Πολλές φορές, από παλαιότερα, σε ορισμένες ανακοινώσεις είτε του γραφείου τύπου του Δήμου είτε συλλογικοτήτων είτε σε διάφορες ιστοσελίδες, αλλά και σε τοποθετήσεις στο Δημοτικό Συμβούλιο (πιο κάτω Δ.Σ.) ή και σε δημόσιες δηλώσεις, δημοτικών συμβούλων (= δ.σ.), της πλειοψηφίας ή της μειοψηφίας του Δ.Σ., όταν αναφέρονται σε τρίτους, ή αυτοαναφέρονται, χρησιμοποιείται η διατύπωση και ο όρος «δημοτική παράταξη ή δημοτικός σύμβουλος της “συμπολίτευσης“, ή της “αντιπολίτευσης“;
Είναι ορθοί ή λανθασμένοι οι όροι αυτοί; Αποτυπώνουν και αντανακλούν την υπάρχουσα νομική κατάσταση, με βάση την ισχύουσα νομοθεσία; Και κυρίως, από αυτοδιοικητικής πλευράς, δηλαδή «πολιτικής της αυτοδιοίκησης», με την έννοια των αρχών, διακηρύξεων και θέσεων της Τ.Α. και των οργάνων της, συνεισφέρει σε αυτό που, εμείς οι καλούμενοι αυτοδιοικητικοί, «θέλουμε» να είναι η Τ.Α., την οποία λέμε ότι υπηρετούμε, και, με αγώνες, διακηρύξεις κλπ., «επιδιώκουμε» να γίνει ΚΑΙ θεσμικά / νομοθετικά;
Επιτρέψτε μου να έχω την άποψη, με βάση τα όσα γνωρίζω, ότι είναι απολύτως λανθασμένες διατυπώσεις και όροι.
Είναι πασιφανές ότι το ζήτημα πρέπει να εξεταστεί:
Α) από θεσμική/ νομοθετική πλευρά (= τι ισχύει), και
Β) από «αυτοδιοικητική» άποψη.
Ας περιοριστούμε σε αυτές. Άλλα σημαντικά θέματα της Τ. Α., δεν απασχολούν το παρόν σημείωμα, παρά μόνο σαν καταγραφή, όπου παρίσταται ανάγκη.
Να μου επιτραπεί να υπενθυμίσω, ότι δεκαετίες υποστηρίζαμε δημόσια, πως είναι θεσμοθετημένο ότι ΔΙΟΙΚΗΣΗ στο Δήμο, ασκεί και το Δ.Σ. δηλαδή οι δ.σ., της πλειοψηφίας και των όσων μειοψηφιών, σαν συγκροτημένο ενιαίο σύνολο, σαν ενιαία ομάδα, γι αυτό και, όταν συμμετείχαμε σε αυτό, υποβάλλαμε αιτήσεις/ προτάσεις για συζήτηση στο Δ.Σ. θεμάτων του Δήμου, που δεν είχε σκεφτεί ότι ήταν ώριμα ή αναγκαία, ή δεν επέλεγε ή εκτιμούσε με διαφορετικό τρόπο ο κάθε φορά δήμαρχος και η παράταξη της πλειοψηφίας των δ.σ. Τις υποβάλλαμε σαν «ασκούντες διοίκηση» στο Δήμο, καίτοι ήμαστε δ. σ. της μειοψηφίας του Δ.Σ. Οι οποίες αιτήσεις, έστω και με καθυστερήσεις κατά παράβαση των κανονισμών ή τις απ’ αυτό πιέσεις, τελικά, συζητούνταν στο Δ.Σ.
Α.-Καταγράφουμε αναγκαστικά το νομικό θεσμικό πλαίσιο, με παράθεση αυστηρά των διατάξεων (έστω και αν είναι, ίσως, κουραστικό), για την αναγκαία «απόδειξη» και τεκμηρίωση, και χωρίς αναλύσεις ή σχολαστικούς νομικισμούς.
Η Τ.Α. εντάσσεται στη «δημόσια διοίκηση», και μάλιστα στο σύστημα της «αποκέντρωσης» (ή «αποσυγκέντρωσης», κατ’ άλλους). Το θεσμικό πλαίσιο για την Τ. Α. είναι «παράγωγο» και οριοθετείται κάθε φορά από την («αντίπαλη», αν θέλετε) Κεντρική Εξουσία/Κράτος, με την ψήφιση του Συντάγματος και των νόμων, την έκδοση προεδρικών διαταγμάτων, κλπ. Με αυτό η Τ. Α. είναι απο-κλειστικά και μόνο «διοικητικός» θεσμός, και σε καμία περίπτωση «πολιτικός». Είναι, κατά το Σ., μέρος της «οργάνωσης της διοίκησης», και όχι μέρος της «οργάνωσης και λειτουργίας της Πολιτείας».
Από τις τρεις εξουσίες του κράτους, της παραχωρείται μόνο μέρος της διοικητικής εκτελεστικής εξουσίας. Απολαμβάνει διοικητική αυτοτέλεια, όχι όμως αυτονομία στην κανονιστική αρμοδιότητα. Μπορεί βεβαίως να είναι αποδέκτης ειδικής νομοθετικής εξουσιοδότησης για έκδοση κανονιστικών πράξεων, κατά την έννοια του άρθρου 43 παρ. 2 του Σ., επιλογή που δεκαετίες αποφεύγει να κάνει η Πολιτεία. Η ένταξή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και ο ν. 1850/89, υποχρέωσε σε ρυθμίσεις προς τα βελτίω, ιδίως με θέσμιση ανάγκης «προηγούμενης έκφρασης γνώμης» από την Τ.Α. για ευρέα θέματα, αλλά δεν άλλαξε άρδην τις νομοθετικές ρυθμίσεις.
Ο όρος και η έννοια της «συμπολίτευσης» ή «αντιπολίτευσης» για την Τ.Α., ΔΕΝ υπάρχει ούτε στο Σύνταγμα, ούτε σε κάποιον από τους νόμους/ Δημοτικούς Κώδικες, που ίσχυσαν κ α ι τα τελευταία 40 χρόνια. Ειδικότερα:
1.- Με τό νόμο 1065/1980: Στο άρθρο 29 και με τον τίτλο «Δημοτικές Αρχές» ορίζεται ότι: «Ο δήμος διοικείται από το Δ.Σ., τη Δημαρχιακή Επιτροπή (πιο κάτω Δ.Ε.) και το Δήμαρχο». Το Προεδρείο του Δ.Σ. και η Δ.Ε. εκλεγόταν «ανάμεσα στα μέλη του Δ.Σ.». Ολα, και όχι μόνο του πλειοψηφίσαντος συνδυασμού. Τότε ΔΕΝ προβλεπόταν στο νόμο συμμετοχή δ.σ. της μειοψηφίας στο Προεδρείο Δ.Σ. ή τη Δ.Ε. Ανεξάρτητα από το τι γινόταν «αυτοδιοικητικά», μετά την Μεταπολίτευση, δηλαδή με «πολιτική συνεννόηση» των παρατάξεων που είχαν εκλέξει δ.σ., να συμμετέχει σε αυτά και δ.σ. της μειοψηφίας.
2.- Με το Π.Δ. 323/1989 (στο οποίο είχαν ενσωματωθεί και ο ν. 1270/ 1982 κ.ά.): Στο άρθρο 33 με τίτλο «Δημοτικές Αρχές» ορίζεται ότι: «Ο δήμος διοικείται από το Δ.Σ., τη Δ.Ε. και το Δήμαρχο». Με το 94 το Προεδρείο του Δ.Σ. εκλεγόταν «ανάμεσα στα μέλη του Δ.Σ.», και με το άρθρο 99: «Σε Δ.Ε. με πέντε μέλη και άνω, ένα από τα μέλη της, εκλέγεται απαραιτήτως ανάμεσα στους συμβούλους των επιλαχόντων συνδυασμών». Για πρώτη φορά.
Η νέα ρύθμιση του ν. 1270/1982 «επικύρωσε» την προηγηθείσα πολιτική «πρακτική» που, θα μπορούσαμε να πούμε ότι, είχε δημιουργήσει «εθιμικό δίκαιο» κοινά αποδεκτό. Το πολιτικό κλίμα δεν επέτρεπε αποκλεισμούς.
3.- Με το Π.Δ. 410/95: Σε σχετικά άρθρα, προβλέπονται ίδιες ρυθμίσεις.
4.- Με το ν. 3463/2006 («Θησέας»): Στο άρθρο 19 «Δημοτικές Αρχές» επαναλαμβάνονται αυτολεξεί τα όργανα διοίκησης, και στο 75 ορίζεται ότι «οι δημοτικές Αρχές διευθύνουν και ρυθμίζουν όλες τις τοπικές υποθέσεις». Δηλ. η καθεμία πολυπρόσωπη δημοτική αρχή (Δ.Σ., Δ.Ε.), νοούμενη σαν ενιαίο σύνολο. Και βέβαια ο Δήμαρχος, που είναι μονοπρόσωπο όργανο. Στο άρθρο 50 γίνεται αναφορά σε «επιτυχόντα» και «επιλαχόντες» συνδυασμούς. Στο 92 με τίτλο «Εκλογή Προεδρείου Δ.Σ.» ορίζεται ότι: «… το σώμα (= του Δ.Σ.) εκλέγει, χωριστά και με φανερή ψηφοφορία τον Πρόεδρο, τον Αντιπρόεδρο και του Γραμματέα του. Ο Πρόεδρος και ο Γραμματέας προτείνονται από τον πλειο-ψηφίσαντα συνδυασμό και ο Αντιπρόεδρος από το σύνολο της μειοψηφίας». Στο 94, για πρώτη φορά, ορίζεται: «2. Τα μέλη του Δ.Σ. διακρίνονται σε δημοτικές παρατάξεις, ανάλογα με το συνδυασμό με τον οποίο έχουν εκλεγεί…»,
5.- Με το ν. 3852/2010 («Καλλικράτης») στο άρθρο 7 «Δημοτικές Αρχές» ορίζεται: «Ο δήμος διοικείται από το Δ.Σ., την Οικονομική Επιτροπή, την Επιτροπή Ποιότητας Ζωής, την Εκτελεστική Επιτροπή και το Δήμαρχο», στο άρθρο 64 «Εκλογή Προεδρείου Δ.Σ.» ορίζεται: «… Ο Πρόεδρος προτείνεται από τον πλειοψηφίσαντα συνδυασμό, ο αντιπρόεδρος προτείνεται από τη μείζονα παράταξη της μειοψηφίας και ο γραμματέας από τις λοιπές παρατάξεις της μειοψηφίας . . . .», και άλλες σχετικές ρυθμίσεις.
6.- Με το ν. 4555/2018 («Κλεισθένης Ι»), παραμένουν ή τροποποιούνται οι πιο πάνω διατάξεις του ν. 3852/2010. Λόγω του εκλογικού συστήματος της απλής αναλογικής, με βάση το οποίο τα μέλη του Δ.Σ. εκλέγονται ανάλογα με τα ποσοστά που έλαβαν οι συνδυασμοί την πρώτη (Α’) Κυριακή, ενώ ο δήμαρχος (εάν δεν έχει συγκεντρώσει 50% + 1) εκλέγεται τη Β’ Κυριακή σε εκλογές μεταξύ των Α’ και Β’ συνδυασμών, στο 71 για την «Εκλογή προεδρείου δημοτικού συμβουλίου», χρησιμοποιούνται οι διατυπώσεις «Ο Πρόεδρος προέρχεται από την παράταξη του εκλεγέντος δημάρχου, είτε αναδείχτηκε πρώτη είτε δεύτερη σε εκλογική δύναμη, ο Αντιπρόεδρος προέρχεται από την παράταξη που αναδείχτηκε αντίστοιχα, δεύτερη ή πρώτη σε εκλογική δύναμη, αλλά δεν ανέδειξε το δήμαρχο, ο Γραμματέας προέρχεται από την τρίτη σε εκλογική δύναμη παράταξη. . .», και άλλες σχετικές ρυθμίσεις.
7.- Με το ν. 4623/2019, στο άρθρο 1 με τίτλο ορίζεται «Σύμπραξη δημοτικών … . παρατάξεων» (αντικαθίσταται το άρθρο 73 ν.4555/2018), με το 2 «Συγκρότηση και εκλογή Οικονομικής Επιτροπής και Επιτροπής Ποιότητας Ζωής» (αντικαθίσταται το 74 ν.3852/10), και άλλα, προβλέπονται διαφορετικές ρυθμίσεις, από αυτές που ίσχυαν έως τότε, χωρίς να δοκιμαστούν στην πράξη, με επίκληση της επίτευξης της «κυβερνησιμότητας», με βάση τις νέες ρυθμίσεις.
8.- Ούτε στο ν. 1850/1989 «Κύρωση του Ευρωπαϊκού Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας –ΕΧΤΑ» (που με τον «Κλεισθένη Ι», εκτός από τους Δήμους, αφορά και τις Περιφέρειες), υπάρχουν οι όροι «συμπολίτευση»/ «αντιπολίτευση».
Αρχή σοφίας, η των ονομάτων επίσκεψις (Αντισθένης)
Κατά το Λεξικό Γ. Μπαμπινιώτη, «Αντιπολίτευση είναι α) το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων του κοινοβουλίου, που δεν στηρίζουν την κυβέρνηση, και β) η πολιτική που στρέφεται κατά της κυβέρνησης, που αντιτίθεται στην κυβερνητική πολιτική». «Συμπολίτευση είναι α) το σύνολο των κυβερνητικών βουλευτών, β) το σύνολο όσων στηρίζουν την κυβερνητική πλευρά. Δηλ. ο δια-χωρισμός των εννοιών, για τη λειτουργία της Βουλής, τίθεται από τους θεσμούς.
«Μειοψηφία: ο αριθμός των ψήφων που είναι μικρότερος από το μισό του συνόλου, ή/και, η ομάδα που αντιπροσωπεύει λιγότερες από τις μισές ψήφους». Η έννοια δεν τίθεται αντιθετικά αντιπαραθετικά, με την πλειοψηφία ή το σύνολο, αλλ’ απλώς διαπιστωτικά, ότι η «μειοψηφία» υπολείπεται κατά την αρίθμηση.
Κατά την Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα (υπογράφει ο καθηγητής ΕΚΠΑ, συνταγματικού δικαίου Γ. Ι. Κασιμάτης): «Αντιπολίτευση, με την ευρύτερη έννοια του όρου, σημαίνει τόσο το σύνολο των προσώπων, συνεκτικά ή χαλαρά ομαδοποιημένων, τα οποία ασκούν πολιτική αντίθεσης στην κυβέρνηση (αντι-πολιτευόμενο πολιτικό κόμμα ή αντιπολιτευόμενη κοινωνική ομάδα), όσο και την πολιτική δράση αντίθεσης ή εναντίωσης απέναντι στην κυβερνητική πολιτική». «Αντιπολίτευση, με τη στενή έννοια του όρου, σημαίνει το κόμμα ή τα κόμματα στη Βουλή, που ασκούν πολιτική κατά της κυβέρνησης, σε αντίθεση με το κόμμα ή τα κόμματα της Συμπολίτευσης, που υποστηρίζουν την κυβερνητική πολιτική, και στηρίζουν την κυβέρνηση με την ψήφο τους».
Επομένως η Τ.Α. και η λειτουργία των συλλογικών οργάνων της, δεν έχει σχέση με τις έννοιες της «συμπολίτευσης» ή/και της «αντιπολίτευσης».
Β.- Η Τ.Α. αυτοδιοίκηση είναι ο κατ εξοχήν κοινωνικός κι ο πλησιέστερος στον πολίτη θεσμός. Αυθεντική έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας. Κατά τον αείμνηστο Αριστοβ. Μάνεση, υποστασιώνει την «ομαδική δομή της σύγχρονης κοινωνίας». Η οποία έχει μια δυναμική που την οδηγεί σε συνεχείς αλλαγές. Η Τ.Α. αντιλαμβάνεται την ανάγκη ανταπόκρισης στα νέα δεδομένα πολύ γρηγορότερα από οποιοδήποτε άλλο θεσμό ή επίπεδο διοίκησης. Η μεταβολή της κοινωνίας και του συσχετισμού των πολιτικών δυνάμεων, επηρεάζει αναγκαστικά και το θεσμό της Τ.Α. και «απαιτεί» επαναπροσδιορισμό της φυσιογνωμίας και του ρόλου της στη νέα κατάσταση. Ο νέος ρόλος αυτός, αποτυπώνεται δειλά και περιορισμένα, στις διαδοχικές τροποποιήσεις των Δημοτικών Κωδίκων, που αναφέρονται πιο πάνω.
Με τη δημιουργία πραγματικών αυτοδιοικούμενων οργανισμών μπορεί να μειωθεί το χάσμα ανάμεσα στο πολίτη και την εξουσία, να πολλαπλασιαστούν οι ευκαιρίες ενεργητικής συμμετοχής των πολιτών στην πραγμάτωση κοινών σκοπών και επιδιώξεων, και να δοθεί σε αυτούς, εκτός πολλών άλλων, το αίσθημα της ευθύνης και του καθήκοντος. Οι θεσμοί και η Τ.Α. δεν λειτουργούν μόνο μέσα από τα κείμενα, αλλά χρειάζονται και τους διαπρύσιους εμψυχωτές τους, τους λειτουργούς της Αυτοδιοίκησης.
Η όσο το δυνατόν αναλογικότερη συγκρότηση των δημοτικών συμβουλί-ων λειτουργεί παιδευτικά για το σύνολο των παρατάξεων που μετέχουν σε αυτά, καταργώντας ουσιαστικά (αφού νομικά δεν υπάρχει, όπως ελέχθη) την έν-νοια των «συμπολιτευόμενων» ή «αντιπολιτευόμενων» παρατάξεων και δ.σ. Έτσι οι «δημοτικές αρχές» υποχρεώνονται να μετέχουν σε δημοκρατικό διάλογο και στην αναζήτηση, προγραμματικών ή μη, συμβιβασμών και συνθέσεων, με αποτέλεσμα να βελτιώνεται η ποιότητα των αποφάσεων που λαμβάνονται στο Δ.Σ. Επίσης, σε τέτοιες περιπτώσεις, ενεργοποιούνται οι ίδιες οι τοπικές κοινω-νίες, καθώς πλέον δεν υπάρχει η ολοκληρωτική μετάθεση της ευθύνης στον κάθε φορά δήμαρχο και την πλειοψηφούσα ή διοικούσα (εν στενή εννοία) με συμπράξεις παράταξη, αλλά στο σύνολο των μελών του Δ.Σ., αφού η ίδια η τοπική κοινωνία παρακολουθεί και κρίνει τη στάση όλων των παρατάξεων και κατά πόσον αυτές λειτουργούν συνθετικά και προωθητικά, κατά τη λήψη των κρίσιμων αποφάσεων για τους ΟΤΑ.
Επισημαίνεται ότι, και με την ισχύουσα σήμερα απόλυτη αριθμητική κυριαρχία και παντοδυναμία στη σύνθεση των οργάνων του Δήμου (ν. 4623/19) της παράταξης που εξέλεξε το δήμαρχο στο Β’ γύρο, έστω και με περισσότερες εγγενείς δυσκολίες, εξαρτάται προεχόντως από την «αυτοδιοικητική» δηλαδή «πολιτική» θέληση, στο εάν και κατά πόσο μπορούν τα Δ.Σ. να οδηγηθούν σε παρόμοιες καταστάσεις λειτουργίας. Αρκεί να υπάρξει συλλογική θέληση. Είναι δεδομένο ότι πέραν από τις διακηρύξεις, θεσμοθετημένος σκοπός για όλους είναι «η εξυπηρέτηση του συμφέροντος του συνόλου των δημοτών» (ν. 3463/ 06, 3852/10, 4555/18), με τους στόχους, τα μέσα και τους τρόπους που κάθε παράταξη τον επιζητά, ήτοι η πολύπλευρη ανάπτυξη της Πόλης και η επιδίωξη της συμμετοχής και ενότητας των πολιτών, για την επίτευξη ορθών λύσεων σε συγκεκριμένα προβλήματα, ανεξάρτητα από την κομματική ένταξη του καθένα. Ιδίως για τα κρίσιμα για την ομαλή λειτουργία και πρόοδο του δήμου τοπικά θέματα.
Προϋπόθεση γι αυτό είναι, οι παρατάξεις να «ακούν» συνειδητά και με διάθεση κατανόησης, και όχι να ακροώνται απλώς, με διάθεση απαρέσκειας ή εκ προοιμίου απόρριψης, η μια παράταξη τις προτάσεις της άλλης, εφόσον οι προτάσεις, κατά την αντικειμενική κρίση τους, προάγουν το «συμφέρον των δημοτών».
Πρέπει, για την πραγμάτωση της ουσιαστικής αυτοδιοίκησης, οι δ.σ. και οι παρατάξεις να σταθμίζουν και εκτιμούν ότι (ίσως) δεν καταθέτουν «αντιθετικές» απόψεις, αλλ’ απλώς «διαφορετικές». Πρέπει συνεχώς, να παρεμβαίνουν λειτουργικά, με λιγότερα επικοινωνιακά συνθήματα και περισσότερες εμβριθείς επεξεργασίες με βάση την επιστημονική γνώση και τη συσσωρευμένη εμπειρία. Με στόχο, κατά την ξεχασμένη παλαιά διατύπωση, τη στήριξη του δημότη λαού. Η συμμετοχή του οποίου πρέπει πάντα να επιδιώκεται.
Διότι με αυτό τον τρόπο η πολιτική πραγματοποιείται σαν διάλογος μεταξύ όλων των πολιτών, κατά τον οποίο προσδιορίζονται από τους ίδιους τα προβλήματα που τους αφορούν, γίνεται ιεράρχησή τους και ορίζονται τα μέσα που θα διατεθούν και χρησιμοποιηθούν για την αντιμετώπισή τους. Αρκεί, οι δημότες, να καλούνται στο διάλογο αυτό, να ενημερώνονται πριν από αυτόν για τις εναλλακτικές προτάσεις/ λύσεις, και να γνωρίζουν από προηγούμενη εμπειρία τους ότι αξίζει τον κόπο η παρουσία τους και ότι έχει βαρύτητα η γνώμη τους, αφού λαμβάνεται υπόψη από τις «δημοτικές αρχές».
[Σημείωση: Για τα γενικότερα πολιτικά ζητήματα, ο κάθε δ.σ. δικαιούται να έχει τη γνώμη του και να την εκφράζει δημόσια, όταν αυτά συζητούνται στο Δ.Σ. για τη λήψη πολιτικών αποφάσεων ή ψηφισμάτων, ή με κάθε άλλη αιτία]].
Χαρακτηριστική περίπτωση: Με το άρθρο 185 ν. 4555/18, το οποίο εξα-κολουθεί να ισχύει έως σήμερα, εξορθολογίστηκε, μετά από 45 χρόνια ο ν. 25/ 1975, για τη λήψη απόφασης για τον καθορισμό των συντελεστών του «ενιαίου ανταποδοτικού τέλους καθαριότητας και φωτισμού» (=αποκομιδή και διαχείριση απορριμμάτων). Μια από τις σημαντικότερες αποφάσεις του Δ.Σ. κάθε χρόνο.
Με το 185 προβλέπεται ότι: «η συζήτηση και ψηφοφορία για τη λήψη απόφασης του Δ.Σ. . . διεξάγεται επί της πρότασης της Οικονομικής Επιτροπής (Ο.Ε.) και επί κατατεθειμένων εναλλακτικών προτάσεων», οι οποίες «κατατίθενται είτε στην Ο.Ε., κατά το στάδιο σύνταξης της Εισήγησής της, είτε στο Δ.Σ. κατά τη συζήτηση και ψήφιση του . . . τέλους. Οι ενδεχόμενες εναλλακτικές προτάσεις συζητούνται διακριτά ανά γενικό ή ειδικό συντελεστή. . του τέλους». Με την Εγκύκλιο 117/90814/19.12.2019 το ΥΠ.ΕΣ., της παρούσας κυβέρνησης, ερμήνευσε διοικητικά και καθόρισε τις λεπτομέρειες της εφαρμογής των διατά-ξεων, δεχόμενο την ισοτιμία κάθε πρότασης κατά την ψηφοφορία «είτε αυτή προέρχεται από την Ο.Ε., είτε από άλλο μέλος ή παράταξη του συλλογικού οργάνου». Αφού η ψηφοφορία γίνεται χωριστά «ανά γενικό ή ειδικό συντελεστή», θεωρητικά, είναι δυνατόν να ψηφιστεί κάποιος συντελεστής από πρόταση της Ο.Ε. και άλλος από μια εναλλακτική πρόταση. Αρκεί να το θελήσουν οι παρατάξεις και οι δ.σ., υπό το πιο πάνω κλίμα.
Με την κατίσχυση της αντίληψης αυτής διαμορφώνονται πεδία συναινέσεων και επιτρέπεται η αναζήτηση συνθέσεων, σε προτάσεις ή θέματα, για τα οποία υπήρχαν αρχικά αποκλίσεις και αντιθέσεις. Έτσι εφαρμόζονται «κριτήρια ισορροπίας» και, ίσως, επιτυγχάνεται κατάκτηση «ολότητας επιδιώξεων». Από μία τέτοια διαδικασία, διαμορφώνεται αντίστοιχη αντίληψη και στον διοικητικό/ υπαλληλικό οργανισμό του δήμου, ο οποίος ωθείται αρχικά στην αναζήτηση προς υποβολή των καλύτερων προτάσεων και λύσεων για τα θέματα που υποβάλλονται στον έλεγχο και κρίση των παρατάξεων και των δημοτών, αλλά και στη συνέχεια, στην κατανόηση των αποφάσεών τους.
Η εφαρμογή κάθε «δημοκρατικής αρχής» ενισχύεται και δυναμώνει από την άσκησή της στην πράξη. Γνωστό είναι ότι κατά το νόμο, «οι δ.σ. έχουν απεριόριστο δικαίωμα της γνώμης και της ψήφου κατά συνείδηση», ή/και, «ο δ.σ. εκφράζει τη γνώμη του και ψηφίζει κατά συνείδηση, αποβλέ-ποντας πάντοτε στην εξυπηρέτηση του συμφέροντος του συνόλου των δημοτών». Εάν ισχύσουν, επαναληφθούν και εμπεδωθούν παρόμοιες καταστάσεις, καθίσταται πολιτικά/ αυτοδιοικητικά επιτρεπτή για όλους τους συμβούλους (ενώ αυτοί εξακολουθούν να ανήκουν και να υποστηρίζουν τις αρχές της παράταξης με την οποία εκλέχτηκαν) η αποδοχή προτάσεων που καταθέτονται από άλλη παράταξη για κάποιο συζητούμενο θέμα, εφόσον εκτιμούν ότι η πρόταση αυτή αποβλέπει στην «υπεράσπιση των δικαιωμάτων και των συλλογικών συμφερόντων των δημοτών», όπως γράφαμε πριν από δεκαετίες στα προγράμματά μας. Ταυτόχρονα για όλους τους δ.σ. είναι μία «δοκιμή» (και κατ’ αρχήν «δοκιμασία») προς επίτευξη προωθητικών και βελτιωτικών συμβιβασμών, η αποδοχή προτάσεων άλλων παρατάξεων. Ετσι σταδιακά, ενσταλάζεται στη συνείδηση του σώματος, δηλαδή στο σύνολο των δ.σ., η αντίληψη της αναζήτησης συνθέσεων, και η λαϊκή «απαίτηση» επίτευξής τους. Κι αυτοδιοικητικά «χάνεται» η (μη ισχύουσα, αλλ’ υφέρπουσα) διάκριση, «συμπολίτευσης» και «αντιπολίτευσης».
Οι δ.σ. όλων των παρατάξεων, είμαι βέβαιος πως έχουν κατά νου, ότι επειδή συγκροτούνται ευρείς συνδυασμοί, με υποψήφιους δ.σ. που πολιτικά, μπορεί να είναι ενταγμένοι σε διαφορετικά κόμματα, στο Δήμο μας ουδέποτε υπήρξε στην αίθουσα λειτουργίας του Δ.Σ. η αρχιτεκτονική δομή των εδράνων της Βουλής, ρυθμισμένων στα «δεξιά», στο «κέντρο» και στα «αριστερά» του ορώντος Προεδρείου του σώματος. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο στο Δήμο μας, τα τελευταία χρόνια, δεν έχουν έδρες στα διαμορφωμένα σε σχήμα «Π», έδρανα, σε θέσεις όπως στη Βουλή και σε όλα τα Κοινοβούλια από τη Γαλλική Επανάσταση (1789) και μετά. Μάλιστα στον Αλιμο, μέχρι και τη δεκαετία του 1980, για τις συνεδριάσεις του Δ.Σ., υπήρχε στρογγυλό (οβάλ) τραπέζι, και γύρω από αυτό οι έδρες για τους δ.σ., το οποίο, με βάση τα όσα γνωρίζω, σώζεται στο υπόγειο του κτιρίου του Πολιτιστικού Κέντρου (Λεωφ. Ιωνίας 96).
Με βάση τα πιο πάνω, που προσπαθούν και αποβλέπουν στο να συγκροτήσουν μια αυτοδιοικητική άποψη λειτουργίας, καλό είναι, όταν, στη ροή του λόγου, κάποιοι δ.σ. αυτοπροσδιορίζονται σαν δ. σ. της «συμπολίτευσης» ή «αντιπολίτευσης», ο Πρόεδρος (που ανεξάρτητα από το ποιοί δ.σ. τον ψήφισαν, καθίσταται πολιτικά Πρόεδρος όλου του Δ.Σ.) έχει αρμοδιότητα να παρεμβαίνει ευγενικά στο τέλος και να θυμίζει, ότι δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται οι όροι αυτοί. Ωστε σταδιακά, να γίνεται συνείδηση ότι δεν υπάρχει λόγος χρήσης τους.
Την ίδια δυνατότητα με θεσμική ευχέρεια απεύθυνσης προς όλους τους δημότες, έχει και ο εκάστοτε Δήμαρχος, αφού, κατά τον «Καλλικράτη», άρθρο 58 ν. 3852/10, με τίτλο «Αρμοδιότητες του δημάρχου», εκτός από άλλες καθορι-στικές, έχει και τη σημαντική αρμοδιότητα (= δικαίωμα/υποχρέωση), με τις παρεμβάσεις του, να «… .διασφαλίζει την ενότητα της τοπικής κοινωνίας . …».
* Ο Αριστείδης Θωμόπουλος υπηρέτησε το Δήμο Αλίμου ως δημοτικός σύμβουλος από το 1983 έως το 2006.

