ΓΙΟΡΤΑΖΟΥΝ: 19 ΙΟΥΝΙΟΥ 2024, 13:08

ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΑ

Νίκος Καμπανός: "Tommy Bell και άλλες ιστορίες - "Αράπ - Γιάννης ", "Έρχεται ο Μάκης" και "Ραντεβού με την ιστορία" (5)

0 21 ΜΑΡΤΙΟΥ 2023, 16:48
"Αράπ - Γιάννης ", "Έρχεται ο Μάκης" και "Ραντεβού με την ιστορία"

Πριν λίγο καιρό, ήλθε στα χέρια μου το καινούριο βιβλίο του συντοπίτη μου, Νικόλα Καμπανού, με τίτλο: "Τοmmy Bell και άλλες ιστορίες".

Ο Νικόλας Καμπανός είναι επιχειρηματίας που δραστηριοποιείται με επιτυχία εδώ και πολλά χρόνια, στον χώρο της εστίασης. Γεννήθηκε, στο Φισκάρδο της Κεφαλλονιάς, εργάσθηκε για 18 χρόνια στην Τράπεζα Εργασίας, "... προτού μπει στην περιπέτεια της εστίασης ...", όπως αναφέρει σε κάποιο σημείο στο σύντομο βιογραφικό του.

Ο επιχειρηματίας - συγγραφέας, ως γνήσιος Κεφαλλονίτης, είναι ένα, όντως, ανήσυχο πνεύμα, αθλητής του τέννις, ταξιδευτής και φωτογράφος αλλά, περισσότερο απ' όλα, αναγνώστης και, ως γνήσιο τέκνο της Επτανήσου, μελετά μεταξύ άλλων και την ιστορία της κλασικής μουσικής, κάτι που τον έχει επηρεάσει γενικότερα στην ζωή του.

Εκτός του βιβλίου του "Tommy Bell και άλλες ιστορίες", που είναι αυτοτελείς μικρές ιστορίες, έχει εκδώσει και μία ποιητική συλλογή, με τίτλο "Va pensiero" *, που είναι και η πρώτη του συλλογή ποιημάτων.

Σε ερώτησή μου για το βιβλίο, ο συγγραφέας απάντησε πως, στο βιβλίο περιγράφεται "Το εστιατόριο, ο μικρόκοσμος, οι άνθρωποι και η καθημερινότητά του.

Οι επώνυμοι και ανώνυμοι πελάτες του, αλλά και διάφορα περιστατικά καθημερινής τρέλας. Κοντά σ' αυτά και άλλες μικρές ιστορίες με αυτοβιογραφικό πυρήνα, που, ίσως, να έχουν ευρύτερο ενδιαφέρον γιατί μιλάνε για τις δυσκολίες της προσπάθειας αυτής, την αξία της επιμονής και, τελικά, για την χαρά της επιτυχίας.

Εν ολίγοις, το βιβλίο περιλαμβάνει μικρές ιστορίες, οι οποίες συνθέτουν έναν ενιαίο θεματικό καμβά, που σίγουρα ενδιαφέρει όσους ασχολούνται με το φαγητό, αλλά και όσους το αγαπούν, γενικά"

Σήμερα, μέσα από τις σελίδες του ξεχωριστού αυτού βιβλίου του Νικόλα Καμπανού, συνεχίζουμε το "ταξίδι" μας, με την τρίτη και πέμπτη, έκτη και έβδομη ενότητα: "Αράπ - Γιάννης ",  "Έρχεται ο Μάκης" και "Ραντεβού με την ιστορία".

Αράπ-Γιάννης

«Ρε μάστορα, δεν πρέπει να μου μιλάς στον πληθυντικό, τουλάχιστον όταν είμαστε οι δυο μας». «Όχι, κυρ-Νίκο, το σωστό είναι να σας μιλάω έτσι κι έτσι πρέπει να κάνουν όλοι οι υπάλληλοι. Αυτό είναι σεβασμός. Mην τους επιτρέπετε να σας μιλούν στον ενικό». «Μα είσαι πατέρας μου, δε νοιώθω καλά». «Όμως ούτε κι εγώ νοιώθω καλά, κυρ-Νίκο».

“Δείγμα γραφής” από τα πολλά ενός ανθρώπου μοναδικού, που οι έννοιες καθήκον, φιλότιμο, ευγένεια ήταν μέσα στο σκούρο πετσί του, ριζωμένες βαθειά στην ψυχή του. Αυτός ήταν ο Αράπ-Γιάννης, όπως τον φώναζαν για το μελαχρινό του δέρμα οι Τούρκοι της Κωνσταντινούπολης, στο παζάρι, στα μαγαζιά, στη γειτονιά. Οι Τούρκοι, που εκτιμούσαν την εργατικότητα και την ευγένειά του. Πρώτη γνωριμία, στη στάση του λεωφορείου: ένας ακόμα γεροντάκος στο γκρίζο, παλιακό κοστούμι του, με τη χαλαρή, ξεθωριασμένη γραβάτα του, θαρρείς και περιμένει το λεωφορείο του θανάτου. Κι όμως την άλλη ώρα, ντυμένος στα άσπρα, του μάγειρα, παλικάρι εβδομήντα έξι χρόνων, νέος, δυνατός, ορεξάτος, δημιουργικός.

Δεκατρία χρόνια μαζί του υπήρξαν σχολείο ζωής για μένα. Σχολείο της τέχνης του η κουζίνα για όλα τα παιδιά που δούλεψαν δίπλα του ανεξάρτητα από χρώμα και φυλή. Να διδάσκει με το παράδειγμά του, χωρίς μυστικά και βεντετισμούς. Στους πρώτους, δύσκολους χειμώνες στο “Μαϊστράλι“ στη Βουλιαγμένη, όταν η ώρα περνούσε με ιστορίες, γνήσιος παραμυθάς, ζωντάνευε τη ζωή της Πόλης και μας έκανε ν’ αγαπήσουμε και να επιθυμήσουμε μαζί του παζάρια, μαγέρικα, τζαμιά κι ανθρώπους της μυθικής πατρίδας του, της μοναδικής Κωνσταντινούπολης. Μαθαίναμε, σαν τα παιδιά μαζεμένοι δίπλα του, μάγειροι, λαντζέρηδες, σερβιτόροι και αφεντικά, για την έξυπνη τακτική των Τούρκων μαγαζατόρων, με άδειο το μαγαζί ν’ ανάβουν τα φώτα, να παίζουν οι μουσικές, να καπνίζουν οι καμινάδες μια βδομάδα πριν ξεκινήσει το νέο μαγαζί και να διώχνουν τον κόσμο ευγενικά: «Λυπούμαστε, εφέντη μ’, είμαστε γεμάτοι, ελάτε κάποια άλλη μέρα». Κι ο κόσμος να λυσσάει να βρει τραπέζι την άλλη εβδομάδα… Για τον τρόπο που διάλεγε να προσλάβει προσωπικό ο παλιός, έμπειρος μαγαζάτορας:

«Καθόταν στο μιντέρι ανακούρκουδα, εμπρός του ο στενός διάδρομος και μια σκούπα πεταμένη επίτηδες κάτω. Ερχόταν ο ενδιαφερόμενος για δουλειά, πηδούσε πάνω από τη σκούπα και έλεγε «Αφεντικό, έχει δουλειά;» Φυσικά, η απάντηση ήταν αρνητική. Το “ναι” στην ερώτηση το άκουγε αυτός που, περπατώντας στο διάδρομο, σήκωνε τη σκούπα, την άφηνε στο πλάι και μετά ρωτούσε. Κι έπειτα για τον Τούρκο ζητιάνο που περνούσε μετά το “ναμάζι“ της Παρασκευής από το παζάρι και που έγινε απρόσμενος ευεργέτης και σωτήρας, στην ανάγκη του Έλληνα έμπορου που φτώχεψε. Αυτά και άλλα πολλά διηγιόταν και ζωντάνευε στο μυαλό μας μια πόλη μαγική. Μέσα από καπνούς και μυρωδιές ξαναζωντάνευε μια εποχή και παίρναμε μαθήματα λαϊκής ανατολίτικης σοφίας. Ο Ναστρεντίν Χότζας ξαναζούσε, σε νέες περιπέτειες.

Μα ο Μάστοράς μας δεν ήταν μόνο λόγια και ιστορίες. Περισσότερο ήταν ζωντανό παράδειγμα για το πώς πρέπει να είναι ο άνθρωπος. Για το πώς πρέπει να νοιώθει το φιλότιμο και το καθήκον. Θα πρέπει να ’ταν ογδόντα έξι χρόνων κι όμως συνέχιζε να δουλεύει, θαλερός και ακούραστος. Έφθανε το πρωί στη δουλειά στις έξι η ώρα με το πρώτο λεωφορείο και άρχιζε να καθαρίζει λαχανικά, να τσιγαρίζει κρεμμύδια, να προετοιμάζει μια κουζίνα για τους συνεργάτες του που θ’ ακολουθούσαν.

Εκείνη τη μέρα θα πρέπει να ’ταν εκεί, γύρω στις 6:30 το πρωί, που χτύπησε το τηλέφωνό μου. Πετάχτηκα απ’ το κρεβάτι. Ήταν ο Μίντου ο Μπαγκλαντέζος νυχτοφύλακας και βοηθός του: «Τρέξε αφεντικό, ο Μπάρμπα-Γιάννης καίγεται». Δεν ξέρω πώς έγινε και σε τρία λεπτά βρισκόμουν στο μαγαζί. Όρμησα μέσα. Ο Μίντου είχε ειδοποιήσει το ασθενοφόρο. Η εικόνα που αντίκρισα ήταν κωμικοτραγική, απίστευτη και συγκλονιστική: μέσα στο κίτρινο φως της κουζίνας, μπροστά στις φλόγες από τα αναμμένα μάτια, κρατώντας ένα μεγάλο τηγάνι, ένας ολόγυμνος “διάολος” χοροπήδαγε και τηγάνιζε.

Γύρω-γύρω πεταμένα τα καμένα του ρούχα. Καμένος από την πλάτη ως τα οπίσθια και τις γάμπες, κι όμως αυτός ο αιωνόβιος νέος εκεί, στο καθήκον, μέχρι να έρθει το ασθενοφόρο. «Τι κάνεις μάστορα;» του φώναξα. «Να τελειώσω τις μελιτζάνες, κυρ-Νίκο», μου φώναξε ξέπνοα. Έφτιαχνε μουσακά και, καθώς τηγάνιζε τις μελιτζάνες, σε μια κίνησή του αναποδογύρισε το τηγάνι με το καυτό λάδι στην πλάτη, τα οπίσθια και τις γάμπες του. Έμεινε στο νοσοκομείο ένα μήνα. Τόσο σοβαρά ήταν τα τραύματά του κι όμως επανήλθε ακμαίος και δυνατός.

Ήταν σκληρός και ανθεκτικός παρά τη μεγάλη ηλικία του, ταυτόχρονα όμως τρυφερός και βαθιά αισθηματίας. Θυμάμαι πάντα τα υγρά, μεγάλα μάτια του κάθε φορά που θυμόταν την Κωνσταντινούπολη και την παλιά του ζωή. Όπως τότε που ξεκινήσαμε να επισκεφτούμε την Πόλη σαράντα χρόνια μετά το διωγμό του από εκεί. Βρεθήκαμε στην Κωνσταντινούπολη μα, τίποτε δεν του άρεσε. «Βρε παιδί μου, πώς την κάνανε έτσι; Χάλια είναι!» Όλα ήταν διαφορετικά στα μάτια του και άσχημα γι’ αυτόν. Με τα δικά μας τα μάτια, βλέπαμε μια εντυπωσιακή, σύγχρονη πόλη, που η Αθήνα έμοιαζε μπροστά της κωμόπολη. Κι όμως εκείνος να επιμένει: «Δεν ήταν έτσι η Πόλη, κυρ-Νίκο, τη χαλάσανε».

Τέλος πάντων, ο σκοπός του ταξιδιού ήταν η επίσκεψη, ο αποχαιρετισμός στο σπίτι του και στο χωριό του, τα όμορφα Θεραπειά στην όχθη του Βοσπόρου. Και να ’μαστε στα Ταράμπια, όπως τα λένε οι Τούρκοι, μια σύγχρονη μαρίνα με ακριβά σκάφη, καθαρούς δρόμους, περιποιημένα μαγαζιά, ένα Πασαλιμάνι ας πούμε, για να έχουμε μια εικόνα. «Πω, πω, πώς το καταντήσανε το χωριουδάκι μου, χάλια το κάνανε!» «Μάστορα, ξέρεις πού είναι το σπίτι σου, θυμάσαι πώς πάμε;» «Πώς δεν ξέρω, κυρ-Νίκο, από εδώ, στην ανηφοριά». Προχωρήσαμε στον ανηφορικό φαρδύ δρόμο, αυτός μπροστά κι εμείς ακολουθώντας τον, με μια συγκίνηση στην καρδιά γι’ αυτήν την επιστροφή έπειτα από σαράντα χρόνια.

Φθάσαμε σε ένα στενό. «Εδώ δεξιά, εδώ θα στρίψουμε, φθάσαμε». Μα δε στρίψαμε ποτέ! Ακόμα και τώρα, κάθε φορά που το θυμάμαι, ανατριχιάζω από συγκίνηση. Κοντοστάθηκε, τα μάτια του βουρκώσανε, άρχισε να κλαίει, αυτός ο ογδονταπεντάχρονος Οδυσσέας, λίγα μέτρα πριν την Ιθάκη του. «Πάμε να φύγουμε, κυρ-Νίκο, πάμε σε παρακαλώ». «Μάστορα», του είπα συγκλονισμένος, «...κάναμε τόσο ταξίδι, γιατί;» Δεν απάντησε. Με γρήγορο αλλά και ασταθές βήμα, έκανε μεταβολή και άρχισε να κατηφορίζει. Δεν ήθελε να γκρεμίσουν τα μάτια του την εικόνα που είχε πάρει μαζί του εκείνο το δραματικό πρωινό πριν σαράντα χρόνια, που φόρτωσε τα λιγοστά πράγματα του νοικοκυριού του, μια γυναίκα και δυο παιδιά για να πάρει το δρόμο της προσφυγιάς. Γυρίσαμε στην Αθήνα χωρίς να δει το σπίτι του. Ίσως δεν το είχε ανάγκη, το κρατούσε πάντα ακριβή εικόνα στην καρδιά του.

Όμως ο Αράπ-Γιάννης έμεινε μάγειρας μέχρι το τέλος. Ξαπλωμένος στο κρεβάτι του Νοσοκομείου, στο Ασκληπιείο, πότε με λιγοστές αισθήσεις μα με αναλαμπές ζωντάνιας. Ακόμη και στο κρεβάτι του νοσοκομείου, ζει τη μάχη της κουζίνας: «Κατεβάστε το νερό, έβρασε, ξαφρίστε το κρέας, προσέξτε, θα καεί το φαΐ!» Κι έπειτα να απαντά στον Ηλία το Σκουλά, που τον ρωτά: «Μπάρμπα-Γιάννη, ποιο ήταν το αγαπημένο σου φαγητό να μαγειρεύεις;» Κι εκείνος αφού έμεινε για λίγο σκεπτικός απάντησε, με αδύναμη, βραχνή φωνή: «Εκείνο που με παίδευε περισσότερο».

Μέχρι το τέλος μάγειρας, ζει τις τελευταίες μέρες του στο Γηροκομείο του Πειραιά. Τον επισκέπτομαι και το πρόβλημά του είναι πάντα αυτό που μια ζωή υπηρετεί. Η κουζίνα. «Κυρ-Νίκο, δεν ξέρουνε να μαγειρεύουνε. Δεν ξέρουνε να τσιγαρίζουνε, τους λέω, όμως δε μ’ ακούνε». Και μετά μπερδεύει τη φαντασία με την πραγματικότητα. Λέει διάφορα, πολλές φορές ασυνάρτητα. Όμως εκεί, πάντα στην δημιουργική αναζήτηση: «Κυρ-Νίκο, νομίζω πως έχω μια πρωτότυπη συνταγή, ένα φαγητό που μπορεί να είναι και φαγητό και γλυκό. Και όσο κι αν σου φαίνεται παράξενο, γίνεται με χταπόδι».

Έφυγε μετά από λίγες μέρες και πήρε μαζί του τη συνταγή. Εκεί στον Παράδεισο, όπου σίγουρα πήγε, ο Άγιος Πέτρος θα τον οδήγησε στη μεγάλη κουζίνα όπου μαγειρεύεται το φαΐ των Δικαίων, όπως ήταν και ο ίδιος, και θα του είπε: «Αράπ-Γιάννη, ορίστε, η αιώνια κουζίνα είναι δική σου». Κι έπειτα, σκυφτά, στ’ αυτί: «Μόνο, σε παρακαλώ, σήμερα φτιάξε εκείνη τη φασολάδα με το χοιρομέρι που έκανες στο “Μαϊστράλι”. Το αφεντικό, ο “Πανθορά”, καιρό τώρα την ορά και τη λιμπίζεται».

Εν μέσω πυρών

Ήταν καλοκαιριάτικο απόγευμα γύρω στις 8. Η ώρα που οι ξένοι δειπνούν. Μετά τη δοκιμασία της ζέστης και το βάλσαμο της ελληνικής θάλασσας δείχνουν χαλαροί, συζητούν χαμηλόφωνα και απολαμβάνουν με όλες τις αισθήσεις τη γλύκα του σούρουπου και το στερνό τραγούδι των τζιτζικιών, ρουφώντας νωχελικά ένα ποτήρι λευκού κρασιού. Εκείνη την ώρα οι Έλληνες είναι αμφίβολο αν έχουν καν αποφασίσει πού θα βγουν για να φάνε (γιατί είμαστε στις αρχές του 2000 και όλοι βγαίνουν). Ή μήπως κάποιοι έχουν κάνει ήδη κράτηση;

Σίγουρα ναι, ο εξηντάρης, μετρίου αναστήματος κύριος που μπαίνει στην αυλή του μαγαζιού, διασχίζοντας τα παρτέρια με τα γεράνια, δίπλα στους δροσερούς καταρράκτες, έχει κάνει κράτηση. Τον πρώτο σερβιτόρο που βλέπει μπροστά του, τον ρωτάει: «Λέγομαι…τάδε, πού είναι το τραπέζι που έχω κρατήσει;» Ο γεροδεμένος νεαρός, που είναι βοηθός σερβιτόρου, απευθύνεται στο σερβιτόρο που είναι δέκα μέτρα μακρύτερα, σερβίροντας ένα ζευγάρι ξένων. «Λεωνίδα, κάποιος… τάδε έχει κλείσει τραπέζι». Πριν προλάβει ν’ απαντήσει ο σερβιτόρος, ο κ. Τάδε εκρήγνυται: «Τι κάποιος, ρε μαλάκα, ο …Τάδε είμαι!» Ο βοηθός τσιτώνει αλλά ρωτάει …παραπονεμένα: «Γιατί βρίζετε, κύριε;» Ο κ. Τάδε έχει “φορτώσει”: «Γαμώ την Παναγία σου, κωλόπαιδο, κουβέντα θα κάνουμε;» Και ο βοηθός δε θέλει κουβέντα. Μόνο ένα αστραπιαίο άπερκατ. Ο πελάτης προσγειώνεται ανάσκελα στο ξύλινο δάπεδο, λίγα μόλις εκατοστά από τις αιχμηρές, κοφτερές πέτρες που οριοθετούν το γκαζόν με το ξύλινο ντεκ. Σε δευτερόλεπτα η αυλή γεμίζει ανθρώπους που ουρλιάζουν, που απειλούν, οι ξένοι τρέχουν σα λαγοί να σωθούν. Πάει το ήρεμο δείπνο, το ηδονικό κρασάκι τους. Φεύγουν όπου φύγει-φύγει, καθώς βλέπουν να εισβάλλουν σωματοφύλακες και οδηγοί.

Είμαι στο σπίτι μου και ετοιμάζομαι να ξεκινήσω για το μαγαζί, όταν χτυπάει το τηλέφωνο. Απ’ την άλλη άκρη της γραμμής ο Μάκης, ο μετρ του μαγαζιού, με φωνή άχρωμη, ασθενική, ταραγμένη, μου λέει μόνο δυο λέξεις και το κλείνει: «Έλα γρήγορα». Βγαίνω απ’ το σπίτι τρέχοντας. Σε δύο λεπτά, αφού περνάω πορτοκαλί και κόκκινα, φτάνω στο ”Μαϊστράλι”. Πάντοτε μπαίνω από την πίσω πόρτα, τούτη τη φορά αυτό επιβάλλεται. Θέλω να πάρω τα πράγματα όσο μπορώ από την καλύτερη γωνία, να τα αντιμετωπίσω έχοντάς τα μπροστά μου. Η εικόνα που αντικρίζω στο ταμείο είναι σοκαριστική. Ο Μάκης καθισμένος πίσω από τον πάγκο του ταμείου και από πάνω του πέντε πιστόλια να σημαδεύουν το κάτωχρο πρόσωπό του. Φωνάζω: «Τι τρέχει ρε παιδιά;» Τα πιστόλια γυρίζουν και σημαδεύουν εμένα. «Ποιος είσαι εσύ, ρε πούστη;» ουρλιάζει ένας από τους ”πιστολέρος”, ο πιο άγριος. «Παιδιά, το αφεντικό είμαι, πέστε μου τι συμβαίνει!» Συνεχίζει να ουρλιάζει ο άγριος, που είναι ο αδελφός του κ. Τάδε, όπως μαθαίνω. «Πέστε μου, ρε παιδιά, τι έγινε;», τους ικετεύω. «Φέρτε μας εδώ τώρα αυτόν το μπινέ και σας αφήνουμε, δεν τον φέρνετε… σας βάζουμε φωτιά και σας καίμε». Μέσα σε αγριοφωνάρες, απειλές και σπρωξίματα, μαθαίνω τα συμβάντα.

Τους λέω: «Παιδιά, θα κάνω ό,τι μπορώ να τον βρω, να δώσει εξηγήσεις γιατί το έκανε και πώς το έκανε». «Τι εξηγήσεις, ρε, να δώσει, ακούμπησε το Θεό και θα τον τσιμεντώσουμε. Φέρ’ τον εδώ, αλλιώς θα γίνει της πουτάνας». Ο βοηθός έχει εξαφανιστεί από προσώπου γης, δεν απαντάει σε κανέναν, στο μεταξύ έχει πάει στην αστυνομία κι έχει καταγγείλει πως στο μαγαζί γίνονται μπραβιλίκια, πως βγαίνουν πιστόλια και πως κινδυνεύει η ζωή του.

Στο μαγαζί, που είναι έρημο από πελάτες, οι απειλές συνεχίζονται και τότε ακούγονται οι σειρήνες περιπολικών. Ο άγριος αδελφός μου λέει: «Κοίταξε, πρόσεχε τι θα πεις στην Αστυνομία και δεύτερον πες μας πού είναι αυτό το πουστόπαιδο. Αν τα κάνεις αυτά έχεις καθαρίσει, αλλιώς…»

Φεύγουν βιαστικά από την πίσω πόρτα, ενώ απ’ τον κήπο εισβάλλουν οι αστυνομικοί. «Τι έγινε εδώ, έχουμε καταγγελίες για όπλα και μπραβιλίκια». Τους απαντώ: «Υπερβολές, κάποια παρεξήγηση που λύθηκε». Πώς να πείσω όμως, σ’ ένα μαγαζί άδειο, αποδιοργανωμένο…

«Όλοι στο τμήμα», διατάζει ο επικεφαλής. Σημειώνει ονόματα και μια και καλή στο τμήμα. «Ερχόμαστε κύριε Αστυνόμε, σε λίγα λεπτά είμαστε εκεί» τον διαβεβαιώνω και αποχωρούν. Δεν έχουν προλάβει να κλείσουν την πόρτα και μέσα από τους θάμνους ξεπηδούν μπρατσωμένοι έξι-επτά ΟΥΚάδες. «Πού είναι, ρε, οι μπράβοι, να τους γαμήσουμε». «Τι έγινε, ρε παιδιά, ποιοι είστε εσείς;»

Ο αδελφός του βοηθού είναι στο Λιμενικό ΟΥΚάς και έσπευσε με την παρέα του σε βοήθεια του αδελφού του. Παρακαλώ τον αδελφό, που είναι και συμπατριώτης μου, Κεφαλλονίτης: «Ρε συ, σε παρακαλώ, μου διαλύσατε το μαγαζί. Σε παρακαλώ, κρύψε τον αδελφό σου, προστάτεψέ τον, αλλά όχι εδώ. Τι φταίει το μαγαζί;» Νέες απειλές τώρα, «Θα τους καθαρίσουμε, θα τους βρούμε, αυτοί να κρύβονται» και άλλα πολλά. Τέλος πάντων, δε βρίσκουν τον αντίπαλο και αποχωρούν. Εμείς διανυκτερεύουμε δεκαπέντε άτομα στο τμήμα, δίνουμε καταθέσεις, αποδραματοποιούμε το θέμα: «Κύριε Αστυνόμε, έγινε παρεξήγηση, υπερβολή του δικού μας. Δεν ρίχνεις γροθιά για οποιονδήποτε λόγο. Ε, κι έπειτα ήρθαν κάποιοι αγανακτισμένοι συγγενείς του κ. Τάδε, αλλά όχι πιστόλια και απειλές. Μόνο ένταση, καταλαβαίνετε τώρα. Τίποτε άλλο, ευτυχώς που δε χτύπησε χειρότερα ο άνθρωπος».

Φύγαμε χαράματα και γυρίσαμε στο μαγαζί. Μόλις φτάσαμε, χτύπησε το τηλέφωνο: «Έλα, ο Γιάννης είμαι», η φωνή του «άγριου αδελφού». «Ξηγήθηκες ωραία, κελάηδησες σωστά. Δεν έχουμε τίποτα μαζί σου, όμως αυτός ο πούστης θα πεθάνει».

Ο θρησκόληπτος μπρατσωμένος βοηθός, που το να του βρίσεις τα Θεία ήταν χειρότερο απ’ το να του βρίσεις τη μάνα, κρύφτηκε στην Κεφαλονιά. Ο κ. Τάδε, καλός πελάτης του μαγαζιού, φυσικά δεν ξαναπάτησε, όπως και όλη η πολυπληθής οικογένειά του. Εγώ του έστειλα τη συγγνώμη και τη λύπη μου και λουλούδια στη γιορτή του. Δε μου απάντησε ποτέ.

Αυτή η ιστορία, που είχε υπεύθυνες και τις δύο πλευρές, κατέληξε στα δικαστήρια, αφού από μήνυση προσωπική αλλά και αυτεπάγγελτες διώξεις, δόθηκε συνέχεια. Ποτέ όμως η υπόθεση δεν ξεκαθάρισε, καθώς όταν τρία χρόνια μετά ήρθε στο ακροατήριο, ο κ. Τάδε ήταν νεκρός.

Συμπέρασμα: ο πελάτης έχει πάντα δίκιο, όμως μερικές φορές κάποιος έχει αντίρρηση και την αντίρρησή του μπορεί να την εκφράσει δυναμικά.

Έρχεται ο Μάκης

Δεν ξέρω αν πρώτα νιώσαμε το κύμα από οσμή βαριάς παλιομοδίτικης κολόνιας ή αν ήταν η έκπληξή μας η ίδια στη θέα του εκείνο το κυριακάτικο μεσημέρι, ντάλα καλοκαίρι, με τη ζέστη να ανάβει την άσφαλτο. Αραιά σκορπισμένοι, κάτω από τις ομπρέλες, δέκα-δώδεκα πελάτες και να, ξαφνικά να εισβάλλει ορμητικά την αυλή μας, κουστουμαρισμένος, αρωματισμένος γύφτος, με μπουτονιέρα κόκκινο τριαντάφυλλο, λουστρίνι που τρίζει στο ξύλινο δάπεδό μας, μουστάκι, ελιά, μπρίλ-κριμ μαλλί. Πώς το λέμε ρε παιδί μου, ένας γύφτος “Γκραντ”. Ανέβηκε τα σκαλιά και μας καθήλωσε φωνάζοντας και χειρονομώντας.

Μείναμε άφωνοι, αφεντικά και σερβιτόροι, μπροστά σ’ αυτήν την εντυπωσιακή παρουσία. Μας συνέφερε η μπάσα φωνή του: «Γρήγορα, γρήγορα αδελφέ», στο σερβιτόρο, «ετοίμασε τραπέζι για τριάντα νοματαίους». «Μάλιστα, κύριε», τραύλισε εντυπωσιασμένος ο σερβιτόρος, «Τώρα; Δηλαδή, το θέλετε για τώρα;» «Για τώρα, βρε αδελφέ, για τώρα. Τελείωσε το βαφτίσι και ερχόμαστε, έρχεται ο Μάκης!» Δεύτερο σοκ για το σερβιτόρο: «Ποιος Μάκης, κύριε; Μήπως ο Χριστοδουλόπουλος;» «Βέβαια, ρε, ο Χριστοδουλόπουλος, ο Μάκης, ο κουμπάρος μου. Προσέξτε το σερβίρισμα, προσέξτε το φαΐ, προσέξτε ρε. Όλα στην πένα τα θέλω. Μη με κάψετε».

Αναστάτωση στο μαγαζί, η είδηση κυκλοφορεί από στόμα σε στόμα, έρχεται ο Χριστοδουλόπουλος και ένα τραπέζι γύφτικο, αλλά αρχοντικό. Σε λίγα λεπτά στρώθηκε το τραπέζι με την καρέκλα του Μάκη στο κεφάλι. Άνετη, ξεχωριστή, –Μάκης είναι αυτός. Ο αρχοντόγυφτος ελέγχει το τραπέζι, με το χέρι ισιώνει πτυχές, κακοσιδερώματα. Παρατηρεί, παραπονείται, αγχώνεται, μας αγχώνει. Τραβάει καρέκλες, τσεκάρει ποτήρια, πιάτα. «Κανένα λουλούδι, ρε παιδιά, να το στολίσουμε λίγο». Κόψαμε ό,τι βρήκαμε στον κήπο μας, από εδώ δυο τριαντάφυλλα, από εκεί δυο κλαριά μπουκαμβίλιας, λίγο ριχόσπερμα. Τα βάλαμε σε τρία ανθοδοχεία και να το τραπέζι κούκλα.

«Μια χαρά, μια χαρά, μάγκες, Μέγκλα! Σας παραδέχομαι. Πάμε τώρα να δούμε τα ψάρια. Έχει ψάρια, αδελφέ; Είναι φρέσκα; Ξέρει ρε από ψάρια ο Μάκης, δεν είναι κορόιδο». «Μα τι λέτε, κύριε, πάμε μέσα να δείτε, να διαλέξετε» του λέει ο σερβιτόρος και διπλωμένος, υποχρεωτικός, σχεδόν δουλοπρεπής, οδηγεί τον Γύφτο στην ψαριέρα. Πίσω ακολουθούν σερβιτόροι, βοηθοί, βοηθάκια μαγεμένοι από τον «Πελάταρο». Φθάνουμε στην ψαριέρα. Ανοίγει ο Θέμης συρτάρια και αραδιάζει στους πάγκους σφυρίδες, συναγρίδες, φαγκριά, τσαούσια, μπαρμπούνια, όλα τα δώρα του Ποσειδώνα ζωντανά, αστραφτερά. «Δεν υπάρχουν ψάρια σαν κι αυτά, κύριε, πιο φρέσκα δε γίνεται». «Σώπα ρε, μη γρουσουζεύεις τα ψάρια» –σπηλαιώδης-υποβλητική η φωνή του Γύφτου. «Σταύρωσέ τα, ασήμωσέ τα. Να, έτσι κάνε» και βγάζει από την τσέπη του ένα μασούρι χιλιάρικα, πεντοχίλιαρα.

Τα περνάει σταυρωτά πάνω από τα ψάρια, γρήγορα, θεατρικά, εντυπωσιακά, σχεδόν τα ακουμπάει. «Τι κοιτάτε ρε, ασημώστε» φωνάζει. Πρώτος ο Θέμης βγάζει από την τσέπη του την είσπραξη της μέρας και τα δικά του μαζί και μιμείται το γύφτο, “ασημώνοντας“. «Φτου ρε γαμώτο, δεν ξέρεις να ασημώσεις» και του βουτάει το χέρι που κρατάει σφιχτά το δικό του μασουράκι, κουνώντας το βιαστικά με τον τρόπο που έκανε και ο ίδιος. «Έτσι γίνεται, ρε, ασημώστε γρουσούζηδες». Ένας-ένας οι άλλοι δύο σερβιτόροι και από κοντά δυο βοηθοί με ό,τι έχουν στην τσέπη τους, καθοδηγούμενοι από το στιβαρό χέρι του “ασημωτή“ σταυρώνουν τα ψάρια, μέσα σε ένταση και χαβαλέ. Στο τέλος ο Γύφτος διαλέγει αυτήν την ψαρούκλα και την άλλη, και «Βάλτε κι αυτή τη συναγρίδα, αυτή για το Μάκη και αυτή» και να μια παραγγελία να σου φεύγει το μυαλό. «Βάλτε τα ψάρια στα κάρβουνα σε μία ώρα να είναι έτοιμα, εμείς σε είκοσι λεπτά είμαστε εδώ, ό,τι γουστάρετε, τα καλύτερα για την αρχή και βάλτε Χατζημιχάλη, αυτό πίνει ο Μάκης, να παγώσουν και μπίρες, ρε, παγωμένες να’ ναι».

Τα πράγματα έχουν αρχίσει να παίρνουν έναν ιλιγγιώδη ρυθμό. Ο Γύφτος, “μαέστρος“, έχει βάλει το μαγαζί σε κίνηση. Η έξαψη είναι τρομερή. «Πάρε ρε, ένα χιλιάρικο» λέει στο Θέμη και του το χώνει στην τσέπη του πουκαμίσου του «και τα υπόλοιπα θα τα πούμε μετά. Προσέξτε με», φωνάζει, «προσέξτε με και θα σας προσέξω» καθώς αναχωρεί βιαστικά.

Τα ψάρια καθαρίζονται και ανεβαίνουν στη σχάρα. Φτιάχνεται το μενού κομπλέ με τα πρώτα, με τις σαλάτες και μια κούτα Χατζημιχάλη μπαίνει για λίγο κατάψυξη και μαζί της δύο τελάρα Μύθος. Τώρα, όλοι κοιτάμε πάνω από το στολισμένο τραπέζι, την είσοδο του κήπου και περιμένουμε να φανεί ο “Νυμφίος“, έστω ο “Νονός“ ο Μάκης. Και ο κουμπάρος του με την κουστωδία.

Και περνάει το εικοσάλεπτο, και φεύγει το μισάωρο, και μας φεύγει η ψυχή μαζί με την ώρα, και πουθενά οι πελάτες, μόνο ένα «Ωχ, την πατήσαμε» του Θέμη, καθώς μετράει το μασούρι του και του λείπουν δύο πεντοχίλιαρα και τέσσερα-πέντε χιλιάρικα. Και τα «ωχ» πολλαπλασιάζονται, καθώς όλοι μετρούν μικρές και μεγάλες απώλειες στα μασουράκια τους. Και το πιο μεγάλο «Ωχ!» βγαίνει από το στόμα το δικό μου, γιατί εκτός από τα λεφτά, κλαίω ψημένα φαγκριά, συναγρίδες, κλαίω τα τριανταφυλλάκια και τις μπουκαμβίλιες του κήπου, μα πιο πολύ κλαίω για την “παρεάρα“ που χάσαμε. Τόσο πολύ το φάγαμε το παραμύθι, που ακόμα και τώρα μας φαίνεται αληθινό.

Περάσανε χρόνια και η στενοχώρια έγινε θαυμασμός γι’ αυτόν τον μεγάλο ηθοποιό, τον αρχοντόγυφτο, που κατάφερε να δώσει τέτοιο ρεσιτάλ και να κάνει ένα μαγαζί και τους ανθρώπους του συμπρωταγωνιστές και καθηλωμένους θεατές ταυτόχρονα, μιας λαμπρής παράστασης.

Αυτό το μελαγχολικό Κυριακάτικο απόγευμα, όπως είναι όλα τα κυριακάτικα απογεύματα άλλωστε αλλά αυτό ιδιαίτερα, καθίσαμε γύρω-γύρω από το τραπέζι, σερβιτόροι, μάγειρες, λαντζέρηδες και αφεντικά, φάγαμε υπέροχες ψαρούκλες και ήπιαμε στην υγειά του Μάκη και της φυλής του. Α, φυσικά αφήσαμε τη θέση του στο κεφαλάρι κενή. Πού ξέρεις, ίσως να έρθει ο Μάκης!

Ραντεβού με την Ιστορία

Όταν μας την έφερε ο Λευτέρης ο Σκιαθίτης, ο ψαράς, μείναμε με ανοιχτό το στόμα. Ένα πάνοπλο, θωρακισμένο θηριάκι δέκα κιλών είχε πιαστεί στα δίχτυα του, ανοιχτά της Άνδρου, μια αστακοκαραβίδα σπάνια, με τις πελώριες δαγκάνες της. Κιτρινοκοκκινοπράσινη και το σημαντικό, ζωντανή.

Αυτά τα αξιοθαύμαστα ζώα της θάλασσας είναι οι ελέφαντες της θάλασσας. Ζουν πολλά χρόνια, φθάνουν τα οκτώ-δέκα κιλά και είναι ουσιαστικά αμφίβια. Ζουν στο νερό, αλλά καταφέρνουν να επιβιώσουν και στη στεριά, ανάλογα με το πόσο θα τα βοηθήσουν οι συνθήκες ζωής. Συνήθως, τους ζωντανούς αστακούς και τις αστακοκαραβίδες τις σκεπάζαμε με ένα βρεγμένο τσουβάλι, μια "λινάτσα" και μετά βέβαια στο ψυγείο, στη συντήρηση. Αν μπορούσε η μόνωση να ήταν μεγαλύτερη, τόσο μεγαλύτερο θα ήταν και το προσδόκιμο ζωής του ζώου. Για την καραβίδα-θαύμα λοιπόν, κάναμε το καλύτερο. Σε ένα μεγάλο τελάρο βάλαμε ένα υπόστρωμα με πάγο τριμμένο, μετά άχυρο και από πάνω μια βρεγμένη λινάτσα. Η καραβίδα ξάπλωνε αναπαυτικά -chic- και τη σκεπάζαμε με άλλη βρεγμένη λινάτσα. Το συνηθισμένο είναι να ζουν αυτά τα ζωντανά περίπου μία εβδομάδα σε τέτοιες συνθήκες.

Η περίπτωσή μας, ξεχωριστή και ιδιαίτερη, είχε την καλύτερη περιποίηση, που περιελάμβανε κάθε απόγευμα μπάνιο στη θάλασσα. Ναι, όπως το ακούτε! Ο Παναγιώτης από τα Γρεβενά, τσοπάνης κάποτε και τότε λαντζέρης, την έδενε μ’ ένα σχοινί και την κουβάλαγε στα βράχια της παραλίας κάτω απ’ το "Λάμπρο". Το τι γινότανε, με τον κόσμο που παρακολουθούσε το μπάνιο της αστακοκαραβίδας, δεν είχε προηγούμενο. Και αυτή, η καημένη, απολάμβανε έστω και δέσμια, το φυσικό της περιβάλλον. Όμως και τα βράδια την ξαπλώναμε στη βιτρίνα με τον τριμμένο πάγο και οι πελάτες έκαναν ουρά, εντυπωσιασμένοι. Ο προσωπικός της φροντιστής, ο Παναγιώτης, υπέβαλλε την καραβίδα στη δοκιμασία του φόβου, του μοναδικού, που έχουν αυτά τα οστρακόδερμα. Γιατί ο αστακός και η αστακοκαραβίδα τρέμουν τα χταπόδια. Είναι ο μοναδικός τους εχθρός, αφού μπορούν με τα πλοκάμια τους να τα αιχμαλωτίσουν και να τα συντρίψουν. Έτσι, λοιπόν, στη θέα και μόνο του χταποδιού στη βιτρίνα ο γίγαντάς μας αντιδρούσε δυναμικά, χτυπώντας σαν τρελός τις δαγκάνες του. Παιδάκια και μεγάλοι κοιτούσαν με ανοιχτό το στόμα.

Ώσπου έφθασε και γι’ αυτό το θαύμα της φύσης, η μέρα της κρίσης. Γι’ αυτό το σπάνιο ζώο της θάλασσας, άρμοζε πραγματικά και ένα ανάλογο, ξεχωριστό τέλος. Θέλω να πω δηλαδή, ότι του είχε επιφυλάξει η μοίρα να γίνει τροφή ενός μεγάλου ηγέτη. Αλήθεια, τι μεγαλύτερη φιλοδοξία από αυτό μπορούσε να έχει μια ταπεινή καραβίδα, έστω και τεράστια!
Αγαπημένο εστιατόριο ο "Λάμπρος" στη Βουλιαγμένη για τον Ανδρέα Παπανδρέου, το επισκεπτότανε τακτικά, συνήθως μεσημέρια Σαββάτου. Εκείνο το Σάββατο λοιπόν, που η καραβίδα συμπλήρωνε μια βδομάδα στεριανής ζωής, ο Ανδρέας Παπανδρέου με την κ. Μιμή και τη μητέρα της, καθώς και η συνοδεία του, σωματοφύλακες κ.λ.π., επισκέφτηκαν το "Λάμπρο". Η υποδοχή ήταν πάντοτε θερμή από το προσωπικό, όμως σήμερα περιελάμβανε και το έξτρα σόου της αστακοκαραβίδας.

Πραγματικά, το "θηρίο" μας έκανε τις συνηθισμένες του κινήσεις με τις δαγκάνες του, στη θέα του αιώνιου αντιπάλου του, του χταποδιού. Μέρα με τη μέρα πιο νωθρό, όμως ακόμα δυνατό, θρυμμάτιζε σαν "σπίρτα" τα μπικ στιλό που του έβαζαν στις δαγκάνες οι άντρες της ασφαλείας του Προέδρου.

Το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν αυτά τα ζώα στη στεριά, είναι αυτό της τροφής. Έτσι, καθώς δε μπορούν να τραφούν, χάνουν βάρος και δυνάμεις καθημερινά.

Πραγματικά, μετά τις φωτογραφίες που τράβηξε ο επίσης εξασθενημένος Πρόεδρος –λίγο μετά τις περιπέτειες της υγείας του στο Herrfield– με την αγαπημένη του LEICA, η αστακοκαραβίδα γύρισε στο "κατάλυμά" της και ο Πρόεδρος με την παρέα του απόλαυσαν τα αγαπημένα τους μπαρμπουνάκια, που με περισσή φροντίδα ο Μπάμπης, ο σερβιτόρος που πάντα τον εξυπηρετούσε, τους καθάρισε. Φεύγοντας ο Πρόεδρος άφησε το καθιερωμένο φιλοδώρημα διακριτικά όπως πάντα, κάτω απ’ το πιάτο του και μας αποχαιρέτησε ευγενικά, στηριγμένος στην κ. Μιμή.

Το μέλλον της Καραβίδας μας, όπως καταλάβατε, είχε προδιαγραφεί. Το είχαμε αποφασίσει. Χωρίς βέβαια να μας το έχει ζητήσει, χωρίς να πούμε ούτε κουβέντα, αποφασίσαμε πως αυτός θα ήταν ο προορισμός που άξιζε στην Καραβίδα μας…

Το άλλο πρωί, φορτώσαμε μαζί με τον αεικίνητο και αειθαλή θείο Κώστα, το τελάρο με την καραβίδα στο αμάξι και ξεκινήσαμε με προορισμό την Εκάλη και την οδό Αγράμπελης. Φθάσαμε περίπου διακόσια μέτρα από το σπίτι του Προέδρου. Εκεί υπήρχε έλεγχος. Οι φρουροί, που οι περισσότεροι μας γνώριζαν, άρχισαν πάλι το παιχνίδι με τις θραύσεις των μπικ. Το θηριάκι μας τώρα συμμετείχε άκεφα, ίσως προαισθανόμενο το τέλος. Αφήσαμε στα χέρια τους το τελάρο με το "θαλάσσιο θαύμα" να το παραδώσουν στην κουζίνα.

Δε μάθαμε ποτέ τον τρόπο που μαγειρεύτηκε, μας διαβιβάστηκαν όμως οι ευχαριστίες και η ευαρέσκεια του Προέδρου. Για να πούμε την αλήθεια, όμως, σίγουρα μετά από τόσες ημέρες, ελάχιστο κρέας θα είχε μείνει στο θωρακισμένο κορμί της. Όμως, χωρίς αμφιβολία, ήταν μια καραβίδα που γεννήθηκε για ένα... «ραντεβού με την ιστορία».


Σχόλια Αναγνωστών

0 Προσθήκη σχολίου

Δεν υπάρχουν ακόμα σχόλια για αυτό το άρθρο.

ΠΡΟΣΘΕΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ!
Απάντηση σε x
* Υποχρεωτικά πεδία* Το vimaonline σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά και άσχετα με το περιοχόμενο του άρθρου σχόλια. Είναι αυτονόητο πως η ομάδα διαχείρισης φέρει ευθύνη μόνο για τα επώνυμα άρθρα των συντακτών και των συνεργατών της.

Σας ευχαριστούμε για την συμμετοχή σας.