Η ανάγκη για έναν πιο ολοκληρωμένο σχεδιασμό για την αντιπλημμυρική προστασία στην Αττική βρέθηκε στο επίκεντρο εκδήλωσης που πραγματοποιήθηκε το βράδυ της Τρίτης 3 Μαρτίου, με πρωτοβουλία του ΠΑΣΟΚ και σε συνεργασία με τη Δημοκρατική Συμπαράταξη Μηχανικών του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας (ΤΕΕ).
Στη συζήτηση συμμετείχαν βουλευτές, επιστήμονες και δήμαρχοι της Αττικής, οι οποίοι κατέθεσαν τις απόψεις τους για τον σχεδιασμό των έργων, το θεσμικό πλαίσιο, τις αρμοδιότητες των φορέων και τη χρηματοδότηση των απαραίτητων υποδομών.
Κοινός παρονομαστής των παρεμβάσεων ήταν η ανάγκη να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στην πρόληψη, τη συντήρηση των υφιστάμενων υποδομών και την ανάπτυξη ενός πιο συντονισμένου συστήματος διαχείρισης των πλημμυρικών φαινομένων.
Η παρέμβαση της Δημοκρατικής Συμπαράταξης Μηχανικών
Ο επικεφαλής της Δημοκρατικής Συμπαράταξης Μηχανικών και πρόεδρος της Αντιπροσωπείας του ΤΕΕ, Νίκος Μήλης, υπογράμμισε ότι το ζήτημα των πλημμυρών δεν αποτελεί αποκλειστικά τεχνικό πρόβλημα, αλλά συνδέεται άμεσα με τη λειτουργία του κράτους και την ικανότητά του να διασφαλίζει την προστασία των πολιτών.
Όπως ανέφερε, το βασικό αντιπλημμυρικό δίκτυο που ολοκληρώθηκε το 2004 σχεδιάστηκε με δεδομένα προηγούμενων δεκαετιών, γεγονός που δημιουργεί σήμερα νέες προκλήσεις, ιδιαίτερα υπό το πρίσμα της κλιματικής αλλαγής και των ακραίων καιρικών φαινομένων. Σημείωσε μάλιστα ότι ακόμη και αν ξεκινούσε άμεσα η υλοποίηση ενός μεγάλου ολοκληρωμένου αντιπλημμυρικού έργου, θα απαιτούνταν αρκετά χρόνια μέχρι την ολοκλήρωσή του.
Στην τοποθέτησή του έκανε λόγο για την ανάγκη αλλαγής μοντέλου στη διαχείριση των υποδομών, προτείνοντας σαφή κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων, δημιουργία ψηφιακής βάσης δεδομένων για τις υποδομές, ενίσχυση των συστημάτων έγκαιρης προειδοποίησης και καθιέρωση σταθερής χρηματοδότησης για δράσεις πρόληψης.
Οι παρεμβάσεις των δημάρχων
Ο δήμαρχος Μοσχάτου–Ταύρου Ανδρέας Ευθυμίου εστίασε στο ζήτημα της διαχείρισης των υδάτων, επισημαίνοντας ότι το πρόβλημα δεν περιορίζεται αποκλειστικά στην παροχετευτικότητα του ποταμού Κηφισού, αλλά κυρίως στο πού μπορεί να κατευθυνθεί και να εκτονωθεί ο μεγάλος όγκος νερού που συγκεντρώνεται σε έντονα καιρικά φαινόμενα. Παράλληλα, πρότεινε την ενίσχυση των μηχανισμών πρόγνωσης μέσω της εγκατάστασης σύγχρονων μετεωρολογικών ραντάρ.
Ο Α’ αντιπρόεδρος της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδας (ΚΕΔΕ) και δήμαρχος Βάρης–Βούλας–Βουλιαγμένης, Γρηγόρης Κωνσταντέλλος, αναφέρθηκε στην ανάγκη αλλαγών στο νομοθετικό πλαίσιο που διέπει τα υδραυλικά έργα. Παράλληλα, έκανε λόγο για την πρόταση δημιουργίας αποθεματικού λογαριασμού που έχει τεθεί από την ΚΕΔΕ, με στόχο τη χρηματοδότηση έργων υποδομής και αντιπλημμυρικής προστασίας.
Ο δήμαρχος Αγίου Δημητρίου Στέλιος Μαμαλάκης αναφέρθηκε στις μεγάλες απώλειες νερού και στις διαρροές που καταγράφονται στα δίκτυα, υπογραμμίζοντας ότι η αντιμετώπιση του προβλήματος απαιτεί στενή συνεργασία μεταξύ δήμων, περιφέρειας και κεντρικών υπουργείων, μέσα από έναν σαφή στρατηγικό σχεδιασμό.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο δήμαρχος Μεγαρέων Παναγιώτης Μαργέτης υποστήριξε ότι τα μέτρα που έχουν ληφθεί μέχρι σήμερα δεν επαρκούν για την ουσιαστική αντιμετώπιση των πλημμυρικών φαινομένων. Όπως σημείωσε, η πρόληψη πρέπει να αποτελέσει βασική προτεραιότητα, επισημαίνοντας ότι σε μικρά ρέματα μπορούν να υλοποιηθούν παρεμβάσεις μικρής κλίμακας, όπως η τοποθέτηση χαμηλών φραγμάτων ανάσχεσης με συρματοκιβώτια, ώστε να περιορίζεται ο όγκος του νερού που κατευθύνεται προς κατοικημένες περιοχές.
Δημόσιες συμβάσεις και χρηματοδότηση έργων
Ο δήμαρχος Αλίμου Ανδρέας Κονδύλης έθεσε ζήτημα αυστηρότερης διαχείρισης των δημόσιων συμβάσεων, τονίζοντας ότι προβληματικές εργολαβίες συχνά καθυστερούν ή δυσκολεύουν την υλοποίηση σημαντικών έργων υποδομής. Παράλληλα, αναφέρθηκε στη χρηματοδότηση μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης, εκφράζοντας την άποψη ότι δεν αξιοποιήθηκαν επαρκώς διαθέσιμοι πόροι για την υλοποίηση αντιπλημμυρικών έργων.
Τέλος, ο δήμαρχος Παλλήνης Χρήστος Αηδόνης ανέδειξε την ανάγκη για έναν συνολικό μητροπολιτικό σχεδιασμό στη διαχείριση των υδάτων, υπογραμμίζοντας ότι χωρίς έναν ενιαίο υδρολογικό χάρτη για την Αττική και χωρίς κοινή ιεράρχηση στόχων και έργων, η αντιμετώπιση του προβλήματος παραμένει αποσπασματική και λιγότερο αποτελεσματική.

