ΑΡΘΡΑ

Νίκος Γιαννιός

Ο Νίκος Γιαννιός είναι Πολιτικός Μηχανικός - Λογοτέχνης.

Ένα κατευόδιο στο "ταξίδι" της Σέσσυς Σαμόλη

1 29 ΙΟΥΛΙΟΥ 2016, 15:29

Έφυγε χθες από κοντά μας η Σέσσυ Σαμόλη. Φίλοι και συγγενείς θα την αποχαιρετήσουν σήμερα στον ιερό ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο Παλαιό Φάληρο. Η γλυκιά πένα που τίμησε την δημοσιογραφία με συνέπεια και ευθύνη, η καλή φίλη, η ακούραστη δημιουργός που ομόρφυνε την ζωή μας με τις θαυμάσιες εικαστικές πρωτοβουλίες της, σίγησε χθες. Καλό να είναι το ταξίδι της.

Αντί επικηδείου παραθέτω τα όσα είπα κατά την παρουσίαση του βιβλίου της «Αγαπημένε μας Σάκη» με το οποίο θέλησε να αποχαιρετήσει τον άνδρα της μετά τον τραγικό θάνατό του.

 Αγαπημένε μας Σάκη

Όταν μου ζήτησε η Σέσυ να μιλήσω στην παρουσίαση του βιβλίου της, απάντησα αμέσως ναι, παρόλον ότι ένα κόκκινο λαμπάκι στο μυαλό μου έδινε σήμα για το αντίθετο. Πες όχι. Πες όχι.

Βλέπετε δεν είμαι φιλόλογος. Δεν είμαι καν μέρος του κόσμου της. Αυτού του όμορφου και εκδηλωτικού κόσμου που παίζει σε πρώτο πλάνο, που όλοι αγαπούν όλους και το δείχνουν σε κάθε ευκαιρία και με κάθε τρόπο. Ακόμη χειρότερα, λυγίζω μπροστά στον ανθρώπινο πόνο. Κλαίω όταν βλέπω δραματικές ταινίες. Σπάει η φωνή μου όταν λέω συλλυπητήρια. Πως θα αντέξω το Πάλκο, σκέφθηκα.

Όμως στη Σέσυ δεν μπορούσα να πω όχι. Δεν μπορούσα να πω όχι στη γυναίκα του Σάκη, στη μάνα του Σπύρου και του Τάκη. Του Τάκη, του φίλου του γιου μου, που όταν τον βλέπω τον αποκαλώ και αυτόν «γιε μου», όπως άλλωστε όλους τους φίλους του Αλέξανδρου.

Στη συνάντηση που ακολούθησε ήμουν καλά προετοιμασμένος. Πριν διαβάσω το βιβλίο σου γλυκιά μου θέλω να μου απαντήσεις σε δύο ερωτήσεις :

Γιατί έγραψες αυτό το βιβλίο; Ποιος είναι ο στόχος; Και γιατί διάλεξες κι εμένα να μιλήσω στην παρουσίασή του;

Με κοίταξε στα μάτια και απάντησε χωρίς δισταγμό, σαν χείμαρρος με την γνωστή σε όλους εκρηκτική της διάθεση κι εγώ αμέσως, σαν καλός μηχανικός, πιάνω το σουρωτήρι και κατακρατώ τα ολίγα και ουσιώδη : «Θέλω να μιλήσω σε όλους για αυτόν τον σπουδαίο άνδρα που έζησα μαζί του. Για τον έρωτά μας. Για τη ζωή μας. Για το άδικο που μας βρήκε».

Την απάντηση της, στο δεύτερο ερώτημά μου, θα μου επιτρέψετε να μην τη μοιραστώ μαζί σας. Σας διαβεβαιώνω όμως ότι ήταν πολύ πειστική.

Είπα να το κάνω δίνοντας υπόσχεση στον εαυτό μου να αποφύγω το εύκολο. Να κοιτάξω πίσω από τις λέξεις, να ανιχνεύσω τις προθέσεις, το κίνητρο.

Διαβάζοντας τον μικρό πρόλογο νομίζω ότι έχω διαβάσει ολόκληρο το βιβλίο, και είναι αλήθεια. Η συνέχεια αναφέρεται σε περιστατικά, σε στιγμιότυπα τα οποία επιβεβαιώνουν τα όσα μας λέει η Σέσυ, με την γραφίδα της στον πρόλογο.

Αρχίζω να διαβάζω. Το κείμενο τρέχει. Η ροή του λόγου με παρασύρει σε ταχεία ανάγνωση σε βαθμό που πολλές φορές πηδώ άθελά μου κάποιες λέξεις, με αδημονία, για να δω πιο γρήγορα τι λέει πιο κάτω. Σαν δυσλεκτικός. Είναι σαν να την ακούω να μου μιλά. Εκρηκτική, χειμαρρώδης, πειστική, δεν αφήνει καμιά αμφιβολία για την πρόθεση του λόγου της. Με εντυπωσιάζει. Σε κάποια σημεία ο λόγος της, περιγραφικός και περιεκτικός ταυτόχρονα, αποκτά μέτρο γίνεται ποίημα , ζωγραφιά, σονέτο.

Διαβάζω από την σελίδα 9. Ήταν αρχές χειμώνα, δεν είχαμε ακόμη ανάψει καλοριφέρ ή τζάκι γιατί δεν είχε πιάσει κρύο, μόνο λίγες βροχούλες μας έκανε, που τις χαιρόμαστε γιατί ήσαν ποτιστικές και μοσχομύριζε ο τόπος, τα πεύκα, ο διπλανός ελαιώνας κι οι πλαγιές τριγύρω. Τότε ξαφνικά και απροειδοποίητα, απομεσήμερο ήτανε, πιάνουν κάτι … μποφόρια, ένας φοβερός ανεμοστρόβιλος, λυσσομανούσε επί μια ώρα! Χτυπήθηκαν τα ξύλινα παραθυρόφυλλα, στράβωσαν μέχρι τα σίδερα που τα στερέωναν, φοβηθήκαμε πως θα σπάσουν, ένα τραπέζι σιδερένιο με γυαλί στη βεράντα το μετακίνησε ο αέρας τρία μέτρα, μια κουνιστή βαριά μπαμπού πολυθρόνα έφερε ….. τρεις τούμπες, απ’ τη μια άκρη στην άλλη! Και μέσα σε όλο το χαμό έγινε και διακοπή ρεύματος! Καινούργιοι εμείς στην περιοχή, πανικοβληθήκαμε … «τα είδαμε όλα σήμερα», είχε πει τότε ο Σάκης μου.

Διάλεξα σκόπιμα αυτό το κομμάτι το στεγνό, το χωρίς συναισθηματική φόρτιση για να εστιάσω την προσοχή σας στη ροή του λόγου.

Μα ακόμη και σε εκείνα τα σημεία που ο πόνος αβάστακτος ξεχύνεται, με τρόπο γλαφυρό ο θρήνος της σκηνοθετεί και απαγγέλλει ταυτόχρονα σαν άλλη Τρωάδα. Θαρρώ πως ακούω τη φωνή της Παξινού ή της Μανιάνι.

Διαβάζω από την σελίδα 23. Χαμένη μέσα σε ένα κόσμο μαύρο, θολό, με νύχτες βασανιστικές, που αντί να ξεκουράζουν το «μισό» εαυτό μου, τον συνθλίβουν χειρότερα. Να πέφτω στο κρεββάτι και να ψαχουλεύω δίπλα μου, μήπως και κάνω λάθος, μήπως και αγγίξω τη χαρά μου, για να μπορέσω να ηρεμήσω και να κλείσω τα μάτια μου, που μένουν ορθάνοιχτα και κοιτάζουν τους τοίχους, το ταβάνι, που κλείνουν λίγο απ’ την κούραση και ξανανοίγουν πάλι σε ώρες απίθανες, στις τρεις, στις τέσσερεις. Και μαζί να πρέπει το πρωί με μάτια πρησμένα, να ντυθώ και να βγω έξω για να τακτοποιήσω όλες εκείνες τις στυγνές διαδικασίες με το δημόσιο.

Θαρρώ πως βρίσκομαι μέσα σε ένα αρχαίο θέατρο. Κρατώ στα χέρια μου ένα προσωπικό ημερολόγιο που αφηγείται μέρα τη μέρα τη ζωή δύο ανθρώπων. Από την αρχή μέχρι το τέλος. Το απότομο. Το άδικο.
Μια ιστορία αγάπης και πόνου που τρέχει με εικόνες, όπως τα εικονογραφημένα κλασικά που διαβάζαμε παιδιά. Που τρέχει με όμορφα λόγια και δυνατά, που διακρίνονται από την ίδια αισθησιογόνο ένταση όταν μιλάνε για χαρά και όταν μιλούν για πόνο. Ένας λυρισμός χορευτής τρελαίνει τις αισθήσεις μου. Σαν τον αλκαλικό αφρό που ταξιδεύει στη ράχη των κυμάτων του Αιγαίου, ώσπου να με συναντήσει εξαγνισμένο πάνω στη μαύρη από βαλσάτη άμμο στο γυαλισκάρι της Νισύρου. Σαν τις σταγόνες της βροχής που πλαταγίζουν στη τσίγκινη στέγη του καζαναριού κι αποκοιμίζουν το βλέμμα μου πάνω στον γκρίζο της βροχής ορίζοντα. Σαν τον Μαΐστρο που αναδεύει τους καημούς πάνω απ’ την πόλη και τις καρδιές αυτών που αγαπούν μεθά.

Τελειώνω την ανάγνωση και έχω την αίσθηση ότι η Σέσυ θέλει να προσθέσει ακόμη κάτι. Ότι έχει και άλλα να πει. Ότι δεν έχει εξαντλήσει το θέμα. Ότι θα μπορούσε να μιλά για πάντα, χωρίς ανάσα και για όσο χρόνο της μένει. Να δείτε που θα το κάνει, είμαι σίγουρος γι’ αυτό. Το ίδιο πιστεύει και ο φίλος της ο Δημήτρης ο Γκουσμάνης που της το είπε με μια μοναδική φράση :

Διαβάζω από την σελίδα 14. Δεν υπάρχει τέτοια αγάπη, τέτοια σχέση. Όταν σας είχαμε πρωτογνωρίσει, λέγαμε, δεν είναι δυνατόν, μήπως μας δουλεύουν αυτοί; Κι όμως …. Η αγάπη η δικιά σας, η σχέση σας, ήταν μοναδική. Ήσαστε αδελφές ψυχές, παιδί μου. Πώς να ησυχάσεις εσύ τώρα.

Αυτό το βιβλίο λέει όσα θέλησε η Σέσυ να μας πει, για τον ερωμένο της, τον σύζυγο τον πατέρα των παιδιών της, τον φίλο και σύντροφο της ζωής της. Με τρόπο απλό, σαν να μας διηγείται πως πέρασε σε μια εκδρομή ενός τυχαίου σαββατοκύριακου. Και όμως πρόκειται για την εκδρομή της ζωής της με τον Σάκη. Ένα ταξείδι σύντομο και συναρπαστικό συνάμα.

«Τι να την κάνω την ζωή χωρίς εσένα» αναρωτιέται στην σελίδα (51) γιατί δεν ξέρει τι άλλο μπορεί να έχει η ζωή γι’ αυτήν χωρίς τον Σάκη. Το ταξίδι τελείωσε απότομα. Δεν υπάρχει νέος προορισμός. Δεν μπορεί να υπάρχει. Υπάρχουν βέβαια υποχρεώσεις και το γνωρίζει. Υπάρχουν τα παιδιά, υπάρχουν συγγενείς, υπάρχουν φίλοι. Υπάρχουν οι συνοδοιπόροι της ζωής και σίγουρα θα μπορέσει να πορευτεί και θα πορευτεί. Αλλά θα είναι αλλιώς.

«Και όμως ζω» μας λέει σε κάποιο άλλο σημείο του βιβλίου της, «χωρίς να ξέρω πως, αφού ποτέ δεν είχα σκεφθεί ότι θα είχε χρειασθεί να ζήσω χωρίς τον Σάκη» Υποθέτω ότι αυτός είναι ο λόγος που την υποχρέωσε να γράψει αυτό το βιβλίο. Δεν τον έχει ακόμη αποχωρισθεί. Τον κρατά μαζί της μέχρι σήμερα. Τον κρατά ζωντανό δίπλα της, αντίκρυ της , στο νου της. Του μιλά και γράφει αυτό το βιβλίο και μέλει να δούμε ποιόν άλλο τρόπο θα βρει ακόμη για να μην τον αφήσει να φύγει.

Μας λέει ακόμη πως ένιωσε σαν άλλη Αντιγόνη μπροστά στον Κρέοντα, όταν της αρνήθηκε κάποιος αρχιερέας να κάνει το μνημόσυνο του άντρα της την ημέρα που έπρεπε, για τυπικούς λόγους. Ο νόμος των θεών ενάντια στο νόμο των ανθρώπων. Των εξημερωμένων συνειδήσεων ενάντια στην τυπολατρία. Του κοινού των ανθρώπων ήθους, του κώδικα που διευκολύνει τις σχέσεις των ανθρώπων και συμβάλλει στην αρμονική συνύπαρξη, ενάντια στην γραφειοκρατία που παράγει αδικία και δυσαρέσκεια.

Σίγουρα δεν είναι για την Σέση αυτό το πιο σημαντικό από όσα είχε να μας πει. Αυτή όμως η μικρή αποστροφή, δίνει μια άλλη διάσταση στο κείμενο του βιβλίου. Οδηγεί τη σκέψη σε κάποια μονοπάτια που τα κρύβει η ροή της γραφής και η συναισθηματική φόρτιση που αποπνέει. Με κατευθύνει να ψάξω μέσα στο δράμα να αναζητήσω κίνητρα, μηνύματα, διδαχές.

Είναι πράγματι, όπως είπα νωρίτερα, αυτό το βιβλίο η αφήγηση ενός ταξιδιού με συνοδό την αγάπη, μέχρι την απότομη διακοπή του. Την άδικη, γιατί ήλθε πολύ νωρίς. Είναι όμως και μια παρουσίαση διαδοχικών στιγμιότυπων και των συνοδών συναισθημάτων που συναρπάζουν με την ένταση και την αυθεντικότητά τους. Ιστορούν και διδάσκουν συνάμα γιατί περιγράφουν συμπεριφορές και σκέψεις που στηρίζονται στο δομημένο ήθος. Στο κώδικα που αποδέχεται την αγάπη ως δημιουργό δύναμη και την οικογένεια ως υγιή μονάδα βάσης της κοινωνίας. Στο κοινό των Ελλήνων ήθος που ορίζει την φιλία ως ασφαλή δίαυλο επικοινωνίας και την αίσθηση του χρέους ως διδακτική δικλείδα ασφαλείας στην κοινωνία των ανθρώπων.

Αυτό το βιβλίο θα μπορούσε να έχει άπειρους τίτλους : Ο θρήνος της ερωμένης του χαμένου παλικαριού. Ο ύμνος της αιώνιας αγάπης. Η ελεγεία του έρωτα Το άδικο. Ίσως αυτό το τελευταίο ταιριάζει περισσότερο.

Έχουμε μπροστά μας ένα δράμα. Και ως δράμα έχει κατά την άποψή μου όλα εκείνα τα στοιχεία που του προσδίδουν διδακτικό χαρακτήρα.

Η Σέσυ γράφοντας για να εκτονώσει τον πόνο της, για να κρατήσει τον Σάκη ακόμη ζωντανό ή για να του πει αντίο με τον δικό της μοναδικό τρόπο μας αποκάλυψε ενδεχομένως άθελά της ότι μετέχει, συνειδητά και ενεργά, της ημετέρας παιδείας.

Την εποχή της μεγάλης παρακμής είναι παρήγορο να αντιλαμβάνεσαι ότι υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν και υπηρετούν με την πέννα ή τον λόγο τον κώδικα συμπεριφοράς που εξημερώνει τις συνειδήσεις και διδάσκει και καθοδηγεί τους νέους στην εμπέδωση του θείου Ελληνικού λόγου. Σαν κήρυκας του ήθους των Σελλών. Σάγμα ελπίδας, όπως εμπλουτίσθηκε από την ορθόδοξη πίστη μας και εδραιώθηκε από την αξεπέραστη και ακατανίκητη φιλελεύθερη αντίληψη της δημοκρατίας.

Αυτό το βιβλίο το διάβασα ευχάριστα κλαίγοντας, ακριβώς όπως πολλά χρόνια πριν έκλαψα από το μεγαλείο του πόνου, διαβάζοντας την Αντιγόνη του μοναδικού Σοφοκλή. Με τρόπο ήρεμο και με λυγμό βουβό. Αυτόν που σου κόβει την ανάσα, που δεν σου επιτρέπει να μιλήσεις, που δεν σ’ αφήνει να πεις ούτε «γιατί», παρόλο ότι σου έρχεται αυθόρμητα να το πεις, έστω και ψιθυριστά και σ’ αφήνει μετά την ανάγνωση, απαρηγόρητο να θες να θρηνήσεις και ενοχλημένο, από το άδικο που παγώνει τις καρδιές και των ανθρώπων τις ψυχές στεγνώνει, τις βασανίζει και τις στερεί.

Και όταν τότε, μετά την πρώτη ανάγνωση, την πήρα στο τηλέφωνο για να τις πω τις εντυπώσεις μου, εκείνη ένιωσε τον πόνο που μου μετέδωσε και ήλθε αμέσως να με βρει, με ένα γλυκό. Να με γλυκάνει και να μου ζητήσει συγνώμη που με πίκρανε.

Καλή μου Σέσυ. Εμείς οι φίλοι σου σε ευχαριστούμε γιατί έγραψες αυτό το θαυμάσιο βιβλίο και σου ευχόμεθα με αυτό το βιβλίο να μπορέσεις να πεις αντίο στον καλό σου, τον αρμαστό, όπως λέμε εμείς στο νησί μας.

Ομιλία μου κατά την παρουσίαση του βιβλίου της Σέσυ Σαμόλη, «Αγαπημένε μας Σάκη» , στο ίδρυμα Θεοχαράκη, στις 15 Μαρτίου 2010.

Σχόλια Αναγνωστών

1 Προσθήκη σχολίου
Νίκος Γιαννιός 30.07.16
Σας ευχαριστω που τιμήσατε την μνήμη της. Κανείς άλλος δεν το έκανε.
Απάντηση
Προσθήκη σχολίου
ΠΡΟΣΘΕΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ!
Απάντηση σε x
* Υποχρεωτικά πεδία* Το vimaonline σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά και άσχετα με το περιοχόμενο του άρθρου σχόλια. Είναι αυτονόητο πως η ομάδα διαχείρισης φέρει ευθύνη μόνο για τα επώνυμα άρθρα των συντακτών και των συνεργατών της.

Σας ευχαριστούμε για την συμμετοχή σας.