ΑΡΘΡΑ

Ειρήνη Μπιλικού

Ειρήνη  Μπιλικού - Κοντομάρη, ποιήτρια – λογοτέχνης, συντ/χος του Υπουργείου  Υγείας και Πρόνοιας. Εκτός από τα δημοσιευθέντα κατά καιρούς ποιήματά της, έχει πλούσιο ανέκδοτο έργο. Είναι μόνιμη συνεργάτιδα της εφημερίδας «Βήμα Τοπικής Αυτοδιοίκησης», όπου δημοσιεύει, άρθρα, χρονογραφήματα και σατυρικά κείμενα. Είναι ...περισσότερα

Ειρήνη  Μπιλικού - Κοντομάρη, ποιήτρια – λογοτέχνης, συντ/χος του Υπουργείου  Υγείας και Πρόνοιας.

Εκτός από τα δημοσιευθέντα κατά καιρούς ποιήματά της, έχει πλούσιο ανέκδοτο έργο.

Είναι μόνιμη συνεργάτιδα της εφημερίδας «Βήμα Τοπικής Αυτοδιοίκησης», όπου δημοσιεύει, άρθρα, χρονογραφήματα και σατυρικά κείμενα.

Είναι παραγωγός της παιδικής ραδιοφωνικής εκπομπής "Ένα τσουβάλι παραμυθένιες  Γνώσεις"  (Ράδιο Δείκτης- ΚΟΡΩΠΙ).

Υπήρξε διακεκριμένο μέλος του Διαλεκτικού Ομίλου Ελλάδος και έχει διατελέσει Γεν. Γραμματέας και Πρόεδρος του Διαλεκτικού Ομίλου Παιανίας.

Είναι ενεργό μέλος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών όπου και έχει διατελέσει, μέλος και Κοσμήτορας του Δ.Σ.

Είναι ανθολογημένη στη ΜΕΓΑΛΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ, ΕΚΔΟΣΗ « ΚΕΝΤΡΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΕΚΔΟΣΕΩΝ» ΧΑΡΗ ΠΑΤΣΗ.
 λιγότερα

"Η Σταχομαζώχτρα" του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

1 24 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2020, 12:32

"Η Σταχομαζώχτρα" του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη σε ελεύθερη απόδοση από την Ειρήνη Μπιλικού με κάθε σεβασμό στο νοηματικό πεδίο του έργου.

Προπαραμονή Χριστουγέννων και τόσο πολύ πυκνό χιόνι, για πρώτη φορά έβλεπε το μικρό παραθαλάσσιο χωριό. Κι ας ήταν Θεέ μου και η τελευταία! Γιατί είναι ωραίο το χιόνι για λίγο, τόσο που να φτουρίσει για χιονοπόλεμο και χαρούμενα παιδικά παιχνίδια. Αλλά άμα είναι σαν ετούτο το φετινό κακό, που κρυστάλλιασαν τα περισσευούμενα χιόνια στις στέγες των σπιτιών και κρέμονταν σαν σταλακτίτες, είναι κατάρα κι όχι χαρά! Και ήρθε τούτο το κακό να συναντήσει ένα άλλο που είχε έρθει νωρίτερα στον τόπο και νέκρωσε τη γη. Και τα στάχυα, οι ελιές, τ’ αμπέλια ως κι αυτά τα κούμαρα ακόμα, δεν απέδωσαν καρπό, για να βολευτούν από τα πολύτιμα περισσεύματα κι οι φτωχοί. Έτσι γίναν φτωχότεροι οι φτωχοί και μαύρη φτώχεια έδερνε όλους, όσοι δεν είχαν στον ήλιο μοίρα. Δύσκολος και βαρύς χειμώνας, που επιβεβαίωνε ότι το ένα κακό, άλλα πολλά κακά το ακολουθούν.

Η θεια- Αχτίτσα, πολύ δύσκολα τα ’φερνε βόλτα γιατί ήταν έρημη και χήρα και επιπλέον είχε και τα δύο ορφανά εγγόνια της ν’ αναθρέψει. Είχαν καμπουριάσει οι πλάτες της πρόωρα, από το βαρύ κι ασήκωτο φορτίο που της επιφύλαξε η μοίρα. Η γειτόνισσα το Ζερμπινιώ, συμμεριζόταν τη δυστυχία των δύο ορφανών και της θειας- Αχτίτσας, από το ανελέητο ράβδισμα της φτώχειας, μα μήπως κι εκείνη ήταν πλούσια, για να μπορέσει να βοηθήσει; Τυχερός ο συχωρεμένος ο άντρας της ο μπάρμπα Μιχαλιός, άγια τα χώματά του, πρόλαβε και πέθανε και δεν είδε τις επερχόμενες τραγωδίες να χτυπούν το σπιτικό του και το μετέπειτα συνεχές παίδεμά της.
Τα δυο της τα παιδιά, ο Γιώργης κι ο Βασίλης, πήγαν στον πάτο της ανταριασμένης θάλασσας μαζί με τη βρατσέρα τους, που βούλιαξε αύτανδρος τον χειμώνα του 186…

Χριστέ μου, τι συμφορά τη βρήκε, τι πόνος, τι καημός… Ποτέ μη λάχει σ’ άλλη μάνα Παναγιά μου τόσο μεγάλο κακό. Τον τρίτο της γιο, τον σουρτούκη τον είχε έτσι κι αλλιώς ξεγράψει, αφού έριξε μαύρη πέτρα πίσω του και ξενιτεύτηκε. Χαμένο κορμί, ούτε μια γραμμή, δεν της έστειλε. Από σκόρπια λόγια συμπατριωτών της πληροφορήθηκε πως βρισκόταν λέει στην Αμερική και πως είχε παντρευτεί άκουσον-άκουσον μια φράγκα, μια ‘γγλεζοπούλα; Ένα ξωθικό πα να πει, που δεν ξέρει γρι ρωμέϊκα! Μη χειρότερα! Τι άλλο να ξεστομίσει κανείς; Μπορεί να αναθεματίσει τη σάρκα του, τα σπλάγχνα του, το παιδί του;

Και δεν φτάναν φαίνεται τα θανατικά, του άντρα της και των δύο παιδιών της, ούτε κι αυτός ο ζωντανός χαμός του τρίτου γιού της, μα ήλθε να προστεθεί και ν’ αυγατίσει τη συμφορά της, το θανατικό της μονάκριβης κόρης της, που τη βρήκε στη δεύτερη γέννα, αφήνοντάς της για κληρονομιά τα δυο της παιδιά. Ο γαμπρός της, ο πατέρας τους, γαμπρός να σου πετύχει, ούτε που νοιάστηκε για τα ορφανά. Που του άφηνε μυαλό το πιοτί και το χαρτί. Μέθυσος και χαρτοπαίχτης! Δύστυχα ορφανά! Δεν τους έφτανε η μαύρη ορφάνια τους, που χάσανε τη μάνα τους, είχανε κι ένα πατέρα, ο Θεός να σε φυλάει από τέτοιους ανεπρόκοπους πατεράδες.

Είδαν τα στεγνωμένα μάτια της, να βγαίνει στο σφυρί η προίκα της κόρης της, για το ξεπλήρωμα των χρεών που άφησε ξοπίσω του ο άνανδρος. Ακούστηκε πως ξαναπαντρεύτηκε ο ασυνείδητος σε άλλο τόπο… για να μη χάσει τη συνέχεια το κακό. Τέτοιος γαμπρός μάλαμα ήτανε, που μαύρη συμφορά να τον εύρη και να φέρουν τα μαντάτα του.

Παντέρημη βρέθηκε η θεια- Αχτίτσα να μεγαλώνει τα δύο ορφανά και εξ ανάγκης έβαλε τα δυνατά της και έκανε χίλιες δυο δουλειές, προκειμένου να εξοικονομεί τα τελείως απαραίτητα για τα δύο ορφανά. Άλλοτε ξενοδούλευε, πότε μάζωνε από το χώμα ελιές και κοτσάνια καλαμποκιών για την εστία, ότι έβρισκε το χρησιμοποιούσε. Από τα κούμαρα έβγαζε ρακί για τις εντριβές και τα κεράσματα. Τον Οκτώβριο που άνοιγαν τα ελαιοτριβεία, έπαιρνε ένα μικρό κυπελάκι από λευκοσίδηρο (πενηντάρι) και μια στάμνα μικρή και γύριζε στα ‘’ποτόκια’’ που καταστάλαζαν οι υποστάθμες του λαδιού και μάζωνε τη μούργα. Μ’ αυτό τον τρόπο εξοικονομούσε το ετήσιο λάδι του λυχναριού της.

Το κυριότερο όμως εισόδημα της θειας –Αχτίτσας προερχόταν από το σταχομάζωμα.
Κάθε Ιούνιο έμπαινε στο πλοίο και περνούσε απέναντι στην Εύβοια, αδιαφορώντας για το υβριστικό επίθετο της ‘’καραβωμένης’’ που της εξαπόλυαν αργόσχολες κακεντρεχείς γυναίκες, με αφορμή το γεγονός ότι θεωρείτο ντροπή να ταξιδεύει γυναίκα με πλοίο. Εκεί μαζί με άλλες πτωχές γυναίκες μάζευε ολόσκυφτη ένα-ένα τα πεσμένα στάχυα, από τα γρήγορα πιασίματα των θεριστών για τα δεμάτια και από τα φορτώματα των κάρων. Κι ούτε που έδινε καμία σημασία στα περιφρονητικά λόγια των χωριατόπουλων και των χωρικών που τους έριχναν κατά πρόσωπο: ‘’να οι φ’ στάνες! Μας ήρθαν πάλι οι φ’ στάνες!!’’ Αλλά αυτή σκύβοντας, μάζωνε σιωπηλή με υπομονή τα πολύτιμα ψιχία της πλούσιας συγκομιδής και γέμιζε τρεις-τέσσερις σάκους, τη σοδειά της χρονιάς, για αυτήν και τα δύο ορφανά, που όσο εκείνη έλειπε, τα φρόντιζε η καλή γειτόνισσα Ζερμπινιώ.

Όμως φέτος, η αφορία είχε μαστίσει την Εύβοια και το μικρό νησί που κατοικούσε η θεια –Αχτίτσα. Αφορία που έφερνε σε απόγνωση. ’Ισα που είχε προλάβει η ‘’γραία’’ να μεταφέρει στους κυρτωμένους ώμους, μερικές αγκαλιές ξερών ξύλων για το τζάκι –που μόλις και μετά βίας θα φτάνανε για δυο ή το πολύ τρεις εβδομάδες και πλάκωσε απότομα βαρύς χειμώνας, με χιόνια που δεν έλιωναν, γιατί περίμεναν άλλα…

Μόλις κόπασε για δυο μέρες, στα μέσα του Δεκέμβρη ο χιονιστής βοριάς, η θεια – Αχτίτσα, έτρεξε για να βρει καυσόξυλα. Την επομένη αγρίεψε ο καιρός και μέχρι την ημέρα των Χριστουγέννων, ούτε που φάνηκε καμία αχτίδα ήλιου. Ο άγριος βοριάς δεν αστειευόταν. Πάγωσαν τα χιόνια και τα παιδιά δεν είχαν διάθεση για παιχνίδια και κλείστηκαν στα σπίτια.

Το απόγευμα της προπαραμονής των Χριστουγέννων, ο επταετής Γέρος, μπήκε ολόχαρος στο φτωχικό τους, που θα έκλεινε την επομένη το σχολείο για τις γιορτές των Χριστουγέννων.

Πριν ξεκρεμάσει από τον ώμο του το ‘’φύλακά του’’ γύρεψε λίγο ψωμί στο ντουλάπι αλλά δεν βρήκε. Η ‘’γραία’’ δεν ήταν εκεί. Ίσως είχε βγει προς αναζήτηση μικρού έστω κομματιού ψωμιού. Η αδελφή του η τετράχρονη Πατρώνα καθόταν ζαρωμένη από το κρύο, σιμά στο τζάκι και σκάλιζε τη στάχτη,νομίζοντας μες την αφέλειά της, ότι αυτή θερμαίνει και χωρίς φωτιά.

Ο Γέρος, μη βρίσκοντας, ακόμα και ελάχιστο ψίχουλο για να κόψει την πείνα που του θέριζε το στομάχι, ήταν σχεδόν έτοιμος να κλάψει. Αναθάρρησε όμως στη θέα των παγωμένων σπιθαμιαίων κρεμασμένων σταλακτιτών που κοσμούσαν τις άκρες της στέγης. Με λαίμαργη διάθεση άνοιξε το ένα και μοναδικό παράθυρο του χαμηλού οικίσκου και με τη βοήθεια ενός σκαμνιού, ο μόλις επταετής Γέρος, σκαρφάλωσε στο περβάζι και στηριζόμενος στο παραθυρόφυλλο, έκοψε ένα κρύσταλλο και άρχισε να το εκμυζά σιγά-σιγά, απολαυστικά, δίνοντας και στην Πατρώνα. Πεινάγανε τα δύστυχα.

Σαν επέστρεψε η θεια –Αχτίτσα με τον κόρφο φουσκωμένο, αναπήδησε ο Γέρος και εμπιστευόμενος την πείρα του, τρύπωσε το χέρι του στο στεγνωμένο στήθος της ‘’μάμμης’’ του και έβγαλε επιφώνημα χαράς για το τεμάχιο του επιούσιου άρτου, που ανακάλυψε και που μόνο ένας Θεός ξέρει με πόσα χιλιοπαρακάλια κατάφερε η γραία να της το δώσουν.

Ήταν αποφασισμένη. Κανένας εξευτελισμός, ή οποιαδήποτε θυσία μπορούσαν να τη σταματήσουν προκειμένου να εξασφαλίσει κι αυτό ακόμα το ελάχιστο κάτι τις, για το ανάστημα των δύο παιδιών που γι’ αυτήν ήταν δυο φορές παιδιά της, αφού παιδιά ήταν του παιδιού της. Όμως παρ’ όλα αυτά δεν ήθελε να τους δείχνει την αδυναμία της, γλυκιά κουβέντα και ματιά δεν τους τις χαλάλιζε.

Φώναζε ‘’Γέρο’’ τον εγγονό της, γιατί είχε το όνομα του συγχωρεμένου του άντρα της, του μπάρμπα-Μιχαλιού και ‘’Πατρώνα’’ χαϊδευτικά –για το άδικο της μοίρας- την εγγονή της που δεν γνώρισε μάνα και που είχε το όνομα της πεθαμένης κόρης της, της Αργυρώς. Δεν άντεχε η κακομοίρα ν’ ακούει τα ονόματα των αγαπημένων της νεκρών, γι’ αυτό τα προσφωνούσε ‘’Γέρο’’ και ‘’Πατρώνα’’. Έτσι τα δυο ορφανά γνώριζαν μοναχά, την πρακτική σημασία της αγάπης, αυτήν της προστασίας και άγνοια μεγάλη είχαν από τρυφερότητα και λατρευτική αγάπη μάνας.

Το βράδυ σαν έπεσαν παγωμένα και νηστικά στα κρύα στρωσίδια για να κοιμηθούν, τους υποσχέθηκε ότι αύριο ο Χριστός θα τους φέρει ξύλα, ψωμί και μια χύτρα με αχνιστό φαϊ και χορτάτα από την υπόσχεση αποκοιμήθηκαν, ενώ αυτή ξαγρύπνησε μέχρι τις πρωϊνές ώρες, σκεπτόμενη ολοένα την κακοτυχία της. Το πρωϊ αμέσως μετά τη λειτουργία της παραμονής, ο Παπά Δημήτρης –της ενορίας ο παπάς- πήγε κατευθείαν στο φτωχικό της και της είπε χαμογελώντας στεκόμενος στο κατώφλι:

-Καλώς τα δέχθηκες!
-Τι έχω εγώ παπά μου να περιμένω… είπε απορημένη η ‘’γραία’’.
-Έχεις γράμμα.
-Πέρνα μέσα παπά μου, μα μήπως έχω φωτιά, ή τάχατες ρακί και γλυκό να τον φιλέψω μονολόγησε.
Σαν κάθισε ο παπάς στο σκαμνί, άρχισε να συνειδητοποιεί το λόγο της πρωϊνής ασυνήθιστης επίσκεψης.
-Γράμμα είπες παπά;
-Έχεις γράμμα απ’ την Αμερική, από το γιό σου, βέβαια σε μένα το ’στειλε, όμως για σένα.
-Γράμμα από την Αμέρικα; Ο Γιάννης μου; Με θυμήθηκε ο Γιάννης μου; Είπε ολόχαρη και αφήνοντας ένα βαθύ στεναγμό ανακούφισης σταυροκοπήθηκε ευλαβικά, λέγοντας: ‘’Δόξα σοι ο Θεός’’.

Ο παπάς διάβασε το γράμμα, που ούτε λόγο ούτε πολύ, ζητούσε ο Γιάννης συγχώριο από τους γονείς του, αν ζούσαν, που τόσα χρόνια ήταν γι’ αυτούς σαν πεθαμένος, εξιστορούσε και τα βαριά του πάθια στην ξενιτιά και για τις αρρώστιες και τον πεθαμό της γυναίκας του. Έγραφε για την προσπάθεια που κατέβαλλε ώστε να κάνει το κουμάντο του, για να γυρίσει πίσω στα αγιασμένα χώματα της πατρίδας. Έγραφε και άλλα πολλά το γράμμα κι ότι έστειλε μια επιταγή στο όνομα του παπά και με την υπογραφή του να την εξαργυρώσουν αν ζουν ο πατέρας του ή η μάνα του. Σε αντίθετη περίπτωση, να μοιράσει ο παπάς,το αποσταλέν ποσό,στους συγγενείς του αν υπήρχαν ή σε κανένα πτωχό παιδί και αν οι γονείς του ήταν αποθαμένοι, να κράταγε ένα ποσό για τα σαρανταλείτουργα του συγχώριου των ψυχών.

Το γράμμα έγραφε πολλές λεπτομέρειες,όχι όμως και το ακριβές προς εξαργύρωση ποσό, της επιταγής. Όμως τόση ήταν η χαρά της Αχτίτσας που μετά από τόσα χρόνια σιωπής, έλαβε χειροπιαστές ειδήσεις για το παιδί της, που στη στιγμή η θαμμένη στα σπλάγχνα της, φλόγα της μητρικής της στοργής, ξεπήδησε και λαμπύρισε το βλέμμα της, ενώ ταυτόχρονα φώτισε το ζαρωμένο της κακοτυχιάς της στεγνωμένο δέρμα, προσδίδοντάς του λάμψεις κοριτσίστικης ομορφιάς!

Τα δύο ορφανά βλέποντας την τεράστια αλλαγή που ζωγράφισε με τα χρώματα της χαράς το πρόσωπο της μάμμης τους, αν και δεν καταλάβαιναν το γιατί, άρχισαν να χοροπηδούν από τη χαρά τους. Η επιταγή ήταν γραμμένη εις την Αγγλικήν, ο εφημέριος δεν μπορούσε να βγάλει άκρη, ούτε φυσικά η αγράμματη Αχτίτσα που έβλεπε μόνο γράμματα κόκκινα και μαύρα, γι’ αυτό μια και δυο πήγαν στον κυρ-Μαργαρίτη τον έμπορο με τα τεφτέρια.

Ο κυρ-Μαργαρίτης φερόμενος από θέση ισχύος,αφού περιεργάστηκε για κάμποση ώρα το γραμμάτιο, έδειξε αδυναμία ως προς το αναγραφόμενο ποσό. Έβλεπε βέβαια ένα ‘’10’’ αλλά τι σόϊ ‘’10’’ ήταν αυτό; 10 σελίνια, δέκα ρούπιες, δέκα κολονάτα ή παρά λίγο θάλεγε ‘’δέκα λίρες;’’ Ο δάσκαλος που άφησε τη ζεστή θέση του στο καφενείο, για να έρθει στον κυρ-Μαργαρίτη προς βοήθεια, ερμηνεύοντας ετυμολογικά τη λέξη ‘’sterlines’’ της επιταγής, υποστήριζε, ότι χωρίς άλλο το γραμμάτιο εννοεί 10 τάληρα. Άλλωστε δεν ήταν υποχρέωσή του να γνωρίζει περί επιταγών, αφού ως γνωστόν οι άνθρωποι των γραμμάτων ασχολούνται με άλλα πράγματα.

Ο κυρ-Μαργαρίτης, που σαν καλό λαγωνικό μυρίστηκε την αξία του γραμματίου, όση ώρα ο δάσκαλος εξέταζε το τραπεζογραμμάτιο, έκανε ανασκαφές στη μνήμη του. Έτσι θυμήθηκε τάχατες, ένα παλιό χρέος του μακαρίτη του άντρα της και ένα του αχαϊ ρευτου του γαμπρού της και έτρεξε να συμβουλευτεί τα τεφτέρια του, που άμα του ανοίγματος, ω! του θαύματος πάντοτε καρποφορούσαν. Τι να σου πω τώρα, είπε στην Αχτίτσα. Χήρα γυναίκα είσαι κι έχεις και τα ορφανά. 10 τάληρα η επιταγή, βάλε τα χρωστουμέϊκα, την πιθανή χασούρα μου… Λέω να σου δώσω τελικά… και άρχισε να εκτελεί μαθηματικές πράξεις πρόσθεσης, για την αφαίρεση από το τελικό ποσό των δέκα γαλλικών ταλήρων κατά την εκτίμηση του δασκάλου.

-Έχεις να λαμβάνεις… Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει και εκείνη τη στιγμή, ως από επέμβαση θεϊκή, μπήκε στο κατάστημα ένας έμπορος Συριανός, Ερμουπολίτης, που βρισκόταν για δουλειές στο μικρό νησί. –Μπράβο κυρ-Μαργαρίτη… Τι είναι τούτο; Είπε ο έμπορος σαν αντίκρισε την επιταγή. Τι βλέπουν τα μάτια μου. Συναλλαγματική για δέκα αγγλικές λίρες από την Αμερική;

-Για δέκα λίρες… αναφώνησε αυθόρμητα η θεια –Αχτίτσα, σαν άκουσε τον έμπορο να λέει δυνατά για το ποσό, που αναγραφόταν στην επιταγή απευθυνόμενος στον συνοφρυωμένο –τώρα πιά- κυρ-Μαργαρίτη, που φερόμενος πονηρά προσπάθησε να τις μετατρέψει σε 10 ναπολεόνια ή το πολύ σε 10 λιρες γαλλικές.

Η θεια –Αχτίτσα έκπληκτη είδε τον έμπορο να της προεξοφλεί την επιταγή για 9 ολόχρυσες Αγγλικές λίρες!!
Δεν πίστευε στα μάτια της την ημέρα των Χριστουγέννων η γειτόνισσα Ζερμπινιώ σαν είδε την θεια- Αχτίτσα με ολοκαίνουργια μαντήλα και το Γέρο και την Πατρώνα με καθαρά ‘’πουκαμισάκια’’ και ‘’νέα πέδιλα’’ στα αδύνατα –σαν κλαράκια- ποδαράκια τους.

Σημείωση: Η απόδοση του έργου του Αλ. Παπαδιαμάντη ‘’Σταχομαζώχτρα’’ δεν έγινε σε καμία περίπτωση για ν’ αντικαταστήσει το πρωτότυπο. Σκοπός της απόδοσης είναι να προτρέψει τους αναγνώστες να έλθουν σε επαφή με το έργο, ώστε να απολαύσουν την εκπληκτική και ανεπανάληπτη γραφή του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
"Ο Άγιος των γραμμάτων"


2 Ιανουαρίου 1911, ένα ταλαιπωρημένο από τη φτώχεια, ανήμπορο, ασθενικό κορμί, αφήνει την τελευταία του πνοή. Ο Άγγελος της γης, ο μοναδικός αριστοτέχνης του λόγου, ο σπουδαιότερος της νεοελληνικής διηγηματογραφίας, ο ‘’ Άγιος των γραμμάτων’’ με τα τριμμένα ρούχα, γένηκε Άγγελος τ’ Ουρανού!

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ήταν γιός του παπά και δάσκαλου Αδαμαντίου Εμμανουήλ. Γεννήθηκε το 1851 στο πανέμορφο καταπράσινο νησί του Αιγαίου, τη Σκιάθο. Ο μικρός Αλέξανδρος μεγάλωσε σ’ ένα κλίμα γεμάτο ευλάβεια και πίστη στο Θεό. Αγαπούσε πολύ τα γράμματα και παρ’ όλες τις δυσκολίες της μεγάλης του φτώχειας, κατόρθωσε να φτάσει να φοιτήσει στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών, όπου παρακολούθησε φιλολογικά μαθήματα. Η φτώχεια όμως τον εμπόδισε να πάρει το δίπλωμα, αφού για να τα βγάλει πέρα δούλευε ως μεταφραστής ξένων λογοτεχνών, με αυτοδίδακτη γνώση της Αγγλικής και Γαλλικής γλώσσας.

Έτσι μετέφρασε στα ελληνικά, αξιόλογα λογοτεχνικά έργα και μεταλαμπάδευσε το φως των μεγάλων ξένων λογοτεχνών της εποχής του, στην Ελλάδα. Μετέφρασε έργα του Καρόλου Ντίκενς, του Γκυ-ντε – Μωπασάν ακόμη και του Εμίλ Ζολά. Έκανε επίσης γνωστό το έργο του Αμερικανού διηγηματογράφου Μπρέτ Χαρτ.

Ο Παπαδιαμάντης είναι γνήσιος και αγνός. Δεν υπάρχει τίποτε κάλπικο στο έργο του, που είναι αυθεντικό και με πολλή μαστοριά στην τέχνη της γραφής του. Ήταν και παρέμεινε ο πρώτος αριστοτέχνης του λόγου. Δεν αντιγράφει κανέναν. Παραμένει πιστός στο δικό του ιδιαίτερο γράψιμο που είναι το καλύτερο είδος πεζογραφίας. Οι ήρωες του, στα εξαίσια διηγήματά του, είναι άνθρωποι φτωχοί, ταπεινοί και συμπάσχει μαζί τους. Τους πονά πραγματικά, γι’ αυτό και αποτυπώνει στο χαρτί τα συναισθήματα συμπόνιας, που νοιώθει για τους δυστυχείς αυτούς συνανθρώπους του.

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης λάτρευε τα παιδιά και σπάραζε η ψυχή του, όταν τα έβλεπε να υποφέρουν από τη φτώχεια, που εκείνη τη δύσκολη εποχή, μάστιζε σαν κατάρα τους ανθρώπους. Θεωρούσε τις παιδικές ψυχές αγγέλους. Γι’ αυτό, όταν ένα παιδί δεν τα κατάφερνε να επιβιώσει, από τη μεγάλη φτώχεια και τις αρρώστιες της εποχής εκείνης, έλεγε πως άνοιξε τα φτερά του σαν άγγελος και πέταξε στον Ουρανό.

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, παρέμεινε σε όλη του τη ζωή, ένα παιδί. Ένα ευαίσθητο παιδί, που έκανε δικό του πόνο και σπαραγμό, τον πόνο και το κλάμα των συνανθρώπων του!

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης ήταν ένα φως! Ένα λαμπρό φως που φώτισε και φωτίζει πρώτα την ψυχή μας και μετά το νου. Ήταν σαν διαμάντι αληθινός κι αστραφτερός. ‘’Ζωγράφιζε’’ στο χαρτί τη ζωή, με ποιητική μαστοριά. Ήταν απλός και ηθικός και σ’ όλη του τη ζωή λάτρευε το Θεό, γι’ αυτό και χαρακτηρίστηκε σαν τον Λογοτέχνη με την ανώτερη ηθικότητα.

Σχόλια Αναγνωστών

1 Προσθήκη σχολίου
ΣΚΙΑΘΙΤΗΣ 24.12.20
ΤΙ ΜΑΣ ΘΥΜΗΣΑΤΕ ΚΥΡΙΑ ΜΟΥ! ΤΙ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΑΝΑΣΥΡΑΤΕ ΑΠΟ ΤΗ ΜΝΗΜΗ ΜΑΣ ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΔΑΣΚΑΛΑ ΜΑΣ ΔΙΑΒΑΖΑΜΕ ΑΥΤΑ ΤΑ ΥΠΕΡΟΧΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ...
Απάντηση
Προσθήκη σχολίου
ΠΡΟΣΘΕΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ!
Απάντηση σε x
* Υποχρεωτικά πεδία* Το vimaonline σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά και άσχετα με το περιοχόμενο του άρθρου σχόλια. Είναι αυτονόητο πως η ομάδα διαχείρισης φέρει ευθύνη μόνο για τα επώνυμα άρθρα των συντακτών και των συνεργατών της.

Σας ευχαριστούμε για την συμμετοχή σας.