Αρνητικό αντίκτυπο είχε για το Χρηματιστήριο της Αθήνας η αναγγελία της επίσπευσης της προεδρικής εκλογής την οποία υπάρχει το ενδεχόμενο να ακολουθήσουν οι εθνικές εκλογές στην περίπτωση που δεν καταστεί εφικτή η εκλογή του Προέδρου με τη συγκέντρωση των 180 ψήφων.
Με απώλειες 13% έκλεισε ο δείκτης καταγράφοντας το μεγαλύτερο ποσοστό πτώσης από το 1987, αφού οι ξένοι κυρίως επενδυτές εκτιμούν αρνητικά το σενάριο των πρόωρων εκλογών.
Η πολιτική αβεβαιότητα για τις εξελίξεις, όμως δεν φαίνεται να αφήνει απείραχτες και τις τράπεζες.
Σε πολλά τραπεζικά καταστήματα, σύμφωνα με πληροφορίες, χωρίς να υπάρχει κύμα αναλήψεων, υπήρξε αυξημένη κινητικότητα από την πλευρά των πελατών που ζητούσαν να πληροφορηθούν σχετικά με προθεσμιακές καταθέσεις και ζητούσαν από τις τράπεζες να μην προβούν σε ανανέωση προθεσμιακών καταθέσεων χωρίς να ερωτηθούν.
Ανάλογο κλίμα ανησυχίας καταγράφεται και στα desks των ξένων τραπεζών και επενδυτικών οίκων που ασχολούνται με την Ελλάδα. Συγκεκριμένα, τα ελληνικά desk κατακλύστηκαν από ερωτήσεις ξένων θεσμικών που ζητούσαν να ενημερωθούν για τις ακριβείς διαδικασίες εκλογής του προέδρου.
Την ανηφόρα όμως παίρνουν και οι αποδόσεις του Ελληνικού 10ετούς ομολόγου που αγγίζει και πάλι το 7,9%.
ΣΥΡΙΖΑ: “Ωμή παρέμβαση του κεφαλαίου”
Από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ, μέσω της ιστοσελίδας iskra.gr εκφράζεται η άποψη ότι η πτώση του Χρηματιστηρίου οφείλεται κατά κύριο λόγο σε «ωμή παρέμβαση» των αγορών ενάντια στην Αριστερά.
Στο άρθρο γίνεται λόγος για «κινδυνολογία των αγορών» και του «χρηματιστικού κεφαλαίου. Η πλευρά Λαφαζάνη υποστηρίζει ότι «η ανησυχία των λεγόμενων αγορών για τις οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις στη χώρα, εκδηλώθηκε το προηγούμενο διάστημα με αφορμή κυρίως τα χαλκευμένα stress test των ελληνικών τραπεζών» συμπληρώνοντας ότι «η νευρικότητα και τα σκαμπανεβάσματα του χρηματιστηριακού δείκτη και των αποδόσεων των ελληνικών ομολόγων αποτελούν και μια σαφή προειδοποίηση και πίεση προς την επόμενη κυβέρνηση, η οποία θα επικρατήσει στις επερχόμενες βουλευτικές εκλογές και θα έχει σαφές αριστερό πρόσημο».
Παρόλα αυτά υποστηρίζει ότι τόσο οι πολιτικές εξελίξεις όσο και οι πολυποίκιλες πιέσεις «τόσο από το εγχώριο όσο και από το διεθνές κατεστημένο» δεν πρέπει να τρομοκρατήσουν μια κυβέρνηση της Αριστεράς αλλά θα πρέπει να ενισχύσει την αποφασιστικότητά της «προκειμένου να φέρει σε πέρας το δύσκολο αλλά ελπιδοφόρο ανορθωτικό έργο της».

