Η συνέντευξη του δημάρχου Βάρης Βούλας Βουλιαγμένης και Α’ αντιπροέδρου της ΚΕΔΕ, Γρηγόρη Κωνσταντέλλου, στο ΗΠΕΙΡΟΣ TV έφερε στο φως το βαθύ ρήγμα που έχει ανοίξει ανάμεσα στην κυβέρνηση και την Τοπική Αυτοδιοίκηση, αλλά και στο εσωτερικό της ίδιας της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδας.
«Είναι πραγματικά άσχημο η Αυτοδιοίκηση να περιορίζεται απλώς στο να διαπιστώνει καταστάσεις. Ο ρόλος μας δεν είναι να παρακολουθούμε τις εξελίξεις, αλλά να τις δημιουργούμε», τόνισε ο κ. Κωνσταντέλλος, καταγγέλλοντας πως «χάνονται δικαιώματα, δυνατότητες και αρμοδιότητες που με κόπο κερδήθηκαν».
Η σφοδρή του κριτική στόχευσε ευθέως τις εξαγγελίες του πρωθυπουργού στη ΔΕΘ: «Μας προσβάλλουν από το βήμα της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης. Δεν μας δίνουν χρήματα, δεν μας λύνουν κανένα πρόβλημα. Αντίθετα, μας αφαιρούν μια σπουδαία και οργανωμένη αρμοδιότητα, αυτή των υπηρεσιών δόμησης, και τη μεταφέρουν στο προβληματικό Κτηματολόγιο, χωρίς κανέναν διάλογο με την αυτοδιοίκηση».
Ωστόσο, τα βέλη του στράφηκαν και προς την ίδια την ΚΕΔΕ και τον πρόεδρό της, καθώς –όπως αποκάλυψε– η αντίδραση του οργάνου περιορίστηκε σε ένα δελτίο Τύπου «που δεν εγκρίθηκε από το Διοικητικό Συμβούλιο αλλά γράφτηκε από τον πρόεδρο». «Και τι κάνουμε με αυτό; Χειροκροτούμε εκείνους που μας πετούν στο καναβάτσο», είπε χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας ότι η αυτοδιοίκηση «δεν μπορεί να έχει τον ρόλο του χρήσιμου ηλίθιου».
Η φράση αυτή, που ήδη συζητείται έντονα στους αυτοδιοικητικούς κύκλους, αποτυπώνει το κλίμα αμφισβήτησης που διογκώνεται ενάντια στην ηγεσία της ΚΕΔΕ. «Δεν είμαστε χειροκροτητές της κυβέρνησης· δεν κάνουμε ούτε κυβερνητισμό ούτε αντικυβερνητισμό», τόνισε ο κ. Κωνσταντέλλος, καταλήγοντας με ένα ηχηρό μήνυμα: «Δεν κινούμαστε προς τη σωστή κατεύθυνση· κινούμαστε προς αυτή που βολεύει την κυβέρνηση».
Η τοποθέτησή του έρχεται σε μια στιγμή που η ΚΕΔΕ δέχεται βολές όχι μόνο από την αντιπολίτευση αλλά και από δημάρχους της κυβερνητικής παράταξης. Η εικόνα μιας Αυτοδιοίκησης που «χάνει» καθημερινά ρόλο και δύναμη, σε συνδυασμό με μια ηγεσία που εμφανίζεται περισσότερο «διαχειριστική» παρά μαχητική, δημιουργεί εύλογα ερωτήματα: ποιος τελικά εκπροσωπεί τους δήμους και ποιος υπερασπίζεται τον θεσμό απέναντι στην κεντρική εξουσία;

