ΠΑΛΑΙΟ ΦΑΛΗΡΟ

Έπαυλις Κουλούρα: Ένα Μουσείο παιχνιδιών με ιστορία στο Παλαιό Φάληρο

Γράφει ο Βασίλης Χατζηκωνσταντίνου, Δικηγόρος, Πρόεδρος Αρχείου Ιστορίας Παλαιού Φαλήρου 1 27 ΜΑΙΟΥ 2014, 16:18

Η Έπαυλη σε καρτ ποστάλ του 1907 (Pallis & Cotzias 1171), όταν ήταν μισθωμένη στο γιατρό Μηλιαρέση.

Η Έπαυλις Κουλούρα στο Παλαιό Φάληρο πολύ σύντομα θα ανοίξει τις πόρτες του σε μικρούς και μεγάλους. Ο κάποτε παραθαλάσσιος μοναδικός πύργος του Παλαιού Φαλήρου, μετατρέπεται σε Μουσείο παιδικών παιχνιδιών!

Το κληροδότημα της Βέρας Κουλούρα στο Μουσείο Μπενάκη, θα ξαναπάρει ζωή και θα φιλοξενήσει τη συλλογή παιδικών παιχνιδιών της Μαρίας Αργυριάδη, δωρεά της ίδιας στο Μουσείο Μπενάκη και η οποία αποτέλεσε τον πυρήνα των εκθεμάτων του Μουσείου.

Όμως τα κτίρια, κυρίως τα παλιά, έχουν ιστορία. Αυτή την ιστορία διηγείται σήμερα, πηγαίνοντάς μας πίσω στο χρόνο, ο Πρόεδρος του Αρχείου Ιστορίας του Παλαιού Φαλήρου, Δικηγόρος, Βασίλης Χατζηκωνσταντίνου.

 
I. Ο ΑΡΧΙΚΟΣ ΚΤΗΤΩΡ ΣΠΥΡΟΣ ΔΕΣΠΟΖΙΤΟΣ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ

Στα τέλη του 19ου αιώνα με αρχές της δεκαετίας 1900, αναπτύσσεται μια έντονη μεταλλευτική και μεταλλουργική δραστηριότητα σε πολλές περιοχές της Ελλάδας. Έλληνες αλλά και ξένοι επιχειρηματίες επενδύουν στην εκμετάλλευση των ελληνικών μεταλλευμάτων, με σαφή πρόθεση του Κράτους να προωθήσει τις επενδύσεις αυτές.

Δεκάδες, αν όχι εκατοντάδες αιτήσεις για παραχώρηση μεταλλείων κατατίθενται από τους επίδοξους μεταλλευτές, σε όλες σχεδόν τις περιοχές της Ελλάδας.

Ανάμεσα στους γνωστούς για τα επενδυτικά τους ενδιαφέροντα στον κλάδο της Μεταλλευτικής και της Μεταλλουργίας, Σερπιέρη, Σκουζέ, Συγγρού, Δεπιάν, Σκαλλιέρη, Νόελ-Μπέϊκερ, Νέγρη και άλλων, αναφέρεται και το όνομα του Σπυρίδωνα Δεσπόζιτου, ιταλικής προφανώς καταγωγής.

Ο Σπυρίδων Δεσπόζιτος, που αναφέρεται σαν «κτηματίας- μεταλλουργός», είχε αληθινό πάθος με τη «Μεταλλεία» . Είτε μόνος του, είτε συνεταιριζόμενος με άλλους, του ίδιου ενδιαφέροντος επιχειρηματίες, όπως π.χ. ο Γεώργιος Σκαλλιέρης και ο Λουδοβίκος Δεπιάν, εκμεταλλεύτηκε κατά καιρούς μεταλλεία στο Γραμματικό και στο Σούνιο Αττικής, στη Λίμνη Ευβοίας, στη Μύκονο και αλλού.

Από το γάμο του με τη Θηρεσία Δύπελ, απέκτησε επτά παιδιά, 2 κορίτσια και 5 αγόρια, από τα οποία ο Αρθούρος, ο Ερνέστος και ο Ιωάννης, σπούδασαν στην Γαλλία και στην Ιταλία, μηχανικοί μεταλλειολόγοι ( δεν υπήρχε τότε στο Μετσόβιο Πολυτεχνείο η ανάλογη Σχολή» και συνέπρατταν με τον πατέρα τους στην εκμετάλλευση των μεταλλείων.

Το μεταλλείο από το οποίο έγινε όμως περισσότερο γνωστός ο Σπυρίδων Δεσπόζιτος, για αρνητικούς κυρίως λόγους, είναι αυτό του Γραμματικού.

Το μεταλλείο αυτό, βρίσκεται κοντά στο χωριό Γραμματικό Αττικής, βόρεια και σε απόσταση 7-8 χιλιομέτρων από τον Μαραθώνα και εξορύσσεται από αυτό κυρίως σιδηρομαγγάνιο και πριν από 2500 χρόνια το εκμεταλλευόντουσαν και οι αρχαίοι Έλληνες. Πολύ αργότερα το εκμεταλλεύθηκαν και οι Ενετοί, όπως μαρτυρούν τα εργαλεία που βρέθηκαν σε παλιές στοές εκείνης της εποχής.

Από το έτος 1891, το μεταλλείο αυτό άρχισε να το εκμεταλλεύεται ο Δεσπόζιτος συνεταιριστικά με τον Λουδοβίκο Δεπιάν και με τη συνεργασία Γάλλων μηχανικών και μεταλλουργών.

Στις 2 Ιανουαρίου 1901,συνέβη ένα από τα μεγαλύτερα- αν όχι το μεγαλύτερο-ατύχημα σε ελληνικά μεταλλεία. Ένας βράχος που οι ειδικοί μηχανικοί ονομάζουν «τιτανόλιθο», ο οποίος διατηρείτο πάνω από το υπαίθριο εργοτάξιο εξορύξεως μεταλλεύματος για εκατοντάδες χρόνια, κατέπεσε διότι όπως έγραψε τότε ο αρμόδιος Επιθεωρητής Μεταλλείων Λεωνίδας Καράμπελας, «τα υέτια ύδατα εισεχώρησαν εις τας ίνας του τιτανολίθου και ώθησαν όγκον μαρμάρου 900 κυβικών μέτρων περίπου, ήτοι δύο εκατομμυρίων οκάδων περίπου».

Στο εργοτάξιο αυτό με τον αριθμό 9, εργάζονταν συνήθως 22 άτομα αλλά λόγω του ψύχους που επικρατούσε και του ότι ήταν η επαύριος της Πρωτοχρονιάς, υπήρχαν ευτυχώς μόνον 11. Η πτώση του τεράστιου αυτού ογκόλιθου ήταν αιφνίδια και επειδή οι εργάτες βρισκόντουσαν σε μικρή απόσταση από το βράχο, δεν πρόλαβαν να φύγουν και έτσι καταπλακώθηκαν 8 από αυτούς, από τους οποίους οι 7 σκοτώθηκαν ακαριαία και ο 8ος με αυτοθυσία του Γάλλου μηχανικού Τομέ, απεγκλωβίσθηκε και διέφυγε τελικά το θάνατο.

Το τραγικό αυτό δυστύχημα συγκλόνισε όλη την Ελλάδα και επί ημέρες βρισκόταν στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων, κάνοντας έτσι πασίγνωστο το όνομα του Δεσπόζιτου.

Τον Μάιο του 1896, χρονιάς των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα, ο Σπυρίδων Δεσπόζιτος, αγοράζει από τους αδελφούς Σπύρο και Χρήστο Ξηροτάγαρο, ένα μεγάλο οικόπεδο, 1020 περίπου τετραγωνικών μέτρων, στο Παλαιό Φάληρο και στη συμβολή της οδού Τρίτωνος και Λεωφόρου Ποσειδώνος αριθμός 14, απέναντι από το αιωνόβιο εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου, αντί του ποσού των 12.969, 60 δραχμών, (όπως βέβαια γράφεται στο συμβόλαιο).

Η περιοχή ήταν αραιοχτισμένη και απέναντι από το οικόπεδο προς τη μεριά της θάλασσας, υπήρχε μια παράγκα που χρησιμοποιείτο σαν καφενείο.

II. ΤΟ ΚΤΙΡΙΟ

Όπως φαίνεται και στο συμβόλαιο, δεν υπήρχε οικοδομή στο οικόπεδο. Το κτίριο που ξέρουμε τώρα σαν «Βίλλα Κουλούρα», πρέπει να κτίστηκε μεταξύ του 1897 και του 1900.

Είναι ένα επιβλητικό κτίριο με εμφανή λιθοδομή από λαξευμένη λευκή πέτρα, στο οποίο δεσπόζουν δύο οκταγωνικοί δίδυμοι πύργοι με επάλξεις, φρουριακής μορφής συμμετρικά τοποθετημένοι.

Το κτίριο έχει έντονα τα χαρακτηριστικά ενός μεταβατικού ρυθμού από την Γοτθική αρχιτεκτονική σε εκείνη του Μπαρόκ ή όπως συνηθίζεται το χαρακτηρίζουν «νεογοτθικής αρχιτεκτονικής».

Μια διπλή κυκλική σκάλα, οδηγεί στην υπερυψωμένη είσοδο του κτιρίου. Στην κατάληξη του μαρμάρινου κιγκλιδώματος κάθε σκάλας, υπήρχαν χάλκινα αγάλματα αρχαϊκής κόρης -φανοστάτες- σε φυσικό μέγεθος, σε απλή και κομψή στάση. Πραγματικά έργα τέχνης.

Ο Σπυρίδων Δεσπόζιτος έκτισε το σπίτι αυτό με μεγάλο μεράκι. Μετακάλεσε από την Ιταλία έναν ονομαστό ζωγράφο, ο οποίος έφτιαξε σε όλους σχεδόν τους χώρους διακοσμητικές οροφογραφίες και τοιχογραφίες.
 
Το δάπεδο στον ανωτέρω χώρο, είναι με έγχρωμα κεραμικά «ψηφιδωτά» πλακίδια, ιταλικής κατασκευής, που δημιουργούν ωραιότατα σχέδια. Σε όλο σχεδόν το κτίριο υπάρχουν οροφογραφίες με διακοσμητικά μοτίβα.
Στα 2 παράθυρα, αριστερά και δεξιά της εισόδου, υπάρχουν ωραιότατα «βιτρό».

Οι δύο τετράγωνοι πύργοι συμμετρικά τοποθετημένοι στο πίσω μέρος του κτιρίου κατασκευάσθηκαν με μεταγενέστερη προσθήκη όπως μαρτυρούν οι μικρές διαφορές ως προς την τεχνική της δόμησης.

Την άποψη αυτή επιβεβαιώνουν αφενός οι φωτογραφίες του κτιρίου που υπάρχουν στις διαφημιστικές καταχωρήσεις του γιατρού Γεωργίου Μηλιαρέση, που έχουν δημοσιευθεί στις εφημερίδες «ΕΜΠΡΟΣ» και «ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ» και πιθανόν και σε άλλες κατά τα έτη 1907 και 1908, καθώς και η διαφημιστική καρτ ποστάλ, εκδόσεως «Πάλλη και Κοτζιά» (αριθμός 1171) με ωραιότατη φωτογραφία του κτιρίου και της γύρω περιοχής.

Αφετέρου το κτίριο εμφανίζεται χωρίς τους τετράγωνους πύργους στην πίσω πλευρά και σε στερεοσκοπική φωτογραφία ιδιωτικής κατασκευής των αρχών της δεκαετίας του 1910, που απεικονίζει σε πρώτο πλάνο ένα υπαίθριο καφενείο που λειτουργούσε τότε απέναντι στην Έπαυλη (φωτογραφικό αρχείο Μουσείου Μπενάκη).

Το είδος της πέτρας που χρησιμοποιήθηκε για την δόμηση του κτιρίου είναι πανομοιότυπο με εκείνο των βραχωδών ιζηματογενών εξάρσεων του Παλαιού Φαλήρου γεγονός που ενισχύει την άποψη ότι είναι προϊόν επιτόπιας λατόμησης.

Η χρήση λευκής πέτρας σε αντίθεση με το γαλάζιο φαληρικό ουρανό και ο συγκρατημένος όγκος κάνει το κτίριο ανάλαφρο. Στο κτίριο υπήρχε κεντρική θέρμανση, ο αρχικός δε λέβητας τροφοδοτείτο με κάρβουνο. Αργότερα έγινε μετατροπή σε «πετρέλαιο».



Διαφημιστική καταχώρηση του Μηλιαρέση, στην " Ακρόπολη" στις 24/4/1908.

Το κτίριο κατοικήθηκε από την οικογένεια Δεσπόζιτου το πολύ μέχρι το 1906, γιατί το 1907 και το 1908, όπως αναφέρεται και ανωτέρω, υπάρχουν διαφημιστικές καταχωρήσεις στον Αθηναϊκό τύπο με την εικόνα του κτιρίου, από τις οποίες εξάγεται ότι χρησιμοποιείτο σαν «Αναρρωτήριο -Υδροθεραπευτήριο» του γιατρού Γεωργίου Μηλιαρέση, που λειτούργησε μέχρι το 1923, σύμφωνα με την πληροφόρηση από τον Σπύρο Μαρκεζίνη.

Στην διαφημιστική καρτ ποστάλ που προαναφέρεται, στην εμπρόσθια όψη του κτιρίου, υπάρχει η επιγραφή «ΑΝΑΡΡΩΤΗΡΙΟΝ» και στην πλαϊνή όψη η επιγραφή “MAISON DE SANTE”. Οι επιγραφές αυτές, είναι τοποθετημένες στις επάλξεις του κτιρίου, ένα-ένα γράμμα.

Ο Σπυρίδων Δεσπόζιτος πεθαίνει το 1911, χωρίς να έχει αφήσει διαθήκη. Οι κληρονόμοι είναι πολλοί, αλλά και η περιουσία μεγάλη. Μετά το θάνατο της χήρας του Δεσπόζιτου, Θηρεσίας το 1915, συγκληρονόμου και αυτής, συντάσσεται διανεμητήριο και η περιουσία μοιράζεται χωρίς διενέξεις. Στα 5 αγόρια περιέρχεται μεταξύ άλλων και η Έπαυλη της Λεωφόρου Ποσειδώνος στο Παλαιό Φάληρο, κατ’ ισομοιρία.

III. Ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΟΥΛΟΥΡΑΣ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ

Τον Ιούνιο του 1917, ο «εμποροπλοίαρχος» όπως αναγράφεται στο συμβόλαιο, Αθανάσιος Κουλούρας αγοράζει από τους Ιωάννη, Αρθούρο, Ευγένιο και Ερνέστο Δεσπόζιτο τα 4/5 εξ αδιαιρέτου της «οικίας» μετά του οικοπέδου αυτής «και των εις το βάθος της αυλής ισογείων διαμερισμάτων» με το υπ’ αριθμό 21622/1917 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Ιωάννου και τον Ιανουάριο του 1918, ολοκληρώνει την αγοραπωλησία με την αγορά και του υπολοίπου 1/5 από τον Νικόλαο Δεσπόζιτο με το υπ’ αριθμό 22735/1918 συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου . Το συνολικό ποσό της αγοραπωλησίας ανήλθε σύμφωνα με τα πωλητήρια συμβόλαια, στο ποσό των 21.600 δραχμών.


Αθανάσιος Κουλούρας.

Ο Αθανάσιος Κουλούρας ήταν ο μικρότερος από τα πέντε παιδιά του Νικολάου και της Μαριγώς Κουλούρα, το γένος Γκίκα Γεωργίου Κολμανιάτη. Και οι δύο γονείς του ήταν απόγονοι αγωνιστών το1821, ο παππούς ήταν πυρπολητής κατά την Επανάσταση, ο δε Γκίκας Κολμανιάτης, ήταν πλοίαρχος στο μπρίκι “Ερμής”, ιδιοκτησίας του Μιχαήλ Τσαμαδού, με το οποίο πολέμησε καθ’ όλη την διάρκεια της Επανάστασης.
 Γεννήθηκε στην Ύδρα το έτος 1873. Νεαρός, όταν τελείωσε το σχολαρχείο, μπαρκάρισε για πρώτη φορά σε ηλικία 20 ετών, σαν μαθητευόμενος. Ήταν όμως πολύ επιμελής και σε δύο χρόνια έδωσε εξετάσεις και πήρε δίπλωμα πλοιάρχου.

Ταξίδεψε αρκετά χρόνια με τα πλοία “Εύχαρις” και “Φρόσω” του αδελφού του Γκίκα Κουλούρα.
Νυμφεύτηκε Υδραία, την Ελένη Ξένου, με την οποία και κατοίκησαν αρχικά στην Ύδρα, στο πατρικό της σπίτι της οικογενείας Κολμανιάτη, στην ενορία του Αγίου Αθανασίου.

Συνεταιρίσθηκε με τον κουνιάδο του Κυριάκο Ξένο και ότι δουλειά ή αγορά έκαναν, την έκαναν σχεδόν πάντα μαζί, σαν συνεταίροι.  Το 1922, έτος της Μικρασιατικής καταστροφής, οι αξίες των πλοίων πέφτουν τρομερά. Έτσι οι δύο συνεταίροι που εν τω μεταξύ είχαν δημιουργήσει ένα μικρό κεφάλαιο, αρχίζουν να δημιουργούν τον εφοπλιστικό τους στόλο.

"CAPE CORSO". Το πρώτο πλοίο του Αθανασίου Κουλούρα.

Το 1922 αγοράζουν το “CAPΕ CORSO”, το 1923 αγόρασαν το μερίδιο του αδελφού του Γκίκα από το “ΜΙΑΟΥΛΗΣ”, το 1927 το “ΥΔΡΑΙΟΣ” και το 1931 το “ΚΟΥΛΟΥΡΑΣ ΞΕΝΟΣ”, ένα από τα μεγαλύτερα πλοία του Ελληνικού εμπορικού στόλου εκείνης της εποχής. Δυστυχώς τα τρία από αυτά τα πλοία, χάθηκαν κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Το “ΚΟΥΛΟΥΡΑΣ ΞΕΝΟΣ” χτυπήθηκε στις 2 Απριλίου 1941 από Γερμανικά βομβαρδιστικά έξω από τη νήσο Γαύδο, ενώ συμμετείχε στην συμμαχική νηοπομπή AS 23 με πορεία προς το Port Said της Αιγύπτου και ακινητοποιήθηκε. Το πλήρωμά του το εγκατέλειψε και επιβιβάστηκε σε βάρκες από τις οποίες τους περισυνέλεξαν τα υπόλοιπα πλοία της νηοπομπής. Οι σύμμαχοι από φόβο μήπως το βρουν εγκαταλελειμμένο οι Γερμανοί και το ρυμουλκήσουν, το βύθισαν με επανειλημμένες βολές αεροπλάνων και κανονιοβολισμούς των πολεμικών τους πλοίων.

Το “ΥΔΡΑΙΟΣ” τορπιλίσθηκε στις 6 Ιουλίου 1942 στον Ινδικό Ωκεανό, μεταξύ Μοζαμβίκης και Μαδαγασκάρης από Γερμανικό υποβρύχιο με στοιχεία U-198, το οποίο όμως προειδοποίησε για την επίθεση και έτσι το πλήρωμα αποτελούμενο από 40 ναυτικούς, εγκατέλειψε έγκαιρα το πλοίο και σώθηκε.

Το τρίτο πλοίο το “CAPΕ CORSO”, αποκλείστηκε στο λιμάνι του Dakar, μετά την κατάληψη της Γαλλίας από τους Γερμανούς και κατασχέθηκε από την Κυβέρνηση του «Vichy». Παραχωρήθηκε στην Ναυτιλιακή εταιρεία “Chargeurs Reunis” και ταξίδευε με άλλο όνομα σαν “ r/n LIBERIA”.
Τορπιλίσθηκε και βυθίστηκε στις 20/21 Σεπτεμβρίου 1942 από το βρετανικό υποβρύχιο HMS UNRIVALLED (P 45) νοτιοανατολικά της Madhia της Τυνησίας.

Μετά τον Πόλεμο ο Αθανάσιος Κουλούρας αποζημιώθηκε για το χαμό των πλοίων του, όμως αν και το εδικαιούτο, δεν θέλησε να του παραχωρηθούν “ LIBERTIES” και έτσι το 1948 απέκτησε με δικά του κεφάλαια ένα πλοίο, το οποίο ονόμασε «ΥΔΡΑΙΟΣ 2».Το πλοίο αυτό πουλήθηκε μετά το θάνατό του το 1959.

Ο Αθανάσιος Κουλούρας δεν είχε ποτέ πολλά πλοία. Ήταν όμως ικανότατος επιχειρηματίας, με επικερδείς κινήσεις και απέκτησε σημαντική περιουσία και είχε και μεγάλες καταθέσεις. Παρέμεινε πάντα ένας απλός άνθρωπος με μεγάλη αγάπη για τον τόπο του και τους συνανθρώπους του.

Ο Κουλούρας ναυτολογούσε στα καράβια του, σχεδόν μόνο Υδραίους ναυτικούς και φροντίζει να έχουν ναύλους συχνά για την Ελλάδα για να βλέπονται οι οικογένειες, όσο περισσότερο γίνεται. Πάντα όμως είχε στο μυαλό του, την πατρίδα του την Ύδρα. Το 1930 παραχωρεί την δωρεάν - χρήση του κτιρίου της “Ναυτικής Σχολής της Ύδρας”.

Το 1937 με δική του δαπάνη χτίζεται στο λιμάνι της Ύδρας, το Μνημείο-Τύμβος του προγόνου του “Νικόλα (Jorge) Κολμανιάτη”, Υδραίου καπετάνιου, εθνικού ήρωα της Αργεντινής, ενώ η ανάγλυφη μπρούτζινη πλακέτα που κοσμεί τον τύμβο, είναι προσφορά των Ελλήνων και του Λαού της Αργεντινής και στάλθηκε στην Ύδρα από την κυβέρνηση της Αργεντινής με το πολεμικό πλοίο “Sarmiento” και τοποθετήθηκε στον τύμβο κατά τη διάρκεια μεγάλης γιορτής, παρουσία όλων των αρχών, των συγγενών του Κολμανιάτη, Γκίκα και Αθανασίου Κουλούρα, αγήματος του πλοίου, του Πλοιάρχου και του γενικού προξένου της Αργεντινής.

Το 1952 επισκευάζει το γήπεδο “Κούσουλα” φέρνοντας από το εξωτερικό ακόμα και όργανα Σουηδικής γυμναστικής και με δαπάνες του γίνεται στον αυλόγυρο της Μητρόπολης της Ύδρας, το μνημείο του Λάζαρου Κουντουριώτη.

Ο Αθανάσιος Κουλούρας φρόντιζε πάντα την οικογένειά του, τα αδέλφια του και τα ανίψια του. Μετά τον θάνατο του αδελφού του Γιώργου το 1933, αναλαμβάνει υπό την προστασία του την οικογένειά του και προικίζει από ένα σπίτι τα 4 ανύπαντρα κορίτσια του. Το 1937 μετά τον χαμό του ανιψιού του Νικολάου σε αύτανδρο ναυάγιο, αναλαμβάνει την κηδεμονία των δύο μικρανεψιών, του Γεωργίου και του Γκίκα καθώς και την συντήρησή τους μέχρι να αρχίσουν να εργάζονται.

Στο σπίτι της Λεωφόρου Ποσειδώνος, είχε φυλάξει και εντοιχίσει στον πρώτο όροφο του κτιρίου, ένα μικρό μεταλλικό χρηματοκιβώτιο που προερχόταν από το τελευταίο πλοίο που είχε ο αδελφός του Γκίκας Κουλούρας και «διαλύθηκε» το 1928. Στο πορτάκι του υπάρχει μεταλλική πλακέτα με το όνομα του πλοίου: “SS HYDRA”. Είναι και αυτό δείγμα του συναισθηματικού δεσίματος που είχε με την οικογένειά του.
Το έτος 1929, μετά από μακροχρόνια μάχη με τον καρκίνο, πεθαίνει η γυναίκα του Ελένη χωρίς να έχουν αποκτήσει παιδιά.

IV. Η ΒΕΡΑ ΚΟΥΛΟΥΡΑ

Στο σπίτι της Λεωφόρου Ποσειδώνος κατά τους τελευταίους μήνες της ζωής της, συντρόφευε την Ελένη Κουλούρα, η Βέρα Καλογερά του Σπυρίδωνος και της Αριέττας (το γένος Σκυλίτση), γεννημένη στο Νικολάγιεφ της Ρωσίας το 1894.  Ο πατέρας της καταγόταν από την Μονεμβάσια και σε κάποια ηλικία πήγε στη Ρωσία όπου ασχολήθηκε με το σιτεμπόριο και απέκτησε σημαντική περιουσία.



Βέρα Κουλούρα. 

Η Βέρα ανατράφηκε όπως όλα τα κορίτσια της καλής κοινωνίας, με το πιάνο της, τις ξένες γλώσσες κλπ.
Με την Οκτωβριανή επανάσταση του 1917, χάσανε όλη τους την περιουσία και διέφυγαν στην Κωνσταντινούπολη, κυριολεκτικά «μόνο με τα ρούχα τους». Όμως εκεί δεν βρήκαν τα πράγματα όπως τα ήθελαν και μετά από κάποιο χρονικό διάστημα έρχονται στην Ελλάδα.  Εδώ η Βέρα αναγκάζεται να εργαστεί σε κάποια πλούσια σπίτια, σαν “dame de compagnie”. Τα τελευταία 1-2 χρόνια την συναντάμε στο Παλαιό Φάληρο.

Κάποιοι φίλοι του Κουλούρα, πρότειναν την Βέρα σαν το καταλληλότερο πρόσωπο να συντροφεύει την Ελένη Κουλούρα στις δύσκολες μέρες που περνούσε. Έτσι η Βέρα μπήκε στην υπηρεσία του ζεύγους Κουλούρα και κατοίκησε στον Φαληριώτικο Πύργο.

Όλο τον καιρό που έμεινε η Βέρα κοντά στην «Ελενίτσα», όπως την αποκαλούσε χαϊδευτικά ο Κουλούρας, αυτός είχε την ευκαιρία να εκτιμήσει την ευσυνειδησία της, την αφοσίωσή της, την νοικοκυροσύνη της, την εντιμότητά της και γενικότερα τα προσόντα της.

Έτσι μετά από αρκετό χρονικό διάστημα από το θάνατο της «Ελενίτσας», νυμφεύεται σε δεύτερο γάμο την Βέρα στις 17 Ιανουαρίου 1931.  Πριν παντρευτούν, ο Κουλούρας έκανε προγαμιαία δωρεά στη Βέρα δύο σπίτια στο Κολωνάκι, στην οδό Αναγνωστοπούλου 1 και 3.

Χαρακτηριστικό του χαρακτήρα και του ήθους της Βέρας Κουλούρα, είναι το γεγονός ότι ενώ δεν είχε καμία ηθική υποχρέωση από την υπόσχεσή της στο σύζυγό της πριν πεθάνει, ότι το μεγαλύτερο μέρος της κληρονομιάς του θα διατεθεί για την Ύδρα, γιατί τα σπίτια αυτά ήταν προσωπική της περιουσία, εν τούτοις τα κληροδότησε στο Κουλούρειο Νοσοκομείο Ύδρας.

Ο Αθανάσιος Κουλούρας πέθανε στην Λωζάννη της Ελβετίας στις 23 Σεπτεμβρίου 1953 σε ηλικία 80 ετών και άφησε όλη σχεδόν την περιουσία του, συμπεριλαμβανόμενης και της επαύλεως του Παλαιού Φαλήρου, στη σύζυγό του Βέρα , με την υπ’ αριθμό 12812/1946 δημόσια διαθήκη του, ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Αθ. Θανόπουλου.

Ο Κουλούρας πριν από την άνω αναφερόμενη διαθήκη, είχε συντάξει και δύο ιδιόγραφες, από τις οποίες στη μια, αυτή του 1922, όριζε γενική κληρονόμο του, την προαποβιώσασα πρώτη του σύζυγο Ελένη και στην άλλη, αυτή του έτους 1934, όριζε γενική κληρονόμο τη δεύτερη σύζυγό του Βέρα.

Στη διαθήκη αυτή αναφέρεται με ιδιαίτερα τρυφερό τρόπο στη Βέρα, γράφοντας « Εγκαθιστώ και ονομάζω γενικόν κληρονόμον μου την αγαπητήν μου σύζυγον Βέραν… ήτις υπήρξεν δι’ εμέ αληθινός και προσφιλής σύντροφος της ζωής μου, πιστή και αφοσιωμένη εις εμέ και εις τα ευτυχείς και εις τας δυστυχείς ημέρας της συμβιώσεώς μας».

Μετά τον θάνατό του, η Βέρα Κουλούρα, ακολουθώντας πιστά και κατά γράμμα όλες τις επιθυμίες του, αφήνει όλη σχεδόν την περιουσία στην αγαπημένη του συζύγου της, Ύδρα. 
Στα τέλη της δεκαετίας του 1970, η Βέρα Κουλούρα δαπανά 400.000 δολάρια για να χτίσει το σημερινό Κουλούρειο Νοσοκομείο της Ύδρας.

Το Νοσοκομείο χτίστηκε σε οικόπεδο της Μητροπόλεως Ύδρας, που προερχόταν από δωρεά της Ζωής Καλαφάτη.
Η Βέρα Κουλούρα, μέχρι και το θάνατό της κατοίκησε στην έπαυλη του Παλαιού Φαλήρου. Κατεδάφισε ένα μικρό σπιτάκι που υπήρχε στη βόρεια πλευρά του οικοπέδου και δημιούργησε έναν θαυμάσιο κήπο προορισμένο να δέχεται τους φίλους της, όταν ο καιρός ήταν καλός. Όμως ποτέ δεν τον χάρηκε εξαιτίας ενός ατυχήματός της.

Κατά τη διάρκεια της Κατοχής το σπίτι επιτάχθηκε κατά ένα μέρος και ο Γερμανός Φρούραρχος του Παλαιού Φαλήρου καθώς και του Εργοστασίου Αεροπλάνων, εγκαταστάθηκε στους πύργους του πρώτου ορόφου και το ζεύγος περιορίστηκε στους υπόλοιπους χώρους. Μετά την Απελευθέρωση και για λίγο καιρό, στον ίδιο χώρο εγκαταστάθηκαν Εγγλέζοι.

V. ΤΟ ΚΛΗΡΟΔΟΤΗΜΑ, ΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙΩΝ ΚΑΙ Η ΜΑΡΙΑ ΑΡΓΥΡΙΑΔΗ ΚΑΙ ΛΙΓΑ ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΑ

Με την υπ’ αριθμό 865628/8-7-1976 δημόσια διαθήκη της ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Αθ. Θανόπουλου, η Βέρα Κουλούρα, κληροδοτεί την «Έπαυλη» στο Μουσείο Μπενάκη, «..ίνα χρησιμοποιήσει αποκλειστικώς ταύτην, ως μουσείον, πνευματικόν κέντρον ή άλλον παραπλήσιον σκοπόν…και με την υποχρέωσιν να διατηρήσει την εξωτερικήν μορφήν της οικίας ταύτης ως έχει μέχρι σήμερον και συντηρεί ταύτην».
Παράλληλα καταλείπει στο Μουσείο και το ποσό του ενός εκατομμυρίου δραχμών «..προς κατάλληλον διαρρύθμισίν της».  Το 1979 η Βέρα Κουλούρα πεθαίνει και η «Έπαυλη» περιέρχεται στο Μουσείο Μπενάκη.



Αξίζει να αναφερθεί, ότι η παραπάνω διαθήκη είναι η τρίτη κατά σειράν διαθήκη της Βέρας Κουλούρα. Στην πρώτη της διαθήκη κατέλειπε το κτίριο της Λεωφόρου Ποσειδώνος14, τον «Πύργο» της, στο Δήμο Παλαιού Φαλήρου.
Δεν μπορεί να γνωρίζει κανείς, τι μεσολάβησε και η διαθέτις μετέβαλε άποψη.
Με την τελευταία της διαθήκη, κληροδοτούσε ποσό 500.000 δραχμών, στο Δήμο Παλαιού Φαλήρου. Τα χρήματα αυτά, δεν έφτασαν ποτέ στο ταμείο του Δήμου.

Δυστυχώς μετά το θάνατο της Βέρας Κουλούρα εκλάπησαν τα ωραιότατα αγάλματα-φανοστάτες και την τελευταία στιγμή και από τυχαίους λόγους απετράπη απόπειρα ολοκληρωτικής λεηλασίας των πραγματικών θησαυρών που ευρίσκοντο μέσα στο κτίριο.

Ασφαλώς όλα αυτά τα χρόνια, υπήρξε δικαιολογημένος προβληματισμός από τη Διοίκηση του Μουσείου για την καταλληλότερη αξιοποίηση του εμβληματικού για το Παλαιό Φάληρο, αυτού κτιρίου, και πιστεύω ότι η απόφαση που πάρθηκε για τη δημιουργία σ’ αυτό του «Μουσείου Παιχνιδιών και παιδικής ηλικίας» ήταν η επιτυχέστερη και προσφορότερη.

Αντιγράφω μια φράση που διάβασα στο blog της “Neoclassical Architecture in Greece” και που είναι ότι καλύτερο που έχει γραφτεί για τη δημιουργία του Μουσείου στην Οικία Κουλούρα: «Αυτό το κτίριο θα μπορούσε να στεγάσει μόνο ένα μουσείο νεώτερης ιστορίας ή κάτι που αφορά και παιδιά, καθώς σίγουρα στα μάτια τους, θα είναι ο απόλυτος εν Ελλάδι, Πύργος των Παραμυθιών». Το ίδιο έχει πει άλλωστε και η Μαρία Αργυριάδη.

Ασφαλώς όμως δεν θα μπορούσε να γίνεται λόγος για τη δημιουργία αυτού του είδους του Μουσείου στο χώρο αυτό, εάν δεν είχε προϋπάρξει η συγκινητική και πολύτιμη δωρεά προς το Μουσείο Μπενάκη, της συλλογής της των παιχνιδιών, από τη Μαρία Αργυριάδη, κατά το έτος 1992, που απετέλεσε τον πυρήνα του Τμήματος Παιχνιδιών και Παιδικής Ηλικίας.

Η Μαρία Αργυριάδη γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε γλυπτική στη Σχολή Καλών Τεχνών του Ε.Μ.Π. Από το 1970 άρχισε να συλλέγει κούκλες και παιχνίδια (ελληνικά και ευρωπαϊκά) και η αγάπη της γι’ αυτά, και ιδίως για τις κούκλες, την έκαναν να ασχοληθεί με την έρευνα και τη μελέτη τους.

Διηγούνται ότι όλα ξεκίνησαν πριν από περίπου 40 χρόνια όταν η Μαρία Αργυριάδη βρήκε στον δρόμο της ένα πεταμένο... αρκουδάκι. Μα, πώς είναι δυνατόν, αναρωτήθηκε, αυτό το τόσο τρυφερό παιχνίδι που όλοι αγαπήσαμε να είναι στον δρόμο; Έσκυψε, το μάζεψε και από τότε άρχισε η μεγάλη περιπέτεια.

Είναι μέλος της United Federation of Doll Clubs. Έχει λάβει μέρος σε διεθνή συνέδρια και έχει δημοσιεύσει άρθρα της σε περιοδικά. Η συλλογή της θεωρείται μια από τις δέκα σπουδαιότερες της Ευρώπης και γι’ αυτό συχνά την επισκέπτονται μελετητές και συλλέκτες του εξωτερικού. Έχει εκθέσει αντικείμενα της συλλογής της στην Πολιτιστική Εταιρεία Πανόραμα, στην Πινακοθήκη Πιερίδη, στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων κ.ά.

Συνεργάζεται με το Μουσείο Μπενάκη στα εκπαιδευτικά του προγράμματα και συμμετείχε στην προετοιμασία της Πανελλαδικής Έκθεσης των Κ.Α.Π.Η. της Ελλάδας με τίτλο «Ξαναφτιάχνω τα παιχνίδια των παιδικών μου χρόνων». Έχει γράψει 4 βιβλία για το παιδικό παιχνίδι και έχει συμμετάσχει σε 5 τουλάχιστον συλλογικά έργα αναφορικά με το παιδικό παιχνίδι.

Περικυκλωμένη η Μαρία Αργυριάδη, από στοίβες βιβλία σε ένα μάλλον αυτοσχέδιο γραφείο, εργάζεται στην ταξινόμηση, στην καταγραφή, στη μελέτη, στον εμπλουτισμό και στην ανάδειξη ενός υλικού εξαιρετικά πολύτιμου, που το 1991 αποφάσισε να δωρίσει στο Μουσείο Μπενάκη και ασφαλώς ονειρεύεται την ημέρα που όλα αυτά θα έχουν βρει τη θέση τους στο Πυργόσπιτο του Φαλήρου.

Η ίδια υπογραμμίζει ότι η συλλογή συνδέθηκε με τον χώρο επειδή αυτό το κτίριο παραπέμπει σε παραμύθι- ότι καλύτερο σε σχέση με το παιδί.»

Η ίδρυση λοιπόν του Μουσείου Παιχνιδιών προέκυψε από δύο δεδομένα: αφενός από την ύπαρξη του κτιρίου, το οποίο η ιδιοκτήτρια του μεγάρου κ. Βέρα Κουλούρα το κληροδότησε το 1979 στο Μουσείο Μπενάκη, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για τις δραστηριότητές του Ιδρύματος και αφετέρου από την υφιστάμενη συλλογή, μεγάλη δωρεά της Μαρίας Αργυριάδη το 1991, που αποτελεί τον πυρήνα του Τμήματος Παιχνιδιών και Παιδικής Ηλικίας.

Χρειάστηκαν πάνω από 30 χρόνια περίπου μέχρι να ξεκινήσει η συντήρηση, αλλά επιτέλους, βρέθηκε η λύση.
Το έργο εντάχθηκε στο πλαίσιο του ΕΣΠΑ, στο ΠΕΠ Αττικής, τον Ιούλιο του 2011 με τίτλους α) «Αποκατάσταση και επανάχρηση του διατηρητέου Μεγάρου Βέρας και Αθανασίου Κουλούρα ως Μουσείου Παιχνιδιών», για το οποίο διετέθη ποσό 2.900.000 ευρώ και β) «Μεταφορά, συντήρηση και επανέκθεση μουσειακού υλικού» για το οποίο διετέθη ποσό 645.000 ευρώ.

Κατά τη διάρκεια των εργασιών αποκατάστασης του κτιρίου, έγινε γνωστή και η ύπαρξη ενός καταφυγίου, που ξεκινά από το υπόγειο του κτιρίου, εκτείνεται σε βάθος αρκετών μέτρων και μέσω μιας σήραγγας καταλήγει σε μια έξοδο από την πλευρά της οδού Τρίτωνος στο οικόπεδο που είχε αγοράσει ο Κουλούρας, λίγα χρόνια μετά την αρχική αγορά. Η έξοδος αυτή του φρεατίου, ήταν ερμητικά κλεισμένη με ένα μεταλλικό κάλυμμα και από πάνω υπήρχε αρκετό χώμα. Η είσοδος του καταφυγίου, ήταν κλεισμένη με μια «καραβίσια» σιδερένια πόρτα από μασίφ σίδερο, πάχους 1,5 εκατοστού.

Άξιο επισήμανσης, είναι το γεγονός ότι η σήραγγα συναντιέται με ένα παλιό πηγάδι, βάθους τουλάχιστον 8 μέτρων, που τα τοιχώματά του είναι κτισμένα με πέτρα και έχει και νερό.
Ασφαλώς θα συνδέεται με την εποχή που το Παλαιό Φάληρο δεν είχε τρεχούμενο νερό ( η σύνδεση με την «Ούλεν» έγινε μόλις το 1930) με πιθανότερο κατασκευαστή, τον αρχικό ιδιοκτήτη.

Στην «Οικία Κουλούρα» έχουν γυριστεί το 1990, πολλές από τις εσωτερικές σκηνές της επιτυχημένης σειράς του Αντ1 σε σκηνοθεσία του Κώστα Κουτσομύτη «Ο Κίτρινός Φάκελος», με βάση το ομώνυμο μυθιστόρημα του Μ. Καραγάτση.

Αναγνωρίζει εύκολα κανείς τη μεγάλη αίθουσα όπου υπάρχει το τζάκι με το κόκκινο μάρμαρο και τη μπορντούρα με τα πορσελάνινα χρωματιστά πλακίδια και στους τοίχους τις περίτεχνες διακοσμητικές τοιχογραφίες.

Το Μουσείο Παιχνιδιών εκτιμάται ότι θα είναι έτοιμο και θα ανοίξει για το κοινό το 2015.
Στην προμετωπίδα του κτιρίου, υπάρχει μια μαρμάρινη πλάκα, σαν «θυρεός» με μια ανάγλυφη άγκυρα και στο μέσον τα αρχικά του ονόματος του Αθανασίου Κουλούρα «Α & Κ», η οποία και διατηρείται, για να μας θυμίζει πάντοτε την οικογένεια, που προσέφερε στην κοινωνία, το ωραιότατο αυτό κτίριο.

* Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή ολόκληρου του άρθρου χωρίς την άδεια του συγγραφέα, του οποίου αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία.

Σχόλια Αναγνωστών

1 Προσθήκη σχολίου
Φλοίσβιος 04.06.14
Θερμά και ειλικρινή συγχαρητήρια στον συντοπίτη κύριο Χατζηκωνσταντίνου και στην εξαίρετη από κάθε άποψη ηλεκτρονική σας εφημερίδα κύριε Κονταρίνη,για τον πλουραλισμό των θεμάτων που μας παρουσιάζεται.Και πάλι πολλά πολλά Μπράβο!!!
Απάντηση
Προσθήκη σχολίου
ΠΡΟΣΘΕΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ!
Απάντηση σε x
* Υποχρεωτικά πεδία* Το vimaonline σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά και άσχετα με το περιοχόμενο του άρθρου σχόλια. Είναι αυτονόητο πως η ομάδα διαχείρισης φέρει ευθύνη μόνο για τα επώνυμα άρθρα των συντακτών και των συνεργατών της.

Σας ευχαριστούμε για την συμμετοχή σας.