ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Ο κομβικός ρόλος του τομέα πολιτικής εκπαίδευσης για την λειτουργία της αγοράς εργασίας και της οικονομίας

Γράφει ο Γιώργος Δάφνος* 0 24 ΙΟΥΛΙΟΥ 2019, 10:14

Η απόφαση του Κυριάκου Μητσοτάκη να επισκεφτεί ως νεοεκλεγείς Πρωθυπουργός της Ελλάδος πρώτα το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων συνιστά αναγνώριση του στρατηγικού ρόλου που διαδραματίζει ο τομέας της Εκπαίδευσης για την εξέλιξη της κοινωνίας και της οικονομίας, τον τοποθετεί ως έναν εκ των κύριων πυλώνων του σχεδιασμού της νέας Κυβέρνησης για την ανάταξη της χώρας και σηματοδοτεί την αυξημένη σημασία που θα δώσει σε αυτόν κατά την 4ετή περίοδο διακυβέρνησής του.

Αν και τα προβλήματα που ταλανίζουν τον χώρο της Παιδείας σε οργανωτικό, λειτουργικό και χρηματοδοτικό επίπεδο είναι διαχρονικά τα τελευταία χρόνια η κατάσταση έφτασε στο μη περαιτέρω καθώς η ανώτατη βαθμίδα της αφέθηκε έρμαιο στην παραβατικότητα διαστρεβλώνοντας παντελώς τον λόγο ύπαρξης των χώρων μετάδοσης γνώσης, ακυρώνοντας στην πράξη την ελεύθερη διακίνηση ιδεών και υπονομεύοντας την όποια καλή δουλειά γίνεται στο Ελληνικό Πανεπιστήμιο. Παράλληλα, υπήρξαν ενέργειες οπισθοδρόμησης σε σχέση με το σημαντικό μεταρρυθμιστικό έργο που είχε πραγματοποιηθεί από τις προηγούμενες ηγεσίες του Υπουργείου Παιδείας (Διαμαντοπούλου, Γιαννάκου-Κουτσίκου) ενώ όποιες θετικές ενέργειες έλαβαν χώρα είχαν αποσπασματικό χαρακτήρα με περιορισμένη αποτελεσματικότητα.

Δίχως άλλο, το ζήτημα αναμόρφωσης του Πανεπιστημιακού χώρου μέσω προάσπισης της νομιμότητας και υπεράσπισης των πλειοψηφιών, αποκατάστασης του θεσμού της εξωτερικής αξιολόγησης και ενδυνάμωσης της αυτοτέλειας των Ανώτατων Ακαδημαϊκών Ιδρυμάτων και της εξωστρέφειάς τους αποτελεί μέγιστη προτεραιότητα καθώς σχετίζεται με την επανάσταση του αυτονόητου και της λογικής ώστε η χώρα να σταματήσει να έχει τριτοκοσμικά γνωρίσματα. Όμως, η επόμενη ημέρα εξομάλυνσης της κατάστασης θα φέρει πολιτική ηγεσία και ακαδημαϊκό προσωπικό αντιμέτωπους με το κύριο πρόβλημα της εκπαίδευσης στην Ελλάδα, το οποίο είναι δομικό και συστημικό και σχετίζεται άμεσα με την λειτουργία της οικονομίας και της αγοράς εργασίας. Η ανάγκη, δε, αντιμετώπισης των δομικών αδυναμιών του συστήματος εκπαίδευσης της χώρας με άμεσο και αποτελεσματικό τρόπο γίνεται ακόμη πιο επιτακτική λαμβανομένου υπόψη του ιδιαίτερα πιεστικού εξωτερικού περιβάλλοντος.

Καθώς η παγκοσμιοποιημένη οικονομία μεταβάλλεται με ταχύτατους ρυθμούς έχοντας ως οδηγό την αλματώδη ανάπτυξη της ψηφιακής τεχνολογίας, ο τομέας της εκπαίδευσης καλείται να συνδυάσει ευρύτερους στόχους, όπως η προσωπική συγκρότηση και η υπεύθυνη ενεργός συμμετοχή του ατόμου στην κοινωνία, με την ανάγκη να παρέχει τις κατάλληλες δεξιότητες στα άτομα συμβάλλοντας στην αύξηση της απασχόλησης, της παραγωγικότητας και της οικονομικής ανάπτυξης. Ο ψηφιακός μετασχηματισμός της οικονομίας αναδιαμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι εργάζονται και ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα επηρεάζοντας τα είδη των απαιτούμενων δεξιοτήτων και την ζήτηση σε επαγγελματικές ειδικότητες.

Η διευρυνόμενη χρήση του αυτοματισμού και της τεχνητής νοημοσύνης αντικαθιστά ήδη τα καθήκοντα ρουτίνας τόσο σε «μπλε» (εργάτες) όσο και σε «λευκού κολάρου» (στελεχών διοίκησης) θέσεις εργασίας σε όλα τα επίπεδα προσόντων. Κι ενώ οι πρώιμες και δυσοίωνες προβλέψεις σχετικά με το μέλλον της απασχόλησης και τις απώλειες σε θέσεις εργασίας έδωσαν τη θέση τους σε μετριοπαθέστερες εκτιμήσεις -η τεχνολογία ως παράγοντας «δημιουργικής καταστροφής» δεν καθιστά μόνο κάποιες θέσεις εργασίας «τεχνολογικά παρωχημένες» αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί και νέους τύπους θέσεων εργασίας- λίγη αμφιβολία υπάρχει ως προς τις επιπτώσεις που θα έχει η τέταρτη βιομηχανική επανάσταση στην απασχόληση καθώς στο εγγύς μέλλον οι ζητούμενες δεξιότητες θα είναι διαφορετικές.

Ιδιαίτερα ως προς την αυτοματοποίηση των εργασιών ρουτίνας εκτιμάται ότι θα έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της ζήτησης για επαγγέλματα μεσαίου και υψηλότερου επιπέδου προσόντων -ακόμη περισσότερο σε ανεπτυγμένες οικονομίες που βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στον τριτογενή τομέα- καθώς τα άτομα θα αναλαμβάνουν πιο σύνθετα καθήκοντα που απαιτούν το συνδυασμό τεχνικών και εγκάρσιων δεξιοτήτων όπως η συνθετική ανάλυση, η κριτική σκέψη, η ανάληψη πρωτοβουλίας, η επικοινωνία, η ομαδική εργασία, η δημιουργικότητα, η συναισθηματική νοημοσύνη κ.α. για την αντιμετώπιση πολύπλοκων ζητημάτων, ad hoc αναγκών και απρόβλεπτων καταστάσεων. Ακόμη, όμως, και τα επαγγέλματα χαμηλότερων προσόντων αναμένεται να αντιμετωπίσουν την πρόκληση εμπλουτισμού των απαιτούμενων δεξιοτήτων ένεκα της τεχνολογικής διείσδυσης.

Σε ένα τόσο δυναμικό περιβάλλον το απαιτούμενο «πακέτο» μάθησης και απασχολισιμότητας μεταβάλλεται με την πάροδο του χρόνου σύμφωνα με τις εξελίξεις που συντελούνται στην αγορά εργασίας. Τα άτομα στην προσπάθειά τους να ανταποκριθούν στις μεταβαλλόμενες συνθήκες προσπαθούν να εμπλουτίσουν το μείγμα γνώσεων και δεξιοτήτων τους μέσω κάθε μορφής εκπαίδευσης, τυπικής και μη τυπικής, αναδεικνύοντας τον αυξημένο ρόλο που έχει η Δια Βίου Μάθηση και Κατάρτιση στην εποχή μας. Η εξέλιξη, δε, της τεχνολογίας έχει και σε αυτήν την περίπτωση τις επιπτώσεις της καθώς ψηφιακές καινοτομίες διευκολύνουν την εξατομίκευση της εκπαίδευσης εγείροντας, παράλληλα, ζητήματα διασφάλισης ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών.

Αυτές οι εξελίξεις συμβάλλουν ώστε να ξεθωριάσει η παραδοσιακή και στατική αντίληψη της εκπαίδευσης ως μία διαδικασία που ξεκινάει στην αρχική φάση της ζωής ενός ανθρώπου και ολοκληρώνεται με το τέλος της αρχικής εκπαίδευσης, έχοντας εφαρμογή στο υπόλοιπο της ζωής του. Η εκπαίδευση (και η κατάρτιση) αποτελεί, πλέον, μία δια βίου, και όχι ορισμένης χρονικής διάρκειας, διαδικασία η οποία, μεταξύ άλλων, θα πρέπει να προετοιμάζει τα άτομα για μία επιτυχημένη μετάβαση στην αγορά εργασίας και για την εξασφάλιση βιώσιμης απασχόλησης. Προσθέτοντας, δε, στην εξίσωση τον κομβικό ρόλο που διαδραματίζει η Επαγγελματική Εκπαίδευση στις ανεπτυγμένες οικονομίες ως προς την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς εργασίας γίνεται αντιληπτό ότι η επίτευξη ενός ισορροπημένου Εκπαιδευτικού συστήματος αποτελεί μία πολύ σύνθετη πρόκληση.

Η Ε.Ε. διέβλεψε από τις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας τις επερχόμενες προκλήσεις στον τομέα της Εκπαίδευσης τοποθετώντας τον όλο και υψηλότερα στην πολιτική της ατζέντα. Έχει δώσει, δε, πολύ μεγάλη βαρύτητα στην παρακολούθηση των μεταβολών της ζήτησης σε δεξιότητες και επαγγέλματα (Skills forecast και Skills Panorama της CEDEFOP) και στην δυνατότητα εκτίμησης μελλοντικών αναντιστοιχιών με απώτερο στόχο τη βελτίωση της διασύνδεσης της προσφοράς και ζήτησης στην αγορά εργασίας. Σε επίπεδο χάραξης πολιτικής, αυτές οι κατευθύνσεις μετουσιώνονται σε κομβικά στρατηγικά κείμενα τα οποία υπογραμμίζουν την ανάγκη τα συστήματα εκπαίδευσης (και κατάρτισης) της Ε.Ε. να προσφέρουν σε όλους τους πολίτες της το σωστό μείγμα γνώσεων, δεξιοτήτων και ικανοτήτων για να πετύχουν στην αγορά εργασίας.

Αυτό, σύμφωνα με το Νέο Θεματολόγιο Δεξιοτήτων, περιλαμβάνει τις Δεξιότητες STEM (Science, Technology, Engineering, Maths), τις εγκάρσιες δεξιότητες, τις επιχειρηματικές δεξιότητες, τις επαγγελματικές δεξιότητες, τις στοιχειώδεις βασικές δεξιότητες και την εκμάθηση γλωσσών, ενώ η ΕΕ εξελίσσει και επικαιροποιεί διαρκώς το προαναφερόμενο προτεινόμενο μίγμα.

Στην Ελλάδα το εκπαιδευτικό σύστημα πάσχει διαχρονικά από έλλειψη σύνδεσης με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας ενώ ταυτόχρονα στερείται ισόρροπης δομής, εναλλακτικών διαδρομών κινητικότητας και προσβασιμότητας μεταξύ των διάφορων βαθμίδων εκπαίδευσης και ελκυστικότητας μεταξύ των εναλλακτικών ως προς την ανώτατη εκπαίδευση εκπαιδευτικών επιλογών. Αποτέλεσμα αυτών των δομικών παθογενειών είναι η παρουσία σημαντικών ανισορροπιών στην αγορά εργασίας σε ζητούμενα επαγγέλματα και σε ζητούμενες δεξιότητες.

Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι, σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στην Ελλάδα περίπου 4 στους 10 αποφοίτους της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης απασχολούνται σε θέσεις εργασίας που δεν απαιτούν πτυχίο αυτής της βαθμίδας (υψηλότερο ποσοστό στην Ε.Ε.) καταδεικνύοντας την μη αξιοποίηση των δημόσιων πόρων που επενδύονται στην τριτοβάθμια εκπαίδευση αλλά και τις ανισόρροπες εκροές του συστήματος που καταλήγουν σε στρεβλώσεις της αγοράς εργασίας. Η απασχόληση, δε, προσωπικού ανώτερης εκπαιδευτικής βαθμίδας σε θέσεις απασχόλησης χαμηλότερων απαιτήσεων οδηγεί σε χαμηλότερη παραγωγικότητα καθώς αυτό το ανθρώπινο δυναμικό αποσπά χαμηλότερη ικανοποίηση και χαμηλότερες αμοιβές από την εργασία του.

Στην χώρα μας υφίσταται διαχρονικά -αλλά με διαρκώς διευρυνόμενη τάση- υπερβολική ανισορροπία μεταξύ των αποφοίτων Πανεπιστημιακής εκπαίδευσης κι εκείνων των υπόλοιπων βαθμίδων του εκπαιδευτικού συστήματος. Για παράδειγμα, η Επαγγελματική Εκπαίδευση και Κατάρτιση στην Ελλάδα συνεχίζει να είναι λιγότερο ελκυστική καθώς, σε κοιωνικοοικονομικό επίπεδο, στην αντίληψη της ευρύτερης κοινωνίας θεωρείται υποβαθμισμένη όταν στην Γερμανία, στην Αυστρία, στην Ολλανδία και άλλες χώρες του Ευρωπαϊκού Βορρά συνιστά εδώ και δεκαετίες μία δημοφιλή επιλογή και ασφαλή διαδρομή προς την βιώσιμη απασχόληση ενώ άλλες χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου, συνειδητοποιώντας τον κρίσιμο ρόλο της, έχουν προβεί σε σημαντικές μεταρρυθμίσεις έχοντας ήδη πολύ θετικά αποτελέσματα ακολουθώντας τις κατευθυντήριες αρχές της Ε.Ε. Αντίθετα, στην χώρα μας η Επαγγελματική Εκπαίδευση και Κατάρτιση, υπό την υφιστάμενη μορφή της, δεν συνδέεται επαρκώς με τις επιχειρήσεις, προσφέρει πολύ περιορισμένες δυνατότητες μεταπήδησης στην ανώτατη βαθμίδα εκπαίδευσης και μετέπειτα επαγγελματικής εξέλιξης, προσφέρει χαμηλές αποδοχές και χαμηλό επίπεδο εργασιακής σταθερότητας και ασφάλειας.

Η βελτίωση της ελκυστικότητας της Επαγγελματικής Εκπαίδευσης στην Ελλάδα μέσω της προώθησης του θεσμού της μαθητείας κατά τα πρότυπα υπολοίπων χωρών της Ε.Ε. αλλά και την ενίσχυση και αξιοποίηση εργαλείων όπως τα επαγγελματικά περιγράμματα συνιστά μία αναγκαία μεταρρύθμιση στον χώρο της εκπαίδευσης θεμελιώδους χαρακτήρα για την λειτουργία του εκπαιδευτικού συστήματος, της αγοράς εργασίας και συνολικά της οικονομίας.

Ανάλογα σημαντικό είναι το γεγονός ότι σε σειρά ερευνών (Manpower, ΣΕΒ) σχετικά με τα χαρακτηριστικά και την ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού στην Ελλάδα 4 στους 10 εργοδότες (με αυξανόμενη τάση κάθε χρόνο) δηλώνουν ότι αντιμετωπίζουν δυσκολία στην κάλυψη θέσεων εργασίας (παρά την υψηλή ανεργία, ακόμα και στα επίπεδα κορύφωσής της) με τους κατάλληλους υποψηφίους λόγω έλλειψης των κατάλληλων δεξιοτήτων (τεχνικών, επαγγελματικών και εγκάρσιων/soft skills) και της απαιτούμενης εμπειρίας και όχι των τυπικών προσόντων.

Η κατοχή ενός τίτλου προσόντος που στην πράξη έχει περιορισμένο αποτύπωμα και αντίκρισμα στις ανάγκες της αγοράς εργασίας (π.χ. ψηφιακές δεξιότητες, συνθετική ανάλυση, τεχνική/επαγγελματική δεξιότητα) δυσκολεύει την είσοδο στην απασχόληση καθώς οι εργοδότες ενδιαφέρονται, πέραν των τυπικών προσόντων, όλο και περισσότερο για το τι γνωρίζουν, κατανοούν και μπορούν να κάνουν οι εργαζόμενοι στην πράξη έχοντας ολοένα και μεγαλύτερη κατανόηση της σημασίας των εγκάρσιων δεξιοτήτων. Έτσι, στην Ελλάδα παρατηρείται η παραδοξότητα να έχουμε πλήθος ατόμων που καλύπτουν μεν τα τυπικά προσόντα (πληθωρισμός) αλλά που επι του πρακτέου στερούνται των απαραίτητων ή κατάλληλων δεξιοτήτων για την εξασφάλιση μίας καλά αμειβόμενης θέσης εργασίας και την διασφάλιση βιώσιμης απασχόλησης.

Όμως το πρόβλημα δεν εντοπίζεται μόνο στην αναντιστοιχία μεταξύ ζητούμενων δεξιοτήτων στην αγορά εργασίας. Η εικόνα που αποτυπώνεται σε πλήθος ερευνών της Ε.Ε. και του ΟΟΣΑ σχετικά τις βασικές και ψηφιακές δεξιότητες των αποφοίτων του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος είναι αποκαρδιωτική. Ειδικότερα, στην τελευταία έκθεση (2015) του Προγράμματος PISA (Programme for International Student Assessment), το οποίο αξιολογεί, ανά τριετία, την αποτελεσματικότητα των εκπαιδευτικών προγραμμάτων των χωρών που συμμετέχουν σε αυτό, η Ελλάδα κατετάγη και πάλι στις τελευταίες θέσεις μεταξύ των χωρών μελών του ΟΟΣΑ (32η στις δύο πρώτες κατηγορίες και 31η στην κατανόηση κειμένου, επί συνόλου 35 χωρών-μελών), με συνολικά χαμηλότερη βαθμολογία από την περασμένη φορά.

Αντίστοιχα, στο Πρόγραμμα PIAAC (Program for the International Assessment of Adult Competencies) το οποίο αφορά την αξιολόγηση δεξιοτήτων του ενήλικου πληθυσμού και σχετίζεται τόσο με την μακροπρόθεσμη επίπτωση του εκπαιδευτικού συστήματος όσο και ειδικότερα με τη δια βίου μάθηση, στην τελευταία έκθεση (2015) για την Ελλάδα τα αποτελέσματα δεν είναι ενθαρρυντικά καθώς οι επιδόσεις που καταγράφηκαν σε Ανάγνωση/Κατανόηση Κειμένου και Γραφή, Μαθηματικά Προβλήματα/Αριθμητική και Τεχνολογικές Δεξιότητες ήταν πολύ κάτω από τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ.

Ομοίως, όσον αφορά στις ψηφιακές δεξιότητες του ανθρώπινου κεφαλαίου που αποτελούν το σύγχρονο αλφαβητάριο του 21ου αιώνα, η Ελλάδα, σύμφωνα με τον δείκτη DESI (Digital Economy and Society Index) της Ε.Ε., κατατάσσεται στην 26η θέση σε σύνολο των 28 χωρών-μελών της Ένωσης υποσκελίζοντας μόνο τις Βουλγαρία και Ρουμανία. Η κατάσταση σε αυτόν τον τομέα βαίνει βελτιούμενη, μεν, αλλά με πιο αργό ρυθμό, δε, σε σύγκριση με τις υπόλοιπες χώρες της Ε.Ε., με αποτέλεσμα η χώρα μας να βρίσκεται μονίμως στις τελευταίες θέσεις κατάταξης του σχετικού δείκτη.

Οι αρρυθμίες που αποτυπώνονται παραπάνω στην σχέση μεταξύ εκπαιδευτικού συστήματος και αγοράς εργασίας συνιστά μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις που έχει να αντιμετωπίσει η νέα Κυβέρνηση. Με την παρούσα δομή και οργάνωση το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται στην πρόκληση της ανάπτυξης των δεξιοτήτων που απαιτούνται για να στηρίξουν την επαναφορά της ελληνικής οικονομίας σε βιώσιμους δρόμους ανάπτυξης, δείχνοντας αδυναμία προσαρμογής στις σύγχρονες εξελίξεις και στις ανάγκες της αγοράς εργασίας και της οικονομίας.

Η περίοδος της κρίσης στην Ελλάδα μπορεί μόνο εν μέρει να δικαιολογήσει την παραπάνω εικόνα, καθώς η έλλειψη σύνδεσης των αναγκών της αγοράς εργασίας με την εκπαίδευση αποτελεί διαχρονική διαρθρωτική αδυναμία του συστήματος. Η αδυναμία αντιμετώπισης αυτής της κατάστασης θα έχει πολύ υψηλό τίμημα για την χώρα καθώς η Ελλάδα ήδη κινδυνεύει να παγιδευτεί σε μία οικονομία περιορισμένης παραγωγικής βάσης, χαμηλής παραγωγικότητας και προστιθέμενης αξίας που χαρακτηρίζεται από μεσαίες και χαμηλές δεξιότητες, και ως εκ τούτου από χαμηλούς μισθούς.

Η νέα Κυβέρνηση της χώρας στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης που θα πρέπει να προωθήσει στο εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας καλείται να δώσει άμεση προτεραιότητα στην δημιουργία ενός συνεκτικού πλαισίου σύνδεσης του συστήματος εκπαίδευσης με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας, ενισχύοντας την διαλειτουργικότητα και τη διασύνδεση όσων αποσπασματικών παρεμβάσεων έλαβαν χώρα στο παρελθόν. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγεται και η λειτουργία του Μηχανισμού Διάγνωσης αναγκών της Αγοράς Εργασίας του Εθνικού Ινστιτούτου Εργασίας και Ανθρώπινου Δυναμικού, ο οποίος διαδραματίζει τον ρόλο σηματοδότη των εξελίξεων που λαμβάνων χώρα στον χώρο της αγοράς εργασίας σε ζητούμενα επαγγέλματα και δεξιότητες και ο οποίος χρήζει εκσυγχρονισμού και ενίσχυσης του ρόλου του ως «γέφυρα» μεταξύ των επιχειρήσεων, της αγοράς εργασίας και των φορέων της εκπαίδευσης και κατάρτισης.

Καθώς η Ε.Ε. δίνει έμφαση στη δημιουργία μίας κοινωνίας γνώσης στην οποία ο ρόλος της Εκπαίδευσης και Κατάρτισης, τυπικής και μη τυπικής, είναι θεμελιώδης για την λειτουργία της οικονομίας της, η Ελλάδα δεν έχει την πλέον την πολυτέλεια να συνεχίσει να ομφαλοσκοπεί επί ζητημάτων και κεντρικών επιλογών που έχουν λυθεί στις ανεπτυγμένες οικονομίες και σε επίπεδο Ε.Ε. και οι οποίες έχουν δοκιμαστεί και θριαμβεύουν εδώ και τουλάχιστον δύο δεκαετίες. Χώρες μέλη της Ε.Ε. του πρώην ανατολικού μπλοκ οι οποίες αντιμετώπισαν δυσθεώρητες προκλήσεις στη διαδικασία μετάβασής τους στην ελεύθερη οικονομία έχουν ήδη προσπεράσει την Ελλάδα σε πολλούς ποιοτικούς δείκτες της οικονομίας και σήμερα αποτελούν μελέτες περίπτωσης σε θέματα αντιμετώπισης γραφειοκρατίας και ψηφιακού εκσυγχρονισμού. Ως εκ τούτου, η Ελλάδα δεν έχει χρόνο για χάσιμο και πρέπει να επανακτήσει την αξιοπιστία της και τον ενεργό της ρόλο στον πυρήνα των εξελίξεων της Ε.Ε. προκειμένου να βρίσκεται συνεπιβάτης στο τρένο της ανάπτυξης και συνδιαμορφωτής των εξελίξεων στην Ένωση.

Η Παιδεία, και εν συνόλω ο χώρος της Εκπαίδευσης και Κατάρτισης, αποτελεί έναν από τους πλέον κρίσιμους παράγοντες της οικονομίας και της κοινωνίας της χώρας μας καθώς στο μεσο-μακροπρόθεσμο διάστημα συμβάλει στην δημιουργία υπεύθυνων πολιτών με δυνατότητα κριτικής σκέψης, στο βραχυπρόθεσμο διάστημα επηρεάζει θεμελιωδώς την λειτουργία της οικονομίας, ενώ δεν θα πρέπει να λησμονείται η δυναμική του να εξελιχθεί σε έναν εκ των βασικών πυλώνων της οικονομίας, κατά τα πρότυπα της Κύπρου, παρά την χαμένη ευκαιρία αναθεώρησης του Συντάγματος πριν λίγους μήνες. Οι προκλήσεις που έχει να αντιμετωπίσει η νέα Κυβέρνηση είναι πολυεπίπεδες και σύνθετες. Το ξεκίνημά της είναι ελπιδοφόρο καθώς βρίσκεται στην σωστή κατεύθυνση και η κοινωνία, όπως εκφράστηκε μέσα από τις εκλογές της 7ης Ιουλίου, αναμένει άμεση ανάληψη πρωτοβουλιών και αποτελεσματικότητα χωρίς παρεκκλίσεις από τη φιλόδοξη στόχευση του Κυβερνητικού σχεδιασμού.

*Γιώργος Δάφνος
Σύμβουλος Ανάπτυξης, Στρατηγικής Πολιτικής και Συγχρηματοδοτούμενων Προγραμμάτων της Ε.Ε.

Σχόλια Αναγνωστών

0 Προσθήκη σχολίου

Δεν υπάρχουν ακόμα σχόλια για αυτό το άρθρο.

ΠΡΟΣΘΕΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ!
Απάντηση σε x
* Υποχρεωτικά πεδία* Το vimaonline σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά και άσχετα με το περιοχόμενο του άρθρου σχόλια. Είναι αυτονόητο πως η ομάδα διαχείρισης φέρει ευθύνη μόνο για τα επώνυμα άρθρα των συντακτών και των συνεργατών της.

Σας ευχαριστούμε για την συμμετοχή σας.