Σχεδόν κάθε μεγάλο έργο που αλλάζει την καθημερινότητα μιας γειτονιάς συνοδεύεται από αντιδράσεις. Πριν ακόμη ολοκληρωθεί, πριν δοκιμαστεί στην πράξη και πριν αποτυπωθούν τα αποτελέσματά του, δεν είναι λίγες οι φορές που το έργο δέχεται αρνητική κριτική, υποβαθμίζοντας τον σκοπό και την αναγκαιότητα της παρέμβασης. Ο νέος κυκλικός κόμβος στην οδό Π. Μελά στον Άλιμο δεν αποτελεί εξαίρεση.
Όπως συμβαίνει συχνά σε αντίστοιχες παρεμβάσεις, ένα μέρος κατοίκων εκφράζει προβληματισμούς για τις αλλαγές που προκαλούνται στην καθημερινότητά τους, από την προσωρινή ταλαιπωρία των εργασιών μέχρι τις νέες κυκλοφοριακές ρυθμίσεις.
Την ίδια ώρα, όμως, αρκετοί κάτοικοι της περιοχής υποστηρίζουν δημόσια ότι το συγκεκριμένο σημείο αποτελούσε εδώ και χρόνια μία από τις πλέον επικίνδυνες διασταυρώσεις του Αλίμου, κάνοντας λόγο για συχνά τροχαία ατυχήματα, παραβιάσεις προτεραιότητας και υπερβολικές ταχύτητες, ιδιαίτερα έξω από το σχολικό συγκρότημα.
Στη συζήτηση που προκλήθηκε μετά από ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, παρενέβη ο δήμαρχος Αλίμου, Ανδρέας Κονδύλης, ο οποίος επέλεξε να απαντήσει όχι μόνο στις επικρίσεις, αλλά και στη συνολική φιλοσοφία με την οποία, όπως τονίζει, πρέπει να αντιμετωπίζονται τα δημόσια έργα.
Ο δήμαρχος δημοσίευσε φωτογραφία από τον Νοέμβριο του 2021, στην οποία καταγράφεται τροχαίο ατύχημα στο συγκεκριμένο σημείο, υπενθυμίζοντας ότι η εικόνα αυτή δεν ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό, αλλά μία πραγματικότητα που για χρόνια απασχολούσε κατοίκους και δημοτική αρχή.

Όλοι λέγαμε επί δεκαετίες ότι “κάτι πρέπει να γίνει εδώ”. Τώρα που γίνεται αυτό το “κάτι”, έπειτα από πολύ κόπο, μελέτες και διαδικασίες, εμφανίζονται διάφοροι “επικριτές”, που βγάζουν το έργο περιττό και λάθος, χωρίς όμως να είναι ειδικοί και χωρίς να αντιπροτείνουν κάτι άλλο¨.
«Όλοι λέγαμε επί δεκαετίες ότι κάτι πρέπει να γίνει εδώ», σημειώνει χαρακτηριστικά, τονίζοντας ότι η σημερινή παρέμβαση δεν προέκυψε τυχαία, αλλά ύστερα από πολύμηνες μελέτες, σχεδιασμό και όλες τις απαιτούμενες διαδικασίες.
Ο Ανδρέας Κονδύλης ασκεί παράλληλα κριτική σε όσους απορρίπτουν συνολικά το έργο, υποστηρίζοντας ότι η άρνηση από μόνη της δεν αποτελεί λύση. Όπως αναφέρει, όποιος διαφωνεί με μια παρέμβαση οφείλει να παρουσιάζει και μια ρεαλιστική εναλλακτική πρόταση για την αντιμετώπιση του προβλήματος και όχι να περιορίζεται σε μια στείρα κριτική.
«Μία Δημοτική Αρχή οφείλει να δίνει λύσεις και να προχωράει τα πράγματα μπροστά, ανοίγοντας έναν δρόμο για το μέλλον. Όχι να είναι θεατής στα προβλήματα και να μην κάνει τίποτα, αφήνοντας τα πράγματα στην τύχη τους», αναφέρει στην ανάρτησή του.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει και στη φιλοσοφία των παρεμβάσεων που υλοποιεί ο Δήμος, υποστηρίζοντας ότι οι αλλαγές στον δημόσιο χώρο συχνά συναντούν αντιδράσεις, όμως η ευθύνη της δημοτικής αρχής είναι να αντιμετωπίζει χρόνιες παθογένειες και να μην αναπαράγει το σημερινό προβληματικό καθεστώς μόνο και μόνο επειδή είναι οικείο.
«Η στείρα άρνηση δεν βοηθάει μια κοινωνία να πάει μπροστά. Κάθε άρνηση σε μία αλλαγή ή σε ένα έργο οφείλει να συνοδεύεται και από μια γόνιμη αντιπρόταση. Διαφορετικά δεν έχει κανένα απολύτως νόημα, πέρα από τη διατήρηση και διαιώνιση των προβλημάτων», επισημαίνει χαρακτηριστικά.
Κλείνοντας την παρέμβασή του, ο δήμαρχος συνδέει το έργο με την ανάγκη ενίσχυσης της οδικής ασφάλειας, υπογραμμίζοντας ότι ο στόχος δεν είναι μια αισθητική αλλαγή της περιοχής, αλλά η αντιμετώπιση πραγματικών κινδύνων που επί χρόνια καταγράφονταν στο συγκεκριμένο σημείο. «Προβλημάτων, όπως αυτά της φωτογραφίας. Αυτά επιλύουμε», καταλήγει.
Η εξέλιξη της πόλης και οι αλλαγές…
Σε κάθε πόλη, η εξέλιξη προϋποθέτει αλλαγές. Και κάθε αλλαγή σχεδόν πάντα έχει αντιδράσεις. Το δύσκολο είναι να ξεχωρίσει κανείς την πραγματική ανάγκη για βελτιώσεις από τη φυσική αντίδραση στο καινούργιο.
Όπως επισημαίνουν και κάτοικοι που τάσσονται υπέρ της παρέμβασης, ο δημόσιος χώρος δεν μπορεί να σχεδιάζεται αποκλειστικά με κριτήριο τη διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης ή τη διευκόλυνση της στάθμευσης. Η ασφάλεια των πεζών, των παιδιών, των ποδηλατών και συνολικά των χρηστών του δρόμου αποτελεί βασική προτεραιότητα σε μια σύγχρονη πόλη.
Το επιχείρημα ότι «χάνεται χώρος» είναι ένα συχνό φαινόμενο που συνοδεύει σχεδόν κάθε αλλαγή στον αστικό ιστό. Το ίδιο έχει συμβεί με πεζοδρομήσεις, αναπλάσεις πλατειών, δημιουργία ποδηλατοδρόμων και περιορισμούς της κυκλοφορίας.
Στην αρχή πολλές παρεμβάσεις αντιμετωπίζονται με δυσπιστία, όμως όταν ολοκληρώνονται και οι πολίτες συνηθίσουν τη νέα λειτουργία του χώρου, τις περισσότερες φορές γίνονται μέρος της καθημερινότητας και θεωρούνται αυτονόητες.
Ένα έργο που βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη δεν μπορεί να κριθεί ολοκληρωμένα μέσα από την εικόνα ενός εργοταξίου. Η σκόνη, ο θόρυβος και οι προσωρινές δυσκολίες είναι αναπόφευκτα στοιχεία κάθε κατασκευής. Το ζητούμενο είναι το τελικό αποτέλεσμα. Αν ο δρόμος γίνει ασφαλέστερος, αν μειωθούν οι κίνδυνοι για μαθητές και πεζούς και αν η περιοχή αποκτήσει μια πιο οργανωμένη κυκλοφοριακή λειτουργία.


