Τον τελευταίο καιρό γίνονται συζητήσεις επί συζητήσεων για το ζήτημα την παραμονής μας στο ευρώ ή την επιστροφή στο παλαιό εθνικό νόμισμα. Πρόκειται για έναν διάλογο ο οποίος βρισκόταν στο πίσω μέρος του μυαλού πολλών και πυροδοτήθηκε μετά την απόφαση της 21ης Ιουλίου.
Γύρω από όλη αυτή τη νομισματική φιλολογία αναπτύχθηκε μια δυναμική τόσο ισχυρή που δημιούργησε ένα άτυπο κλίμα πόλωσης μεταξύ 2 ομάδων: των υπερασπιστών και των πολέμιων του Ευρώ. Πρόκειται για μια αντιπαράθεση οξεία αλλά κατ’εμέ ανούσια, και θα εξηγήσω ευθύς αμέσως τους λόγους.
Καταρχάς δεν είναι καθόλου τυχαίο πως η συζήτηση περί επιστροφής στο εθνικό νόμισμα ,ξεκίνησε από τις κατά πολλούς «ακραίες» πολιτικές δυνάμεις του πολιτικού συστήματος. Και όταν λέω ακραίες ,δεν το εννοώ μονομερώς ακραίες. Η συζήτηση άρχισε από εθνικιστικές και ακροδεξιές τάξεις, διαπέρασε σχεδόν όλο το πολιτικό φάσμα χωρίς να αφήσει στίγματα και ξαναβρήκε έρμα στην εξωκοινοβουλευτική αριστερά, επηρεάζοντας ελάχιστα και τις τάξεις του Κ.Κ.Ε.
Το στοιχείο αυτό της ιδεολογικής αντιφατικότητας αυτής που χαρακτηρίζει όλη τη συζήτηση την καθιστά αν όχι επικίνδυνη, σίγουρα άξια προσοχής, εάν συνδυαστεί και με τα αποτελέσματα τρων τελευταίων δημοσκοπήσεων.
Το ζήτημα εθελούσιας παραμονής η εξόδου μας από το Ευρώ χαρακτηρίζεται ως γελοίο. Και το χαρακτηρίζω κατ αυτόν τν τρόπο καθώς το εύρος των επιλογών μας είναι εξαιρετικά στενό. Μία εθελούσια έξοδος από το ευρώ σημαίνει πέραν της – χωρίς υπερβολές-οικονομικής καταστροφής που θα επέλθει στη χώρα επιπλέον πλήρη απώλεια της εμπιστοσύνης όχι μόνο των εταίρων μας αλλά και των αγορών σε παγκόσμια κλίμακα.
Επίσης, για να είμαστε ρεαλιστές μια έξοδος από την ευρωζώνη καθιστά σχεδόν βέβαιη και την έξοδο μας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, γεγονός που θέτει εν αμφιβόλω στον ύψιστο βαθμό όχι μόνο την πιθανή μελλοντική οικονομική ανάκαμψη, αλλά και το ίδιο το δημοκρατικό πολίτευμα στη χώρα. Το ευρωπαϊκό οικοδόμημα από μόνο του και χωρίς τις εγγυήσεις των κρατών μελών, αυτή τη στιγμή μας δίνει εγγυήσεις-έστω και ελάχιστες-της λειτουργίας του κράτους.
Σήμερα, χωρίς υπερβολή το 80% των αποφάσεων που αφορούν την χώρα και την καθημερινότητα μας λαμβάνεται σε επίπεδο Ευρωπαϊκής ένωσης. Και προς επίρρωση της θέσης αυτής θα υπενθυμίσω στους επικριτές του ευρώ και της Ένωσης γενικότερα πως χάρη στην παρέμβαση της ευρωπαϊκής επιτροπής η Ελλάδα προμηθευτικέ για τον χειμώνα 2011-2012 πετρέλαιο μόνο “without cash on hand” από το Ιράν. Εάν δεν υπήρχε αυτή η παρέμβαση, χώρα θα βρισκόταν αυτή τη στιγμή σε “κατάσταση παγετού”…
Υπάρχουν βέβαια οι φωνές που λένε πως «η έξοδος από το ευρώ και η επιστροφή στη δραχμή θα σημάνει αυτομάτως νομισματική υποτίμηση ,άρα τα ελληνικά προϊόντα θα γίνουν πιο ανταγωνιστικά, άρα θα αυξηθούν οι εξαγωγές άρα…stop.
Η απάντηση δεν μας τιμά καθόλου. Η χώρα δεν παράγει τίποτα. Μέχρι και το ελαιόλαδο που παράγεται εξάγεται για τυποποίηση στην Ιταλία και επιστρέφει – φυσικά στην διπλάσια τιμή – στην Ελλάδα για πώληση. Η παραπάνω άποψη, πνίγεται μέσα στις αντιφάσεις που η ίδια δημιουργεί. Εάν επιστρέψουμε στη δραχμή-που φυσικά θα είναι υποτιμημένη σε σχέση με τα ξένα νομίσματα – θα είμαστε σιδηροδέσμιοι μιας εξαιρετικά κλειστής οικονομίας, απαλλαγμένης από αλληλεπίδραση με άλλες, γεγονός που θα σημάνει πολύ άσχημες δημοσιονομικές εξελίξεις, ακόμα χειρότερες και από τις σημερινές.
Επιστροφή στη δραχμή σημαίνει αδυναμία αγοράς οποιουδήποτε ξένου προϊόντος ,αφού η τιμή του θα είναι υπερδιπλάσια σε σχέση με το υποτιμημένο εθνικό νόμισμα.
Δεν γράφω όλα αυτά για να φοβίσω και να προκαλέσω τρόμο. Οφείλουμε να είμαστε ρεαλιστές και να έχουμε πλήρη εικόνα όλων των παραμέτρων και των επίλογων στη δύσκολη για την χώρα μας στιγμή. Απόψεις όπως “επιστροφή στη δραχμή – αποδέσμευση από την Ε.Ε” θα πρέπει να εκλείψουν εάν θέλουμε πραγματικά η χώρα μας να περάσει από τον Γολγοθά που βαδίζει και να ανακάμψει. Είναι υπόθεση όλων μας να την βοηθήσουμε.

