Ο νόμος 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά δίνει τη δυνατότητα σε φυσικά πρόσωπα δηλαδή πρόσωπα που δεν είναι έμποροι και βρίσκονται σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών χωρίς δόλο να ρυθμίσουν τις οφειλές τους και εφ όσον πληρούνται οι ανάλογες προϋποθέσεις να απαλλαγούν από μέρος ή και από το σύνολο των χρεών τους.
Ο νόμος προβλέπει ουσιαστικά τρία βήματα για να ολοκληρωθεί η διαδικασία.
ΒΗΜΑ 1ο: ΕΞΩΔΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΣ
Ξεκινάμε με μια αίτηση προς κάθε Τράπεζα στην οποία έχουμε ληξιπρόθεσμες οφειλές προκειμένου να μας χορηγήσει αναλυτική κατάσταση των οφειλών μας προς αυτήν.Οι Τράπεζες οφείλουν μέσα σε πέντε ημέρες να απαντήσουν και να αποστείλουν έγγραφο που με απλό τρόπο να αναγράφει την ολική οφειλή, κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα. Ο νόμος προβλέπει ποινή έως 10.000 ευρώ σε περίπτωση καθυστέρησης εφόσον ο δανειολήπτης καταγγείλει την καθυστέρηση στη Γενική Γραμματεία του Καταναλωτή.
Στη συνέχεια ο οφειλέτης-δανεοιλήπτης με τη βοήθεια και τη μεσολάβηση Δικηγόρου, ή άλλου φορέα από αυτούς που κατονομάζονται στο νόμο, συντάσσει την πρότασή του στα πλαίσια του εξωδικαστικού συμβιβασμού, δηλαδή ουσιαστικά προτείνει στην Τράπεζα πόσα χρήματα και με ποιον τρόπο μπορεί να αποπληρώνει από εδώ και πέρα. Αν η Τράπεζα δεχτεί την πρόταση του δανειολήπτη η διαδικασία σταματά εδώ και συντάσσεται πρακτικό συμβιβασμού που επικυρώνεται από τον Ειρηνοδίκη
ΒΗΜΑ 2ο: ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΣ
Στην περίπτωση που αποτύχει ο εξωδικαστικός συμβιβασμός ο δικηγόρος που μεσολάβησε συντάσσει σχετικό έγγραφο και ξεκινά η διαδικασία ενώπιον του Ειρηνοδικείου. Ο οφειλέτης καταθέτει αίτηση στο Ειρηνοδικείο του τόπου της κατοικίας του προσκομίζοντας στοιχεία που να δείχνουν:
Α. Την περιουσιακή κατάσταση του και του/της συζύγου του (Προσοχή λαμβάνονται υπ’ όψιν τα εισοδήματα του/της συζύγου αλλά δεν κινδυνεύει η προσωπική περιουσία του/της συζύγου παρά μόνο του προσώπου που πήρε το δάνειο και του εγγυητή του δανείου).
Β. Την κατάσταση των πιστωτών του και των οφειλών του σε αυτούς.
Γ. Ένα λογικό σχέδιο διευθέτησης των οφειλών.
Δ. Τη βεβαίωση του δικηγόρου περί αποτυχίας του εξωδικαστικού συμβιβασμού.
Ε. Υπεύθυνη δήλωση για την ορθότητα των ανωτέρω στοιχείων.
Αφού κατατεθεί η αίτηση μέσα σε έξι μήνες γίνεται η συζήτηση της υπόθεσης.
Στον πρώτο μήνα από την υποβολή της αίτησης επιδίδεται η αίτηση στους πιστωτές. Στο δεύτερο μήνα οι πιστωτές απαντούν αν αποδέχονται το σχέδιο διευθέτησης των οφειλών ενώ μπορούν να προτείνουν τροποποιήσεις. Στο πρώτο ήμισυ του τρίτου μήνα ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλλει το τροποποιημένο σχέδιο. Στις επόμενες 20 ημέρες απαντούν οι πιστωτές αν αποδέχονται το τροποποιημένο σχέδιο, ενώ στη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου δημιουργείται φάκελος που ενημερώνεται με τις εξελίξεις.
Η διαδικασία του δικαστικού συμβιβασμού είναι καλώς ή κακώς αρκετά πολύπλοκη με προθεσμίες που πρέπει να τηρούνται Επομένως ο οφειλέτης ενώ μπορεί ασφαλώς να κάνει όλη τη διαδικασία ενώπιον του Ειρηνοδικείου μόνος του είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα χρειαστεί τη βοήθεια και αρωγή ενός εξειδικευμένου δικηγόρου. Αν πετύχει ο δικαστικός συμβιβασμός δεν γίνεται δίκη και ο Ειρηνοδίκης επικυρώνει απλά το συμβιβασμό
ΒΗΜΑ 3ο: ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΩΝ ΟΦΕΙΛΩΝ
Αν αποτύχει και ο δικαστικός συμβιβασμός ο Ειρηνοδίκης λαμβάνοντας υπ ’όψιν του τα εισοδήματα του οφειλέτη, τη δυνατότητα συνεισφοράς του/της συζύγου του και τις βιοτικές ανάγκες του ίδιου και των προστατευόμενων από αυτών μελών της οικογενείας του βγάζει απόφαση και υποχρεώνει τον οφειλέτη να καταβάλλει κάθε μήνα και για χρονικό διάστημα 4 ετών μέρος του εισοδήματός του στους πιστωτές και εφόσον ο οφειλέτης είναι συνεπής στις υποχρεώσεις της ρύθμισης απαλλάσσεται από το υπόλοιπο των χρεών.
Στην περίπτωση που υπάρχουν εξαιρετικά δυσχερείς συνθήκες όπως μακροχρόνια ανεργία, σοβαρά προβλήματα υγείας, εξαιρετικά χαμηλό εισόδημα ο Ειρηνοδίκης μπορεί, κατά την κρίση του πάντα, να αποφασίσει την καταβολή μικρού ύψους ή και μηδενικές δηλαδή πλήρη απαλοιφή του χρέους.
Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει στην προστασία που επιφυλάσσει ο νόμος για την κύρια κατοικία. Έτσι ο οφειλέτης μπορεί να ζητήσει να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία του εφ’ όσον η αξία της δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας προσαυξημένο κατά 50%. Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών έως συνολικό ποσό που ανέρχεται στο 85% της εμπορικής αξίας της κύριας κατοικίας.

