει κυριαρχήσει, ακυρώνοντας τον παράγοντα άνθρωπο, την ανθρώπινη προσωπικότητα και την ατομικότητα; Ίσως, αυτοί που αισθάνονται ότι θίγονται τα συμφέροντά τους, αν και η σωστή απάντηση είναι…κανένας.
Για τους λόγους αυτούς, πολλοί χειροκρότησαν αυτή την ρομαντική ιδέα και τήρησαν στάση αναμονής, ώσπου να ακολουθηθεί η διαδικασία που προβλέπει ο «Καλλικράτης», με υποβολή βιογραφικών υποψηφίων «εγνωσμένου κύρους και εμπειρίας» και εκλογή του «Συμπαραστάτη του Δημότη και της Επιχείρησης» από τα 2/3 των μελών των Δ.Σ.
Σε αυτό το σημείο, αρχίζουν τα δύσκολα καθώς καταδικάζεται ο θεσμός προτού καλά ξεκινήσει. Το ρήμα «καταδικάζεται» δεν αναφέρεται στην όποια επιλογή προσώπου αλλά στη διαδικασία και στον τρόπο επιλογής του κατάλληλου προσώπου, αν και είναι δεδομένο ότι κάποια στιγμή θα εκλεγεί ο «Συμπαραστάτης» – σύμφωνα με το Νόμο -.
Με ποια κριτήρια όμως επιλέγεται και πως γίνεται από τον καθένα η αποκωδικοποίηση της φράσης «εγνωσμένου κύρους και εμπειρίας»; Τελικά, ο «Συμπαραστάτης» θα είναι στην ουσία Συμπαραστάτης του Δημότη, του πολίτη ή Συμπαραστάτης του οποιουδήποτε άλλου πλην του Δημότη; Πολλά τα ερωτήματα που συνοδεύουν την αφετηρία αυτού του θεσμού.
Τα αποτελέσματα της αρχικής διαδικασίας, όπως είχε προσδιοριστεί από τον «Καλλικράτη», ήταν αρνητικά. Αποδείχτηκε ότι η διαδικασία της υποβολής των βιογραφικών, της επιλογής και της εκλογής δεν είχε μελετηθεί σωστά και κατ΄ επέκταση ήταν λαθεμένη. Ο θεσμός υποτιμήθηκε και η εκλογή απέτυχε στους περισσότερους δήμους, καθώς δεν υπήρξε η ευρύτατη συναίνεση των 2/3 για… ποικίλους λόγους.
Αρκετοί δήμοι, δεν «αγκάλιασαν» με σοβαρότητα το θεσμό και τον «πολέμησαν», προτού καλά καλά ξεκινήσει με ημερίδες, με δημόσιες δηλώσεις κατακραυγής, με σκέψεις χαρακτηριζόμενες από συνωμοσιολογικά κριτήρια περί του πολιτικού ρόλου του προσώπου που θα αναλάμβανε τη θέση του Συμπαραστάτη αλλά και του πολιτικού μέλλοντος του ιδίου αλλά και των ίδιων, στις επόμενες δημοτικές εκλογές (φόβος πολιτικής ενδυνάμωσης του προσώπου αυτού λόγω της συμπαράστασης στο Δημότη κ.α.!).
Πέραν αυτού, παλιές νοοτροπίες, καθεστωτικές σκέψεις, συμφέροντα, κομματικές και παραταξιακές προτάσεις και επιλογές, συμπάθειες και αντιπάθειας, έλλειψη αντικειμενικής κρίσης, προσωπικά και όχι αξιοκρατικά κριτήρια επιλογής και αδιαφορία ακύρωσαν δυνατές υποψηφιότητες με γνώσεις, προσφορά στον τόπο και ποικίλη εμπειρία, ισοπεδώνοντας το χαρακτήρα του θεσμού ως «ανεξάρτητου» και ιδανικού για τον τόπο.
Σε κάποιους δήμους προτάθηκαν και ονόματα κατοικούντων και εγγεγραμμένων σε δημοτολόγια άλλων περιοχών από αυτών που θα εκλεγόταν ο «Συμπαραστάτης», ακυρώνοντας την προσφορά, την εμπειρία και τη γνώση κατοίκων της συγκεκριμένης περιοχής. Είναι άξιο απορίας, πως ανάμεσα σε 40.000 ή 50.000 πολίτες, δεν υπήρχε κάποιος που να πληροί τις προϋποθέσεις, δηλαδή να δύναται να συμπαραστέκεται στον συμπολίτη του και να τον βοηθά στο πρόβλημα που αντιμετωπίζει;;;;
Σε άλλους δήμους, έψαχναν πρόσωπα με νομικές γνώσεις ως κατάλληλα για τη θέση αυτή, παρόλο που ο «Καλλικράτης» ορίζει ότι οι δημοτικές υπηρεσίες – άρα και το Νομικό Τμήμα – θα πρέπει να υποστηρίζουν το έργο του «Συμπαραστάτη», ενώ άλλοι έψαχναν υποψήφιους με δεκάδες πανεπιστημιακά διπλώματα και «μεγαλογνώστες» της γενικής «τοπικής αυτοδιοίκησης».
Ίσως, κάποια χαρακτηριστικά, από όλα τα παραπάνω, να διαφάνηκαν και στο Δημοτικό Συμβούλιο Βάρης, Βούλας, Βουλιαγμένης, το οποίο, επίσης, δεν κατέληξε σε εκλογή του «Συμπαραστάτη» παρόλο τις αξιόλογες υποψηφιότητες.
Και σε αυτό το Δημοτικό Συμβούλιο, αναδείχθηκαν τα κενά της διαδικασίας εκλογής που ορίζει ο «Καλλικράτης» καθώς μερικοί Δημοτικοί Σύμβουλοι δεν είχαν ενημερωθεί μέχρι την ώρα της ψηφοφορίας για τους υποψήφιους και τα βιογραφικά τους, ενώ κατά την ταχύτατη ανάγνωση των είκοσι ενός βιογραφικών σημειωμάτων – κουραστική διαδικασία, θα συμφωνήσουμε αλλά αυτό οριζόταν από το Νόμο –, πολλοί Δημοτικοί Σύμβουλοι αποχώρησαν από τα έδρανά τους και κατευθύνθηκαν στο διάδρομο της αιθούσης, για συζήτηση αλλά και ανταλλαγή σχολίων. Αυτή η εικόνα, δημιούργησε σκέψεις σε πολλούς για προαποφασισμένες επιλογές, με ή χωρίς το απαραίτητο κριτήριο της γνώσης των βιογραφικών όλων των υποψηφίων από όλους και της αξιοκρατικής – αντικειμενικής τοποθέτησης.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, μάλλον, χάθηκε η έννοια του πραγματικού «Συμπαραστάτη του Δημότη και της Επιχείρησης» και οδηγήθηκε ο θεσμός στην απαξίωση.
Το πρόβλημα είναι, όμως, ότι τέτοια δυσμενή αποτελέσματα, σε πολλούς δήμους, δεν απαξιώνουν μόνο το συγκεκριμένο θεσμό αλλά πολλούς θεσμούς της δημοκρατίας μας και, κυρίως, ένα ολόκληρο πολιτικό σύστημα που αδικείται, απαξιώνεται και κατακεραυνώνεται άκοπα γιατί, πλέον, χαρακτηρίζεται από όλα τα παραπάνω αλλά και από σημεία ιδιοτέλειας και αναξιοκρατίας, χαρακτηριστικά που πάντα θα ακυρώνουν την πρόοδο κάθε ανθρώπου, του φυσικού περιβάλλοντος και κάθε αξίας και ιδανικού.
Αν και θεωρητικά, η ιδέα του «Συμπαραστάτη του Δημότη και της Επιχείρησης» είναι αξιόλογη, επί της διαδικασίας της εφαρμογής και των προσόντων που θα χαρακτήριζαν το σωστό υποψήφιο, η πρόταση πάσχει ιδιαίτερα.
Η πρότασή μου είναι, καταρχήν, ο «Συμπαραστάτης του Δημότη και της Επιχείρησης» να είναι μια θέση άμισθη και τιμητική, καθώς εκλέγεται από τα 2/3 των Μελών του Δημοτικού Συμβουλίου και απαιτείται ευρύτατη πολιτική συναίνεση. Στα πλαίσια αυτά,θα αναγνωριζόταν στο πρόσωπο που θα επιλεγόταν ότι είναι «εγνωσμένου κύρους και εμπειρίας» και κατ΄ επέκταση θα δύναται να βοηθήσει και να σταθεί δίπλα στον συμπολίτη του.
Πέραν τούτου, αυτή η θέση δεν είναι δυνατό να έχει το χαρακτήρα του δημόσιου υπαλλήλου και να συμμετέχουν υποψήφιοι με μοναδικό σκοπό την κάλυψη βιοποριστικών αναγκών για τρία χρόνια ή να αποκατασταθούν επαγγελματικά, αν είναι άνεργοι. Δεν είναι δυνατό να είναι μια θέση επαγγελματικής αποκατάστασης. Ξεκινάει με λαθεμένη βάση, καθώς τα κίνητρα για εκδήλωση ενδιαφέροντος, είναι μη συμβατά με την έννοια και τη σημασία του Συμπαραστάτη.
Μετά την εκδήλωση ενδιαφέροντος από τους υποψήφιους, θα έπρεπε να δημιουργηθεί Διαπαραταξιακή Επιτροπή, η οποία θα μελετούσε τα βιογραφικά σημειώματα και θα πραγμάτωνε συνεντεύξεις με τους ενδιαφερόμενους. Το αποτέλεσμα αυτής της μελέτης και των συνεντεύξεων θα αποτελούσε εισήγηση στο Δημοτικό Συμβούλιο, χωρίς όμως και απαραίτητα να είναι δεσμευτικό για την επιλογή – εκλογή από τους Δημοτικούς Συμβούλους.
Αξίζει να σημειωθεί, ότι τα βιογραφικά των υποψηφίων θα έπρεπε να είχαν υποβληθεί στο Προεδρείο του Δ.Σ. αρκετά νωρίτερα και αντίγραφα αυτών να είχαν κοινοποιηθεί στον κάθε Δημοτικό Σύμβουλο.
Μετά την επιλογή – εκλογή του προσώπου που θα κάλυπτε τη θέση του Συμπαραστάτη, οι υπόλοιποι υποψήφιοι θα συμμετείχαν σε «Βοηθητική Επιτροπή του Συμπαραστάτη» ώστε να υποστηριχθεί ο ίδιος, να είναι πιο λειτουργικό και οργανωμένο το έργο του αλλά και να μην χαθούν πάλι στην ανωνυμία πρόσωπα «εγνωσμένου κύρους και εμπειρίας», τα οποία ανιδιοτελώς θα ήθελαν να προσφέρουν στην πόλη τους άρα και η πόλη να μην χάσει από αυτή την μη αξιοποίηση.
Με αυτό τον τρόπο θα δημιουργείτο ένα ισχυρό θεσμικό όργανο, το οποίο θα υποστηρίζει το Συμπαραστάτη (με προτάσεις, εισηγήσεις, συμβουλές αλλά και με παρουσία), θα προσφέρει στον πολίτη και θα αντιμετωπίζει πιο εύκολα τα προβλήματα που θα προκύπτουν. Πέραν τούτου, πόσο εύκολο θα είναι να απαντά, ένα πρόσωπο, μόνο του και χωρίς βοηθούς ή συνεργάτες, στις ανάγκες χιλιάδων πολιτών και μεγάλων δήμων; Πόσο εύκολο θα είναι για ένα άτομο να είναι «πανταχού παρών»;
Τέλος, θα πρέπει να επισημανθούν τα χαρακτηριστικά του υποψήφιου για τη θέση του Συμπαραστάτη, δίνοντας βαρύτητα – πέραν του κύρους και της εμπειρίας – στην προσφορά στον τόπο του, στη γνώση των προβλημάτων της περιοχής του, στο διαπαραταξιακό, ανεξάρτητο, ακομμάτιστο, αντικειμενικό και κοινής αποδοχής χαρακτήρα, γνώστη της επικοινωνίας, ευαίσθητο κοινωνικά, άνθρωπο που να ξέρει να ακούει το συνομιλητή του, δραστήριο, ανθρώπινο, δηλαδή πραγματικό ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΤΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΤΗ.
Όσο αφορά το γνωστικό και τεχνικό μέρος της θέσης, ο Νομοθέτης αναφέρει την πλήρη υποστήριξη των υπηρεσιών του Δήμου στο έργο του Συμπαραστάτη, δίνοντας τη λύση σε όποιο αντίστοιχο κενό γνώσης.
Από όλα τα παραπάνω, διαφαίνεται προς το παρόν, ότι η εκλογή του «Συμπαραστάτη του Δημότη και της Επιχείρησης» είναι μια διαδικασία που γίνεται για να γίνει και όχι για τη σημασία που έχει, και δυστυχώς, ακυρώνει και υποβιβάζει την ιδέα του «Συμπαραστάτη».
Αποδείχθηκε για μια ακόμη φορά, ότι δεν είμαστε έτοιμοι, ως λαός, να υποδεχτούμε την πρόοδο, να συνδράμουμε στην εξέλιξη και να εργαστούμε για το κοινό καλό. Αφήσαμε πάλι κατάλοιπα του παρελθόντος, τα οποία έχουν μετατραπεί σε απωθημένα κακών νοοτροπιών και συμπεριφορών, να σταθούν τροχοπέδη στην κοινωνική εξέλιξη.
Η αναξιοκρατία, η ανασφάλεια, η μη αναγνώριση, ο φόβος για τις ικανότητες του διπλανού μας – οι οποίες μπορεί να είναι πιο ισχυρές από τις δικές μας και να τον οδηγήσουν στην εξέλιξη, στην πρόοδο ή σε αξιώματα -, μας οδηγούν σε αντιδράσεις και κατευθύνσεις απαξίωσης και καταδίκης κάθε θετικής πρότασης, καθώς απουσιάζει η σκέψη του κοινού καλού και κυριαρχεί η σκέψη του ατομικού συμφέροντος (αξιώματα – θέσεις, «καρέκλες», χρήματα). Δυστυχώς, αυτές οι νοοτροπίες επικρατούν και «επιπλέουν» στη συνείδηση ορισμένων, οι οποίοι επιθυμούν να τις αναγάγουν ως κύριο χαρακτηριστικό επιβίωσης αλλά και ως κύριο γνώρισμα του Έλληνα.
Όπως κάθε ρηξικέλευθη πρόταση στην Ελλάδα καταλήγει στον κάλαθο των αχρήστων ως «ασύμφορη» (πολλές ερμηνείες της λέξης) ή υποθαλπόμενων άλλων κινήτρων, έτσι και η εκλογή του «Συμπαραστάτη του Δημότη και της Επιχείρησης» εξελίχθηκε σε φιάσκο.
Ντροπή ή Λύπη…ίσως και τα δύο. Γιατί ποτέ δεν θα εξελιχθούμε, γιατί ποτέ δεν θα προοδεύσουμε.
Είναι καιρός «να τη δούμε αλλιώς»! Ας το πράξουμε…

