Στη φυλακή οδηγήθηκε μετά την πολύωρη απολογία του ο 54χρονος σμήναρχος της Πολεμικής Αεροπορίας, ο οποίος κατηγορείται για κατασκοπεία υπέρ της Κίνας. Μετά από διαδικασία που διήρκεσε περισσότερες από οκτώ ώρες στο Αεροδικείο Αθηνών, οι δικαστικές αρχές αποφάσισαν την προφυλάκισή του, κάνοντας δεκτό το σχετικό αίτημα.
Κατά τη διάρκεια της απολογίας του, ο κατηγορούμενος φέρεται να ομολόγησε τη συμμετοχή του στην υπόθεση, υποστηρίζοντας ωστόσο ότι αρχικά εξαπατήθηκε και δεν είχε επίγνωση ότι παρείχε πληροφορίες σε κρατικό φορέα της Κίνας. Όπως ανέφερε, η πρώτη προσέγγιση έγινε μέσω της πλατφόρμας LinkedIn, όταν άγνωστα άτομα εντόπισαν το βιογραφικό του και επικοινώνησαν μαζί του εκ μέρους εταιρείας με έδρα τη Μαλαισία.
Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, η εταιρεία παρουσιαζόταν ως ιδιωτικός συμβουλευτικός οργανισμός που παρείχε υπηρεσίες σε χώρες της Ασίας, μεταξύ αυτών και η Κίνα. Σε αρχικό στάδιο, οι πληροφορίες που του ζητούνταν φέρονται να ήταν γενικού χαρακτήρα. Ωστόσο, με την πάροδο του χρόνου, οι απαιτήσεις κλιμακώθηκαν και άρχισαν να αφορούν όλο και πιο διαβαθμισμένα στρατιωτικά έγγραφα.
Κομβικό ρόλο στην υπόθεση φέρεται να είχε πρόσωπο κινεζικής καταγωγής με το ψευδώνυμο «Στίβεν», ο οποίος χρησιμοποιούσε αμερικανικό όνομα και λειτουργούσε ως σύνδεσμος. Όπως προκύπτει από τις πληροφορίες, ο σμήναρχος ταξίδεψε στην Κίνα, ενώ συναντήσεις πραγματοποιήθηκαν και στην Αθήνα. Κατά τις επαφές αυτές, του παραδόθηκαν κωδικοί για ψηφιακό πορτοφόλι κρυπτονομισμάτων, μέσω του οποίου λάμβανε χρηματικά ποσά ως αντάλλαγμα για τις πληροφορίες που παρείχε.
Ο κατηγορούμενος υποστήριξε ότι όταν αντιλήφθηκε πως οι πληροφορίες κατέληγαν σε κινεζικό κρατικό μηχανισμό, επιχείρησε να αποστασιοποιηθεί, όμως όπως ισχυρίζεται, τότε ξεκίνησαν απειλές και εκβιασμοί σε βάρος του ίδιου και της οικογένειάς του. Όπως ανέφερε, του είχαν καταστήσει σαφές ότι γνώριζαν προσωπικά του στοιχεία, τον τόπο κατοικίας του και το οικογενειακό του περιβάλλον.
Στην απολογία του φέρεται να παραδέχθηκε ότι είχε ήδη διαβιβάσει πληροφορίες και αμυντικά σχέδια που, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν αφορούσαν άμεσα την Ελλάδα. Υποστήριξε ότι βασικό του κίνητρο ήταν η επαγγελματική του αποκατάσταση μετά την αποχώρησή του από την Πολεμική Αεροπορία και η εξασφάλιση μιας καλής θέσης εργασίας στον ιδιωτικό τομέα.
Μέσω δήλωσης που ανέγνωσε ο συνήγορός του, ο σμήναρχος ανέλαβε πλήρως την ευθύνη των πράξεών του, τονίζοντας ότι δεν επιχείρησε να δικαιολογηθεί ή να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Ζήτησε ειλικρινή συγγνώμη από την πατρίδα, τις Ένοπλες Δυνάμεις, τους συναδέλφους του και την οικογένειά του, δηλώνοντας πως έχει απόλυτη εμπιστοσύνη στη στρατιωτική δικαιοσύνη και ζητώντας να του επιβληθεί μια δίκαιη και εύλογη ποινή.
Από την πλευρά του, ο συνήγορος υπεράσπισης δήλωσε ότι ο εντολέας του αποδέχθηκε την προφυλάκιση και ένιωσε ανακουφισμένος μετά τη σύλληψή του, καθώς –όπως ανέφερε– είχε εγκλωβιστεί σε μια εξαιρετικά επικίνδυνη διαδικασία. Τόνισε ότι ο σμήναρχος θεωρούσε αρχικά πως συνεργαζόταν με ιδιωτική εταιρεία και όχι με κρατικό φορέα, μέχρι τη στιγμή που οι πιέσεις εντάθηκαν και οι απαιτήσεις αφορούσαν σαφώς ευαίσθητες στρατιωτικές πληροφορίες.
Η έρευνα των αρμόδιων αρχών συνεχίζεται, προκειμένου να διαπιστωθεί το πλήρες εύρος των πληροφοριών που διαβιβάστηκαν, ενώ υπενθυμίζεται ότι η ισχύουσα νομοθεσία προβλέπει ακόμη και αφαίρεση της ελληνικής ιθαγένειας σε περίπτωση τελεσίδικης καταδίκης για κατασκοπεία.

