ΓΔ: 641,07 -0,47% EUR/USD: 1,1364

ΑΡΘΡΑ

Σταμάτης - Στυλιανός Βλάχος

MSc. Περιβαλλοντολόγος, διαχείριση ενέργειας & περιβάλλοντος, μέλος Οικολογικής Συνεργασίας Δήμου Παλαιού Φαλήρου ECO+  

Υδατοκαλλιέργειες: μία δυναμική προοπτική!

0 11 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2020, 09:34

«Αν σε δεχτώ όπως είσαι, θα σε κάνω χειρότερο. Αν όμως σε αντιμετωπίσω σαν να είσαι αυτό που είσαι ικανός να γίνεις, θα σε βοηθήσω να το πετύχεις.»

Johann Wolfgang Goethe, 1749 – 1832, Γερμανός ποιητής & φιλόσοφος


Θεωρείται πλέον βέβαιο πως με την ανάπτυξη της τεχνολογίας – κατά γεωμετρική πρόοδο – και την ελεύθερη διακίνηση επιστημονικών ιδεών σε παγκόσμιο επίπεδο, έχει καταστεί δυνατή η ικανότητα δημιουργίας επιτευγμάτων που άπτονται του πεδίου της επιστήμης και της λογικής εφαρμογής της, όπως και σε ευρύτερο πλαίσιο εκείνο των θετικών και τεχνολογικών επιστημών, ενώ εκκόλαψε στην ανθρωπότητα το αίσθημα επίτευξης απώτερων στόχων, με μόνο μέλημα την καλυτέρευση των συνθηκών ζωής των ανθρώπων και τη συνεχή πρόοδο κι ευημερία της ανθρωπότητας. Η άνοδος, η πρόοδος και συνάμα, η εξέλιξη του επιστημονικού αντικειμένου επώασε μία δυναμική φρεσκάδας στο χώρο της επιστήμης και μία ελπίδα ή καλύτερα, έναν άνεμο αισιοδοξίας για καλυτέρευση και πνευματική εξέλιξη του ανθρώπινου εαυτού σε πρώτο πλάνο και της κοινωνίας και πολιτισμού που εκείνη εκφράζει, σε δεύτερο. Με αυτό τον τρόπο σχεδιάζεται μία στρατηγική, που θα εμπίπτει δυναμικά με τις επιθυμίες κι ανάγκες του ανθρώπου και θα αντικατοπτρίζει την αρμονική συνύπαρξη – όσο το δυνατό καλύτερα κι εποικοδομητικά – τεχνολογίας, νόησης και λογικής, αποκτώντας έτσι ένα ειδικό βάρος για την αποτίμηση της σύγχρονης ανάγκης για διεκπεραίωση των ηθικών υποχρεώσεών του απέναντι στους συνανθρώπου του και το περιβάλλον, όσο και στη καλυτέρευση του βιοτικού επιπέδου εκείνου και του συλλογικού του υποβάθρου. Η διατήρηση και θωράκιση της ιστορικής – πολιτιστικής – περιβαλλοντικής – κληρονομιάς, μέσω ανθρώπινων υγιών αντιδράσεων και συνδιαλλαγών, φαίνεται να προσεγγίζει και να διεισδύει δειλά – δειλά στα σύνορα των χωραφιών του εφικτού και της βιωσιμότητας.

Εκεί, στο κατώφλι του 21ου αιώνα, εκεί όπου οι επιθυμίες του ανθρώπου αγγίζουν τα επιτεύγματα της επιστήμης και τα σύνορα της λογικής κι άρτιας μεθοδολογίας που θέτουν εκείνες, εκεί πραγματοποιούν την εμφάνισή τους ζητήματα, τα οποία καλούνται να επιλύσουν άμεσα οι επιστήμονες – ερευνητές, με τις καλύτερες δυνατές προϋποθέσεις και προοπτικές, επενδύοντας με αυτό τον τρόπο, στην άρτια ξεδίπλωση γνωστικών μεθόδων στο να τα αποκωδικοποιήσουν και να τα εντάξουν στον κοινωνικό βίο. Ένα από αυτά τα καίρια ζητήματα θεωρείται κι εκείνο της διατροφής του ανθρώπου, όπως και των κοινωνιών που είναι ενταγμένος εκείνος κι αλληλεπιδρά με τους συνανθρώπους του. Το διατροφικό ζήτημα και η διαχείριση εκείνου, αποτελεί για τον άνθρωπο ένα πρόβλημα που τον απασχολεί από την πρωταρχική εμφάνισή του πάνω στον πλανήτη Γη, διότι στη βάση εκείνου έγκειται η δική του επιβίωση, η ύπαρξη και – κατά συνέπεια – η επικράτησή του σε σχέση με τα υπόλοιπα άβουλα έμβια όντα. Στην προσπάθειά του να αντιμετωπίσει το συγκεκριμένο σοβαρό ζήτημα, ξεκίνησε να δημιουργεί τις πρώτες καλλιέργειες φυτών, καθώς και να εκτρέφει οικόσιτα ζώα, με απώτερο σκοπό την κατανάλωσή τους.

Λίγο αργότερα, η έλλογη παρατήρηση κι αστείρευτη δημιουργικότητα του έφερε στο προσκήνιο και τις πρώτες προσπάθειες δημιουργίας και καλλιέργειας υδρόβιων ειδών. Η δοκιμασία εκείνη του ανθρώπου απετέλεσε ίσως την πρώτη, αλλά και μεγαλύτερη ειρηνική του επανάσταση, με τεράστια επίδραση στη μετέπειτα πορεία κι εξέλιξή του. Έτσι, με την ραγδαία εξέλιξη στις δομές της ανθρώπινης κοινωνίας, το πρόβλημα καθαυτό (διατροφικό), αλλά και οι παράγοντες με τις παραμέτρους που το επηρεάζουν έχουν διαφοροποιηθεί. Από μερικές υποτυπώδεις ομάδες ανθρώπων στην απαρχή του ανθρωπίνου γένους, έχουμε φθάσει να συγκροτούμε κοντά 7 δισεκατομμύρια άτομα, με δυσοίωνες ενδεχομένως προβλέψεις για τις επιπτώσεις του φαινομένου του υπερπληθυσμού στο μέλλον. Η εξέλιξη εκείνη έφερε δραματικές αλλαγές στους συντελεστές, αλλά και στη γενικότερη θεώρηση του προβλήματος με: υπέρμετρες ανάγκες για κατανάλωση τροφής, περιορισμός εκτάσεων γης για καλλιέργεια, το πρόβλημα της άρδευσης, ανάγκη για προσεκτικότερη και μελετημένη οριοθέτηση εγκαταστάσεων, ρύπανση και μόλυνση του περιβάλλοντος, κακοδιαχείριση των φυσικών πόρων, αλόγιστη σπατάλη αποθεμάτων, γενετικώς μεταλλαγμένα τρόφιμα. Επομένως, η ανάγκη για ποιοτικότερη κι ασφαλέστερη τροφή, καθώς και αύξηση των ποσοτήτων της, σε συνδυασμό με την καλυτέρευση συνθηκών εργασίας και του περιβάλλοντος, άνοιξε τον δρόμο για την ανάπτυξη ενός ξεχωριστού κλάδου τροφίμων που ακούει στο όνομα της υδατοκαλλιέργειας.

Με τον όρο «υδατοκαλλιέργειες», λογίζεται ως η ελεγχόμενη εκτροφή υδρόβιων οργανισμών, δραστηριότητα που δρομολόγησε το ξεκίνημά της πριν το 5000 π.Χ περίπου. Οι υδατοκαλλιέργειες, σε συνδυασμό με την γεωργία και την κτηνοτροφία, αποτελούν τον βασικό κεντρομόλο άξονα της πρωτογενούς παραγωγής και παρουσιάζουν μετά το 1950, αξιόλογη εξέλιξη σε όλα τα επίπεδα της παραγωγικής διαδικασίας κι εμπορικής συναλλαγής. Θέλοντας να δώσουμε έναν ορισμό για να βρεθούμε πιο κοντά στην έννοια της υδατοκαλλιέργειας, μπορούμε να πούμε ότι, η υδατοκαλλιέργεια συνίσταται στην ανάπτυξη και την καλλιέργεια θαλάσσιων οργανισμών (ζώων και φυτών) σε αλμυρό, υφάλμυρο και γλυκό νερό και αποβλέπει στην εξασφάλιση αλιευτικών προϊόντων υψηλής θρεπτικής, υγιεινής και οικονομικής σημασίας για την χώρα, στην οποία δραστηριοποιείται. Πιο συγκεκριμένα, εννοούμε την ελεγχόμενη εκτροφή ψαριών, οστράκων (δίθυρων μαλακίων), καρκινοειδών (γαρίδες, αστακούς, καραβίδες), μακροφυκών, δραστηριότητες, οι οποίες εντάσσονται στο γενικότερο πλαίσιο εκτροφής υδρόβιων οργανισμών, που πραγματοποιούνται σε ελεγχόμενες ειδικές εγκαταστάσεις, τις αποκαλούμενες κι ως: υδατοκαλλιέργειες.

Σύμφωνα με ορισμό που δίνει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας (FAO), υδατοκαλλιέργεια λογίζεται ως: «η καλλιέργεια υδρόβιων οργανισμών σε ηπειρωτικές ή παράκτιες περιοχές η οποία περιλαμβάνει παρεμβάσεις στη διαδικασία της αύξησης και της εκκόλαψης προκειμένου να βελτιωθεί η παραγωγή και η ατομική ή συνεταιριστική ιδιοκτησία του καλλιεργούμενου αποθέματος». Κύριος σκοπός των υδατοκαλλιεργειών ενδείκνυται στην άμεση παραγωγή αλιευμάτων ευρείας κατανάλωσης. Ένας άλλος σημαντικός στόχος της υδατοκαλλιέργειας είναι η παραγωγή υδρόβιων οργανισμών οι οποίοι χρησιμοποιούνται είτε ως τροφή για τα καλλιεργούμενα είδη, είτε στην παραγωγή διατροφικών και φαρμακευτικών προϊόντων ή προϊόντων βιοτεχνολογίας. Τέλος, συχνά η υδατοκαλλιέργεια στοχεύει στην παραγωγή καλλωπιστικών ειδών και στην παραγωγή γόνου (αβγά, προνύμφες, νεαρά άτομα) με σκοπό τον εμπλουτισμό των φυσικών αποθεμάτων. Το πρώτο συνθετικό της λέξης, υδατο-, αναφέρεται σε μία ποικιλία περιβαλλόντων, συμπεριλαμβανομένων των εσωτερικών υδάτων, των υφάλμυρων νερών και της θάλασσας. Οι υδρόβιοι οργανισμοί που καλλιεργούνται στα συγκεκριμένα εκείνα περιβάλλοντα περιλαμβάνουν μεγάλη ποικιλία φυτών και ζώων, τόσο ασπόνδυλων, όσο και σπονδυλωτών. Οι δύο σημαντικότερες μορφές που μπορεί να διακριθούν σε σχέση με το περιβάλλον της καλλιέργειας είναι η καλλιέργεια εσωτερικών νερών και η παράκτια υδατοκαλλιέργεια. Αξίζει να σημειωθεί ότι, η κατηγοριοποίηση των υδατοκαλλιεργειών μπορεί να επιτευχθεί με τη παρουσίασή τους σε ζεύγη αντιθέτων: εκτατική ή εντατική, σε φυσικό περιβάλλον ή σε δεξαμενές, σε γλυκό, σε θαλασσινό ή σε υφάλμυρο νερό, με συνεχή ροή ή με ανακυκλοφορία, παραδοσιακή ή σύγχρονη, κλασική ή βιολογική μέθοδο, προστατευμένη ή εκτεθειμένη. Στα προαναφερθέντα ζεύγη λογίζεται ως δυνατή κάθε πιθανή παραλλαγή, καθώς και ποικίλοι συνδυασμοί, που θα απλουστεύσουν τις διαδικασίες εγκατάστασής των. Η θαλασσοκαλλιέργεια περιλαμβάνει έναν ειδικό όρο, ο οποίος χρησιμοποιείται αποκλειστικά για την καλλιέργεια οργανισμών σε θαλασσινό νερό (από το υφάλμυρο έως το πλήρως θαλασσινό νερό, ανάλογα με τα επίπεδα αλατότητας).

Τα τελευταία τριάντα χρόνια, οι υδατοκαλλιέργειες αναπτύσσονται με ετήσιο ρυθμό που υπερβαίνει το 10% κατά μέσο όρο, σε παγκόσμιο επίπεδο. Μάλιστα, τα τελευταία δέκα χρόνια, ο ρυθμός ανάπτυξης της συγκεκριμένης δραστηριότητας άγγιξε ακόμα και το 12%, ποσοστό όμως που δεν φαίνεται να συνεχίζεται στο μέλλον, καθώς η βιομηχανία ήδη αντιμετωπίζει προβλήματα λόγω της μεγάλης αύξησης της παραγωγής και της επακολουθούμενης μείωσης των τιμών των παραγόμενων ειδών. Όμως, βλέπουμε να παρουσιάζουν μία ιδιαίτερη επιχειρηματική δυναμικότητα και κοινή ωφέλεια στην αναπτυξιακή στρατηγική αρκετών χωρών. Αν και η ιδέα εκτροφής αλιευμάτων τοποθετείται σχετικά σε παλαιότερους χρόνους, εντούτοις η ιστορία του τύπου των εντατικών υδατοκαλλιεργειών – που χρησιμοποιείται ευρύτατα αυτή τη στιγμή – είναι σχετικά πρόσφατη.

Αρχαιολογικά ευρήματα φανερώνουν ότι απλές – σε έκταση, μέθοδο κι εγκατάσταση – μορφές καλλιέργειας υδρόβιων οργανισμών πραγματοποιούνταν στο νησιωτικό σύμπλεγμα της Χαβάη από την προϊστορική κιόλας εποχή. Επιπλέον, ευρήματα χρονολογημένα στο 475 μ.Χ. περιγράφουν με σαφήνεια απλές τεχνικές εκτροφής του κυπρίνου που εφαρμόζονταν στην Κίνα και την Ινδονησία γύρω στο 2000 π.Χ., από τις οποίες προέκυψαν όλες οι παραδοσιακές εκτροφές ψαριών γλυκού και θαλασσινού νερού που πραγματοποιούνται σήμερα σε διάφορα μέρη του κόσμου σε ειδικές υδατοσυλλογές και που είναι γνωστές στην Ελλάδα σαν «διβάρια». Ο Κινέζος πολιτικός Φαν Λέϊ πιστεύεται ότι στήριζε τα πλούτη του σε ιχθυοκαλλιέργειες μέσα σε μικρές λίμνες εν έτη 500 π.Χ., ενώ αναφορές για καλλιέργεια σπάνιων και πολυτελών ειδών υπάρχουν σε αρχαία κείμενα της Ιαπωνίας. Μάλιστα, στο νησιωτικό κράτος της Ιαπωνίας υπάρχουν ιστορικές ενδείξεις για δυνατότητα καλλιέργειας οστράκων πριν από περισσότερα από 2.000 έτη, σε περιοχές, στις οποίες επικρατούσε το φυσικό φαινόμενο της έντονης παλίρροιας. Ο Σταγειρίτης φιλόσοφος Αριστοτέλης κάνει αναφορά για καλλιέργειες οστράκων στην Ελλάδα περί το 100 π.Χ., την ίδια περίπου εποχή που ο Πληναίος παραθέτει λεπτομέρειες για τον Ρωμαϊκό τρόπο και τακτική καλλιέργειας. ενώ η καλλιέργεια καρκινοειδών φαίνεται ότι είναι πολύ μεταγενέστερη.

Σε ειδικό πλάνο, οι υδατοκαλλιέργειες στη Μεσόγειο είναι μία δραστηριότητα η οποία χάνεται στο βάθος της ιστορίας των μεσογειακών πολιτισμών. Η ευρωπαϊκή υδατοκαλλιέργεια τοποθετεί τις ρίζες της στη περίοδο του μεσαίωνα και μεταμόρφωσε την "τέχνη" της ασιατικής υδατοκαλλιέργειας σε επιστήμη που μελέτησε την διαδικασία της ωοτοκίας, την παθολογία, και την τροφική αλυσίδα. Μία από τις σημαντικότερες εξελίξεις ήταν η εφεύρεση των μεθόδων εκτροφής της πέστροφας, σε φυσικές υδατοσυλλογές από τα μέσα του 19ου αιώνα. Ειδικότερα, η καλλιέργεια ιχθυηρών κι οστράκων στη Λεκάνη της Μεσογείου τοποθετεί τις ρίζες της στο βάθος των αιώνων. Στη θαλάσσια περιοχή της Μεσογείου, τα πρώτα ίχνη τα ανακαλύπτουμε στην αρχαία Αίγυπτο. Πιο συγκεκριμένα, στον τάφο του Ακτιχέπ (2.500 π.Χ.) υπάρχουν αναπαραστάσεις, στις οποίες διακρίνονται άνδρες να βγάζουν τιλάπια από μία λίμνη. Ο πολιτισμός των Ετρούσκων στην περιοχή της σημερινής Ιταλίας τον 6ο αιώνα π.Χ. διέθετε θαλάσσια ιχθυοτροφεία από αναπαραστάσεις σε αγγεία. Ανάλογα ευρήματα έχουν ανακαλυφθεί και σε ελληνικά αγγεία, τα οποία χρονολογούνται γύρω στον 5ο αιώνα π.Χ. κι αφορούν στην καλλιέργεια οστράκων Μάλιστα, πρόσφατες αρχαιολογικές ανασκαφές στο νησί της Σαπφούς, στη Μυτιλήνη, μαρτυρούν ίχνη από εγκατάσταση υδατοκαλλιέργειας, τα οποία χρονολογούνται γύρω στο 333 π.Χ.

Το ψάρι ειδικότερα – κατά τους κλασικούς χρόνους – κατείχε περίοπτη θέση για τους αρχαίους Έλληνες προγόνους μας στο τραπέζι τους και ιδιαίτερα των Αθηναίων. Η θάλασσα πάντοτε παρείχε τροφή και στην Ηπειρωτική Ελλάδα, αλλά και πολύ περισσότερο, στους νησιώτες κατοίκους της. Η πολύ κοντινή απόσταση των κατοίκων από τη θάλασσα, τα αβαθή πεντακάθαρα και πολύ πλούσια νερά της σε είδη και ποσότητες, αλλά και η ποικιλομορφία της έκαναν τους Έλληνες να αγαπήσουν εκείνη και τους καρπούς της και να δέσουν την ζωή τους με αυτήν. Υπάρχει ένα αξιοθαύμαστο πλήθος αρχαίων γραπτών πηγών και κειμένων που μας παρέχουν διάφορες πληροφορίες για το είδος και ποσότητα θαλασσινών που κατανάλωναν οι πρόγονοί μας, τις μεθόδους αλίευσής τους, για τις περιοχές, στις οποίες ζουν κι αναπαράγονται οι ιχθύες, για τη σωστή εποχή αλίευσης του κάθε είδους, τις διαδικασίες μαγειρέματος του κάθε είδους, όπως και η εκτενής αναφορά εκατοντάδων ονομάτων ιχθύων κι άλλων θαλάσσιων ειδών. Το πλήθος εκείνων των ονομάτων μαρτυρεί ότι οι αρχαίοι Έλληνες ήσαν εξοικειωμένοι με το υδάτινο στοιχείο, καθώς κι άριστοι γνώστες της υδρόβιας ζωής, με αποτέλεσμα να διαθέτουν πλήρη γνώση και να έχουν ονοματοδοτήσει εκατοντάδες θαλάσσια είδη. Ένα δείγμα αυτών αποτελούν: ορφώς (ροφός), παλαμύς (παλαμίδα), σμαρίδαι (μαρίδες), τρίγλη (μπαρμπούνι), φάγρος (φαγκρί – αναφέρεται ως γλυκό και θρεπτικό), χάννη (χάννος – που έχει ολάνοικτο στόμα), θύννος (τόνος – ονομαστός στη Σάμο, Βυζάντιο, Κάρυστο, Τυνδαρίδα), πέρκη (πέρκα), σκόμβρος (σκουμπρί, σαργός – αναφέρεται ότι καταστρέφει τα δίχτυα), λάβραξ (λαβράκι – περίφημος της Μιλήτου, χαρακτηρίζεται πρώτος σε νοστιμιά και σοφότερος από όλους τους ιχθείς, αφού βρίσκει τρόπους να ξεφεύγει από τους αλιείς. Χαρακτηρίζεται και υιός των θεών – θεόπαις λάβραξ).

Μάλιστα, έχουν σωθεί και διάφορα ειδικά συγγράμματα που μαρτυρούν όλα τα παραπάνω, όπως τα: Αριστοτέλους Περί Ιχθύων, Δωρίωνος Περί Ιχθύων, Νουμηνίου Αλιευτικός, Αρχίππου Ιχθύς, Αντιφάνους Αλιευόμενη και Ευθυδήμου Περί παστών. Σε αυτή την περίοδο δεν θα μπορούσε να λείψει και το σχετικό εμπόριο ιδιαίτερα των ιχθύων που ήταν ταριχευμένα – ταρίχη όπως ονομάζονταν – λόγω της εύκολης και χωρίς κινδύνους αλλοίωσης κατά την μεταφορά τους. Οι ταριχευμένες σαρδέλες έρχονταν (αρχαία ελληνικά: αφύαι) κατέφθαναν στην αρχαία Αθήνα κυρίως από τον Εύξεινο Πόντο, όπως και οι φρέσκιες σαρδέλες του Φαλήρου και της Ρόδου, που θεωρούνταν ιδιαίτερα δημοφιλείς. Εκτός από τα ταρίχη, πολύ αγαπητά ήταν και τα τεμάχη που απαρτίζονταν από παστά τεμάχια διαφόρων μεγάλων ιχθύων όπως σκόμβρων (σκουμπριών) και θύννων (τόνων). Στα περίφημα αθηναϊκά συμπόσια δεν έλειπε το πολύ γνωστό αυγοτάραχο (αρχ. Ελληνικά: ωοτάριχος) από τα αυγά του αντακαίου (αρπακτικού ιχθύ που αλιεύονταν στις εκβολές του Δούναβη – τάριχος αντακαίον).

Στους μεταγενέστερους χρόνους – κατά τη ρωμαϊκή περίοδο – οι υδατοκαλλιέργειες γνωρίζουν μία ιδιαίτερη ανάπτυξη, μιας και οι Ρωμαίοι εκτρέφανε θαλασσινά ψάρια, όπως λαβράκι και τσιπούρα, τα οποία θεωρούνταν σπάνια είδη ιχθυηρών και λογίζονταν ως ιδιαίτερα δημοφιλή και γευστικά πιάτα για τους γευσιγνώστες κι εραστές της κουζίνας. Ειδική αναφορά μάλιστα γίνεται και σε βιβλία συνταγών εκείνης της εποχής, όπως το «de Re Cooquinaria» του δημοφιλούς Ρωμαίου γαστρονόμου Marco Gavio Apicio (στα λατινικά: Marcus Gavius Apicius) χρονολογημένο τον 1ο αιώνα π.Χ., όμως με την παρακμή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας αυτό το είδος ιχθυοκαλλιέργειας εξαφανίσθηκε. Πραγματοποίησε την εμφάνισή του στις αρχές του 15ου αιώνα με μεγάλης κλίμακας ιχθυοκαλλιέργειες σε λιμνοθάλασσες της Αδριατικής με την ονομασία vallicultura – που σημαίνει: υδατοκαλλιέργεια σε παράκτιες λιμνοθάλασσες. Σήμερα, σε περιορισμένες περιοχές των ιταλικών ακτών κρατούνται κι εκτρέφονται ψάρια, όπως: τσιπούρες, κέφαλοι, στρείδια κι άλλα είδη του θαλάσσιου Βασιλείου.

Η υδατοκαλλιέργεια αποτελεί μία από τις ραγδαία αναπτυσσόμενες δραστηριότητες στον τομέα της σύγχρονης αλιείας και γενικότερα του ευρύτερου αγροτικού τομέα σε όλο τον κόσμο. Καθώς η παγκόσμια παραγωγή της συλλεκτικής αλιείας μειώνεται τα τελευταία είκοσι χρόνια και η ζήτηση για αλιευτικά προϊόντα συνεχίζει να αυξάνεται σε όλο τον κόσμο, η συμβολή της υδατοκαλλιέργειας στο σύνολο των αλιευτικών προϊόντων που καταναλώνονται παγκοσμίως σε ετήσια βάση έχει αυξηθεί από περίπου 10% στη δεκαετία του '70 σε περίπου 50% στο τρέχων έτος. Ενώ η υδατοκαλλιέργεια του γλυκού νερού έχει καθιερωθεί εδώ και αιώνες, τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, παρουσιάζεται μία άνευ προηγουμένου ανάπτυξη στον τομέα των θαλάσσιων ιχθυοκαλλιεργειών. Η καλλιέργεια σολομού, η οποία ξεκίνησε μόλις στα τέλη της δεκαετίας του εβδομήντα / αρχές της δεκαετίας ογδόντα έχει ξεπεράσει τους 1,9 εκατομμύρια τόνους παραγωγής ετησίως, ενώ η παραγωγή μεσογειακών ειδών όπως τσιπούρα και λαβράκι έχει συνολικά, για όλες τις χώρες της Μεσογείου, ξεπεράσει τις 230 χιλιάδες τόνους ετησίως. Παράλληλα, σημαντικές εξελίξεις στην τεχνολογία έχουν επιτρέψει την παραγωγής ενός αριθμού άλλων θαλάσσιων ειδών, κυρίως υποτροπικών και τροπικών ειδών.

Η Διεθνής Κοινότητα εξασφαλίζει ότι ο κοινοτικός κλάδος της υδατοκαλλιέργειας αναπτύσσεται κατά τρόπο που συνάδει µε ένα υψηλό επίπεδο προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος. Στο ίδιο πλαίσιο, τα θαλάσσια προϊόντα διατροφής, τα οποία παρασκευάζονται ή εισάγονται στην ΕΕ οφείλουν να τηρούν υψηλές προδιαγραφές προστασίας της υγείας και της ασφάλειας του καταναλωτή. Η Κοινότητα πρέπει επίσης να επιδιώκει τους στόχους της προστασίας υψηλού επιπέδου της υγείας και ευημερίας των υδρόβιων ζώων εκτροφής. Έτσι λοιπό, τα κυριότερα νομοθετήματα της Ε.Ε. που αφορούν την προστασία του περιβάλλοντος και της βιοποικιλότητας και άρα άμεσα την δόμηση της νομοθεσίας για τις ιχθυοκαλλιέργειες κάθε χώρας είναι: Α) η Οδηγία Πλαίσιο για τη Θαλάσσια Στρατηγική 2008/56/ΕΚ, η οποία στοχεύει στη προαγωγή της αειφόρου χρήσης των θαλασσών, στην διατήρηση των θαλάσσιων οικοσυστημάτων και στην προστασία των βασικών πόρων από τους οποίους εξαρτώνται οι κοινωνικές και οικονομικές δραστηριότητες που σχετίζονται με τη θάλασσα.

Η συγκεκριμένη Οδηγία καθιερώνει πλαίσιο, εντός του οποίου τα Κράτη – Μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να επιτύχουν ή να διατηρήσουν άρτια περιβαλλοντική κατάσταση για το θαλάσσιο περιβάλλον, το αργότερο έως το έτος 2020. Β) Την Οδηγία 72/43/ΕΚ, του συμβουλίου της 21 Μαΐου 1992, η οποία ορίζει τη διατήρηση των φυσικών οικοτύπων, καθώς και της φυσικής χλωρίδας και πανίδας. Γ) Τη Σύμβαση της Βαρκελώνης (1976), για την προστασία της Μεσογείου από τη ρύπανση, όπως εκείνη τροποποιήθηκε στις 10 Ιουνίου 1995. Δ) Το Πρωτόκολλο για την ολοκληρωμένη διαχείριση των παράκτιων ζωνών της Μεσογείου, όπου σύμφωνα με τη ΔΣ για την προστασία του θαλασσίου περιβάλλοντος και των παράκτιων περιοχών της Μεσογείου και με τα πρωτόκολλά της, τα μέρη θεσπίζουν κοινό πλαίσιο για την ολοκληρωμένη διαχείριση των παράκτιων ζωνών της Μεσογείου και λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για την ενδυνάμωση της περιφερειακής συνεργασίας για το σκοπό αυτό. Ε) Την Οδηγία 85/337/ΕΟΚ, του Συμβουλίου της 27ης Ιουνίου 1985 για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον με τις τροποποιήσεις της. ΣΤ) Την Οδηγία 2001/42/ΕΚ, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Ιουνίου 2001 σχετικά με την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων. Ζ) Την Οδηγία 2000/60/ΕΚ, για τη θέσπιση πλαισίου κοινοτικής δράσης στον τομέα της πολιτικής των υδάτων ή αλλιώς Οδηγία – Πλαίσιο για τα Ύδατα, μετά από μία μακρόχρονη περίοδο ενδελεχών συζητήσεων και διαπραγματεύσεων μεταξύ των Κρατών – Μελών της ΕΕ και που τέθηκε σε ισχύ στις 22 Δεκεμβρίου 2000.

Σε ειδικότερο πλαίσιο, το νομικό καθεστώς για την ομαλή κι άρτια λειτουργία μίας ιχθυοκαλλιέργειας, ορίζεται μέσα από μία σειρά παραμέτρων, οι οποίες προσπαθούν να αποσαφηνίσουν, με μεθοδικότητα τον πολυκριτηριακό ρόλο που καλούνται να παίξουν. Έτσι, διακρίνονται σε: Α) Παραμέτρους, οι οποίες εξετάζονται και καθορίζονται για το ξεκίνημα μίας νέας μονάδας ιχθυοκαλλιεργειών και περιλαμβάνουν: την επιλογή των κατάλληλων ειδών για καλλιέργεια, την χωροθέτηση της μονάδας εκτροφής και τις διαδικασίες αδειοδότησης μίας μονάδας υδατοκαλλιεργειών. Β) Το νομικό πλαίσιο, που διέπει τη λειτουργία μίας μονάδας με τα στάδια παραγωγής και περιλαμβάνει: τις απαιτήσεις σχετικά με την υγιεινή του προϊόντος στα στάδια της παραγωγής, της απαιτήσεις υγιεινής για την επεξεργασία και τη διάθεση του τελικού προϊόντος στην αγορά ώστε να είναι απαλλαγμένο από τυχόν επιμολύνσεις, την ικανότητα ιχνηλασιμότητας στα παραγόμενα προϊόντα, τους επιτρεπόμενους ρυπαντές και προσμίξεις στα ιχθυηρά, καθώς και επιτρεπόμενες ποσότητες που εκείνα είναι ανεκτά, η προβλεπόμενη νομοθεσία σχετικά με τα Γενετικώς Τροποποιημένα τρόφιμα και ζωοτροφές, άλλοι παράμετροι εκτροφής, όπως τη δυναμικότητα της μονάδας εκτροφής, την απαραίτητη για την εκτροφή υδρανάπαυση, την ανανέωση μίσθωσης υδάτινων εκτάσεων και της άδειας λειτουργίας, την αποκατάσταση του χερσαίου και θαλάσσιου περιβάλλοντος, καθώς κι όσα προβλέπονται σχετικά με την ασφάλεια παραγωγής , την επεξεργασία και διάθεση των αποβλήτων, ξεχωριστό πλαίσιο που διέπει τις βιολογικές ιχθυοκαλλιέργειες. Γ) Την εφαρμογή Κοινής Πολιτικής των χωρών – μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για ζητήματα υδατοκαλλιεργειών και περιλαμβάνουν: τον τρόπο λειτουργίας εκείνων, την κοινή αλιευτική πολιτική για τις υδατοκαλλιέργειες, τα όργανα και τους οργανισμούς της ΕΕ στα πλαίσια της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής, το Ευρωπαϊκό Ταμείο Αλιείας, το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Αλιείας 2007 – 2013 και μετέπειτα και το Εθνικό Στρατηγικό Σχέδιο Ανάπτυξης Αλιείας 2007 – 2013 και μετέπειτα.

Ο ρόλος που καλούνται να παίξει τα τελευταία χρόνια ο κλάδος των ιχθυοκαλλιεργειών κρίνεται ιδιαίτερα σημαντικός, αν λάβουμε υπόψη από τη μία, τη διαφαινόμενη αδυναμία της φυτικής και ζωικής παραγωγής να καλύψουν τις ανάγκες σε τρόφιμα του παγκόσμιου πληθυσμού, η οποία αυξάνεται με γοργούς ρυθμούς και την παγκόσμια αλιευτική παραγωγή που έχει εμφανίσει πτωτικούς ρυθμούς προσφοράς αλιευμάτων, ενώ από την άλλη, η ζήτηση αλιευτικών προϊόντων ακολουθεί ανοδική πορεία εξαιτίας του προτύπου υγιεινής διατροφής που προβάλλεται σε πολλές οικονομικά αναπτυγμένες χώρες (Hanson et al., 1994; Γραβινιώτης, 1997) αλλά και της σχετικής αναβάθμισης του οικονομικού επιπέδου των τριτοκοσμικών χωρών (James, 1992).

Ειδικότερα, οι λόγοι, κατά τους οποίους, κρίνεται αναγκαία η ανάπτυξη και η εξάπλωση του κλάδου των υδατοκαλλιεργειών παραδίδουν τη θέση τους πρωτίστως στην αλματώδη αύξηση του πληθυσμού σε παγκόσμιο επίπεδο. Σήμερα, στον πλανήτη διαβιούν πάνω από 6 δισεκατομμύρια άνθρωποι, αριθμός, ο οποίος αυξάνεται κατά περίπου 100 εκατομμύρια τον χρόνο. Από την άλλη πλευρά, τα ψάρια της ελεύθερης αλιείας, συνεχώς μειώνονται. Άρα, η ανάπτυξη των ιχθυοκαλλιεργειών αποτελεί το μόνο μέσο για την εξασφάλιση της ποσότητας των ιχθυηρών που απαιτεί η παγκόσμια κατανάλωση. Ο δεύτερος λόγος αποτελεί η ρύπανση που έχει να κάμει με τα υδάτινα οικοσυστήματα, όπου σε εκείνα απαντούν οι ωκεανοί, οι λίμνες, οι λιμνοθάλασσες και τα ποτάμια. Η περιβαλλοντική υποβάθμιση των περιοχών που ζουν και αναπτύσσονται τα ψάρια και τα υπόλοιπα θαλασσινά είδη, δημιουργεί σοβαρά κι εκτενή προβλήματα, όχι μόνο στην διαδικασία αναπαραγωγή τους, αλλά και στην ποιότητα και την καθαρότητά τους. Έτσι, πολλές φορές αλιεύονται ψάρια, τα οποία κρίνονται ακατάλληλα για τον άνθρωπο. Τέλος, εδώ κι αρκετά έτη, παρατηρείται η τάση για συνεχή αύξηση της ζήτησης σε ιχθυηρά. Το γεγονός ότι αυτά αποτελούν την πλέον υγιεινή τροφή, έχει συμβάλει στη θεαματική αύξηση της κατανάλωσης τους, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις έχει αντικαταστήσει το κόκκινο κρέας.

Οφείλουμε να επισημάνουμε ότι, το ψάρι ιχθυοκαλλιέργειας αποτελεί ένα ευγενές τρόφιμο (αλίευμα), που παράγεται στο φυσικό θαλάσσιο περιβάλλον με τεχνικές εκτροφής, πάντοτε – σε εξαιρετικά άρτιο ποσοστό – ελεγχόμενες από τον άνθρωπο. Το ψάρι ιχθυοκαλλιέργειας αποτελεί, για το σύγχρονο καταναλωτή, την πλέον προσιτή πρόσβαση σε πρωτεΐνες υψηλής βιολογικής αξίας, πολύτιμα πολυακόρεστα λιπαρά οξέα Ω-3, τα οποία περιέχουν τρεις τύπους ωφέλιμων οξέων: DHA (δοκοσαεξαενοικό οξύ) και το EPA (εικοσιπενταενοικό οξύ) που περιέχονται κατά κύριο λόγο σε λιπαρά ψάρια (σολομός, ρέγκα, σκουμπρί), καθώς και το ALA (α-λινολενικό οξύ) – σύμφωνα με τους, βιταμίνες Α, D, E και Κ, νιασίνη, καθώς και σε πολύτιμα στοιχεία όπως το ιώδιο, το φθόριο, το σελήνιο, ο σίδηρος, ο χαλκός, το φώσφορο και το ασβέστιο και το μαγνήσιο για την κάλυψη των διατροφικών του αναγκών – σύμφωνα με τους: Pearson D. (1976) σε ομιλία του με θέμα: «The Chemical Analysis of foods» και Lall S. P. (1995) σε ομιλία του με θέμα: «Macro and Trace Elements in Fish and Shellfish In A. Ruiter (Ed.), Fish and Fishery Products, Composition, Nutrive Properties and Stability». Το ψάρι ιχθυοκαλλιέργειας αποτελεί μία από τις πληρέστερες τροφές για τον καταναλωτή, εφόσον οι εκτρεφόμενοι με την εντατική μέθοδο ιχθύες ζουν σε περιβάλλον πιο σταθερό, άρτια ελεγχόμενο, ενώ η διατροφή τους με τεχνητές ιχθυοτροφές επηρεάζει έως ένα βαθμό τη χημική σύνθεση της σάρκας τους. Τέλος, σε σύγκριση με τους ελεύθερους ιχθύες του ίδιου είδους, η σάρκα των εκτρεφόμενων ιχθύων χαρακτηρίζεται, μετά από οποιαδήποτε επεξεργασία της, από μεγαλύτερη ευχυμία και σταθερότερη υφή – σύμφωνα με τους Orban et al. (1997) σε ομιλίας τους με θέμα: «The Functional Properties of the Proteins, Texture and the Sensory Characteristics of Frozen Sea Bream Fillets (Sparus aurata) from Different Farming Systems», καθώς και η πεπτικότητα των θρεπτικών του συστατικών της σάρκας υπερβαίνει το 95%, περιέχοντας όλα τα απαραίτητα αμινοξέα, λιπίδια και βιταμίνες στην πλέον ιδεώδη αναλογία για τον ανθρώπινο οργανισμό – σύμφωνα με αναφορά του Καθηγητή Mengoli Α. (1994) της βιομηχανίας Alimentari, στην ομιλία του με θέμα: «Nutritional qualities of fish muscle».

Τα οφέλη από την κατανάλωση ιχθύων είναι αναρίθμητα και αρκετά από αυτά έχουν επισημανθεί και καταγραφεί – στη πλειονότητα των περιπτώσεων – σε διάφορες επιστημονικές έρευνες και μελέτες. Το πιο σημαντικό ίσως στοιχείο τους αναγνωρίζεται ως προς τα λιπαρά τους, με τα πολύ σημαντικά για την ανθρώπινη υγεία πολυακόρεστα Ω-3 λιπαρά οξέα (όπως έγινε λόγος παραπάνω), τα οποία θεωρούνται ως το «καλό» λίπος. Πολλές ιατρικές έρευνες παραθέτουν μέχρι τώρα διάφορα ευεργετικά αποτελέσματα των Ω-3 για την υγεία, τα οποία είναι ικανά να: μειώνουν τον κίνδυνο δημιουργίας αθηρωματικής πλάκας κι απόφραξης του στεφανιαίου αγγειακού συστήματος της καρδιάς, απομακρύνοντας τον κίνδυνο δημιουργίας εμφράγματος του μυοκαρδίου, να μειώνουν τον κίνδυνο θανάτου από καρδιακές αρρυθμίες και να μειώνουν τον κίνδυνο απόφραξης των εγκεφαλικών αιμοφόρων αγγείων που θεωρείται η αιτία των ισχαιμικών εγκεφαλικών επεισοδίων – με εκείνα να αποτελούν την τρίτη συχνότερη αιτία θανάτου κι ένα από τους κυριότερους λόγους μόνιμης σοβαρής αναπηρίας. Διευκρινίζεται ότι, ακόμα και μικρές ποσότητες ιχθύος, έχουν προστατευτική δράση, καθώς συμβάλλουν στην διατήρηση των φυσιολογικών επιπέδων της αρτηριακής πίεσης (συνδυασμένη δόση 3g EPA και DHA), στην διατήρηση των φυσιολογικών επιπέδων των τριγλυκεριδίων (ημερήσια λήψη 2g EPA και DHA) και στην ομαλή διατήρηση της χοληστερίνης (2g ημερησίως κατανάλωσης ALA). Σχετικό ερευνητικό πρόγραμμα της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ (Harvard Medical School) γνωστοποίησε ότι η κατανάλωση ιχθύος, έστω και μία φορά το μήνα, μειώνει αισθητά τον κίνδυνο για ισχαιμικό εγκεφαλικό επεισόδιο.

Ειδικότερα, η κατανάλωση ιχθύων, πλούσιων σε Ω-3 λιπαρά οξέα, παρουσιάζει ένα πλήθος επιπρόσθετων ευεργετικών αποτελεσμάτων για τον οργανισμό του ανθρώπου και την καλή του λειτουργία, όπως: το να προλαμβάνει τους πρόωρους τοκετούς και να μειώνει την πιθανότητα αποβολής, να πραγματοποιεί την καλύτερη συμβολή στην ανάπτυξη του νευρικού συστήματος του εμβρύου, το να μειώνει σημαντικά τις πιθανότητες εμφάνισης εκφυλισμού της ωχράς κηλίδας του ματιού, ασθένεια που αποτελεί την κυριότερη αιτία απώλειας όρασης σε άτομα της τρίτης ηλικίας και να εμφανίζουν ορισμένες αντικαταθλιπτικές ιδιότητες, καθιστώντας τα χρήσιμα ενάντια στην εμφάνιση του άγχους και Επιπλέον, η συχνή βρώση ιχθύος μειώνει τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του προστάτη στους άνδρες κι απομακρύνει σε εξαιρετικά μεγάλο ποσοστό την εμφάνιση κι εξάπλωση εκφυλισμού των πνευματικών και διανοητικών ικανοτήτων που έχουν να κάμουν με τις περιπτώσεις της γεροντικής άνοιας και της ασθένειας του Αλτσχάιμερ (νόσο του ) στους ανθρώπους της τρίτης ηλικίας. Παράλληλα, με την παροχή αμινοξέων και λίπους, οι ιχθύες αποτελούν πλούσιες πηγές βιταμινών και ιχνοστοιχείων, όπως λιποδιαλυτών βιταμινών τύπου Α και D, υδατοδιαλυτών βιταμινών τύπου Β1, Β2, Β3 και Β12, καθώς και βασικών μετάλλων και ιχνοστοιχείων, όπως ο φωσφόρος, το ασβέστιο, ο ψευδάργυρος και φυσικά το ιώδιο.

Σε παγκόσμιο επίπεδο, ο κλάδος της υδατοκαλλιέργειας αποτελεί – κατά γενική ομολογία – έναν εξαιρετικά πολύπτυχο κλάδο, με επιχειρήσεις που κυμαίνονται από χωμάτινες δεξαμενές μικροκαλλιεργητών στην Αφρική, με σχετική παραγωγή λίγα κιλά ιχθύων ανά έτος, έως διεθνείς επιχειρήσεις με ετήσιο κύκλο εργασιών άνω των 1 δις δολαρίων. Υπολογίζεται ότι το 2006, όσο αφορά στην εκτροφή των ψαριών, απασχολήθηκαν 9 εκατομμύρια άνθρωποι, το 94% περίπου των οποίων στην Ασία. Η μέση απόδοση ανά άτομο και ανά έτος ήταν 5,96 τόνοι, αλλά η τιμή αυτή ποικίλλει αρκετά, από 0,6 τόνους στην Ινδονησία, όπου τα συστήματα υδατοκαλλιέργειας τείνουν να είναι ιδιαιτέρα επίπονα, σε 161 τόνους στη Νορβηγία, μια χώρα ιδιαίτερα βιομηχανοποιημένη. Για πολλές χώρες, όπως χαρακτηριστικά αποτελούν το Μπαγκλαντές, η Ινδία και το Βιετνάμ, η υδατοκαλλιέργεια αποτελεί μία από τις πιο ζωτικές οικονομικά δραστηριότητες στην παράκτια ζώνη και σε αγροτικές τοποθεσίες. Ο αριθμός των μικρομεσαίων και ατομικών επιχειρήσεων στην Ευρώπη θεωρείται επίσης υψηλός (με περισσότερες από 13.000 επιχειρήσεις). Ωστόσο, οι τάσεις προς την εκβιομηχάνιση και την ενοποίηση των μονάδων υδατοκαλλιέργειας είναι πολύ ισχυρές για ορισμένα είδη, κυρίως για εκείνα τα οποία διακινούνται στις διεθνείς αγορές.

Η υδατοκαλλιέργεια στον ελλαδικό χώρο, παρουσιάζει ιδιαίτερη δυναμική ανάπτυξης, σε αντίθεση με άλλες παραγωγικές δραστηριότητες που άπτονται του πρωτογενούς τομέα, οφειλόμενη κυρίως σε τρεις (3) σταθερούς παράγοντες: το συγκριτικό πλεονέκτημα των Ελληνικών θαλασσών και τις γενικότερες θετικές κλιματολογικές και υδρολογικές συνθήκες της χώρας, τη γειτνίαση της χώρας, ως χώρα παραγωγής, με τις κύριες αγορές κατανάλωσης και το υψηλό επίπεδο τεχνογνωσίας για τον κλάδο που έχει αποκτηθεί σε όλα τα επίπεδα (επιστημονικό – τεχνικό – διοικητικό). Ειδικότερα η δυναμική αυτή παρατηρείται στη θαλάσσια ιχθυοκαλλιέργεια της οποίας η παραγωγή σε ποσοστό 80 – 85% εξάγεται, συμβάλλοντας σημαντικά στο ισοζύγιο πληρωμών της χώρας. Η υδατοκαλλιέργεια αποτελεί πυλώνα ανάπτυξης της Ελληνικής οικονομίας, ενώ συμβάλλει στον τομέα της απασχόλησης και στηρίζει την οικονομία τοπικών κοινωνιών. Η εγχώρια αγορά έχει μεγάλες δυνατότητες για αύξηση της κατανάλωσης προϊόντων υδατοκαλλιέργειας, τόσο σε ψάρια, όσο και σε οστρακοειδή. Αυτό προκύπτει τόσο από τις διαπιστωθείσες τάσεις της αγορά, αλλά και από τα ακόλουθα δεδομένα που είναι: η συνεχώς μειούμενη παραγωγή προϊόντων συλλεκτικής αλιείας, η σταδιακή διαφοροποίηση της διατροφής του πληθυσμού με την στροφή σε αλιευτικά προϊόντα, έναντι της κατανάλωσης κρέατος, η υγιεινή και ασφάλεια των προϊόντων υδατοκαλλιέργειας, οι προσιτές τιμές διάθεσης στην κατανάλωση με συνεχή διαθεσιμότητα και η διεύρυνση της τουριστικής περιόδου για την Ελλάδα και τον σημαντικά αυξημένο αριθμό τουριστών, που επισκέπτονται τη χώρα κάθε χρόνο (25 εκατ. Περίπου). Η επιφυλακτικότητα που υπάρχει από ένα τμήμα του ελληνικού καταναλωτικού κοινού, να καταναλώνει προϊόντα υδατοκαλλιέργειας, σταδιακά περιορίζεται και θεωρείται βέβαιο ότι θα ελαχιστοποιηθεί, εφόσον συνοδεύεται με συνεχείς ενημερωτικές εκστρατείες – σύμφωνα με την: «έκθεση εμπορίας των ειδών υδατοκαλλιέργειας που παράγονται στην Ελλάδα» που επιτελέσθηκε υπό την αιγίδα της συμβουλευτικής εταιρείας APC ADVANCED PLANNING – CONSULTING, τον Οκτώβριο του 2016.

Η χώρα μας, η Ελλάδα, θεωρείται πρωτοπόρος, ιδιαίτερα στο εντυπωσιακό επίπεδο ανάπτυξης του τομέα, εκείνου που άπτεται της ιχθυοκαλλιέργειας στο θαλάσσιο χώρο της Ανατολικής Λεκάνης της Μεσογείου. Η χώρα μας παρέχει πολλά προτερήματα που δίνουν το πράσινο φως στην ανάπτυξη των υδατοκαλλιεργειών όπως: η διάθεση πολλών κι αξιόλογων σε οργανοληπτικά θρεπτικά συστατικά νερών που απαντώνται σε λιμνοθάλασσες, ποτάμια, λίμνες και στα ελληνικά πελάγη, οι εξαιρετικά ευνοϊκές κλιματικές συνθήκες για καλλιέργεια, τόσο θερμόφιλων, όσο και ψυχρόφιλων ειδών και η παροχή κατάλληλων γεωθερμικών υδάτων για τη δυνατότητα σχετικά ανέξοδης θέρμανσης. Η Ελλάδα θεωρείται ιδανικός τόπος για θαλασσοκαλλιέργεια λόγω των απόκρημνων ακτών και των αρκετών – πολυποίκιλου αναγλύφου – νησιωτικών συμπλεγμάτων (Κυκλάδες, Δωδεκάνησα, Β. Σποράδες) που διαθέτει. Γεγονός, που της προσδίδει μίαν ευρύ γεωγραφική διάσταση και προσανατολισμό, κατάλληλο για τη χωροθέτηση κι εγκατάσταση της συγκεκριμένης διεργασίας. Η θάλασσά της κρίνεται λιγότερο μολυσμένη σε σχέση με θάλασσες άλλων χωρών (Θάλασσα Μπάρεντς, Βαλτική Θάλασσα, Ερυθρά Θάλασσα) και έτσι προσφέρονται καλές – σε ευρύτερο πλαίσιο – συνθήκες εκτροφής και πάχυνσης. Διαθέτει επιπλέον, βαθιά νερά και υποθαλάσσια ρεύματα κοντά σε ακτές, όπως και κατά μήκος αυτών. Οι ελληνικές θάλασσες έχουν τη δυνατότητα για χρήση τριών επιπλέον μηνών για την ωρίμανση ψαριών σε σχέση με άλλες περιοχές, αφού η θερμοκρασία τους κυμαίνεται στους 26 - 28 βαθμούς Κελσίου (C) το καλοκαίρι και 14 - 16 βαθμούς Κελσίου (C) το χειμώνα, οι οποίες αποτελούν ήπιο μέτρο.

Στην Ελλάδα, το ψάρι ιχθυοκαλλιέργειας εκπροσωπείται κυρίως από δύο ονόματα ιχθύων που ακούν στα ονόματα: τσιπούρα και λαβράκι. Αξίζει να αναφερθεί ότι, η συνολική παραγωγή λαβρακιού (επιστ. ονοματολογία: Dicentrarchus labrax) και τσιπούρας (επιστ. ονοματολογία: Sparus aurata) στις ιχθυοκαλλιέργειες της Ε.Ε. το 2011 ανήλθε στους 70.000 τόνους και 60.000 τόνους αντίστοιχα, σύμφωνα με την επίσημη αναφορά του FAO για το 2013. Ενώ, το έτος 2018, η παραγωγή τσιπούρας και λαβρακίου ανήλθε σε 117.000 τόνους, παρουσιάζοντας αύξηση περίπου 7% σε σχέση με τη προηγούμενη χρονιά, με το 2019, η παραγωγή των δύο εκείνων ιχθυρών να κυμαίνεται περί τους 119.000 τόνους (Πηγή: ετήσια έκθεση Συνδέσμου Ελληνικών Θαλασσοκαλλιεργειών, 2019). Οι κύριες χώρες παραγωγής – κατά τον FAO – είναι η Ελλάδα, ακολουθούν η Τουρκία, η Ισπανία, η Ιταλία, η Γαλλία, η Πορτογαλία, η Κύπρος, η Τυνησία, η Αίγυπτος και άλλες. Η Ελλάδα είναι ο κύριος παραγωγός στην Ε.Ε., με ποσοστό 67% επί της συνολικής ευρωπαϊκής παραγωγής λαβρακιού (ακολουθεί η Ισπανία με 20%) και 63% επί της παραγωγής τσιπούρας (ακολουθεί η Ιταλία με 18%). Επιπλέον, η Ελλάδα αποτελεί τον μεγαλύτερο διεθνή παραγωγό λαβρακιού (περίπου 50.000 τόνοι ετησίως) και τσιπούρας (περίπου 35.000 τόνοι ετησίως), με μερίδιο 57% επί της παγκόσμιας παραγωγής για το 2005 (Πηγή: www.statistics.gr). Ακόμη, πρέπει να ληφθεί υπόψη, ότι η Ιταλία είναι μακράν η μεγαλύτερη αγορά λαβρακιού και τσιπούρας και καλύπτει περίπου το 40% της συνολικής κατανάλωσης στην Ε.Ε. Ακολουθεί η Ισπανία (21%), η Ελλάδα (11%), η Γαλλία (9%), η Πορτογαλία (5%) και το Ηνωμένο Βασίλειο (5%). Ωστόσο, η Ελλάδα συγκροτεί την χώρα με τη μεγαλύτερη κατά κεφαλήν κατανάλωση λαβρακιού και τσιπούρας στην Ε.Ε., με την Κύπρο, Ιταλία, Ισπανία, τη Πορτογαλία και τη Γαλλία να ακολουθούν αμέσως μετά.

Τα αίτια της μεταστροφής και της αλματώδους ανάπτυξης της ελληνικής θαλασσοκαλλιέργειας αναζητούνται στη σημαντική ερευνητική προσπάθεια που διεξάχθηκε κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1970 σε πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Ισπανίας, η οποία οδήγησε σε σημαντικές ανακαλύψεις για τον έλεγχο του κύκλου ζωής ειδών όπως χαρακτηριστικά αποτελούν η τσιπούρα και το λαβράκι. Στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και στις αρχές της δεκαετίας του 1980, τα πρώτα εκκολαπτήρια εμφανίστηκαν στη Γαλλία, την Ιταλία, την Ισπανία και, στη συνέχεια, στην Πορτογαλία και την Ελλάδα. Η υιοθέτηση των τεχνολογιών εκτροφής σε κλωβούς από την καλλιέργεια του σολομού (κυρίως από τη Νορβηγία), η συνεχώς αυξανόμενη ζήτηση της αγοράς για τα είδη αυτά και κυρίως οι φυσικές συνθήκες που προσφέρονται από το ιδιαίτερο κλίμα της Ελλάδας και την εκτεταμένη της ακτογραμμή, την κατέστησαν χώρα σημαντικής επιλογής για την ανάπτυξη της βιομηχανίας της θαλασσοκαλλιέργειας. Σημαντικό ρόλο έπαιξαν επίσης διάφορα ερευνητικά και επιχειρηματικά προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς κι ο επαγγελματικός ζήλος κάποιων επιχειρηματιών που έλαβαν το ρίσκο, αντιμετώπισαν την πρόκληση και πέτυχαν ταχεία αύξηση της παραγωγής, ώστε η Ελλάδα να συγκροτήσει έναν από τους μεγαλύτερους παραγωγούς των ειδών αυτών παγκοσμίως.

Άμεση απόρροια όλων εκείνων ήταν το έτος 2013 η ελληνική ιχθυοκαλλιέργεια παρήγαγε σχεδόν 145.000 τόνους αλιευμάτων, κατέχοντας την έκτη θέση σε παραγωγή στην Ευρώπη, σε σύνολο 40 κρατών. Οι τάσεις της παραγωγής είναι εντυπωσιακά αυξητικές, σε αντίθεση με την εμπορική αλιεία, κατά την οποία, η παραγωγή αλιευμάτων τα τελευταία χρόνια σημειώνει κάμψη. Έτσι, από το 2004 και μετά, ποσοστό των αλιευμάτων μεγαλύτερο του 50% προέρχεται από την υδατοκαλλιέργεια, ενώ το 2013 από την υδατοκαλλιέργεια προήλθε το 69% των αλιευμάτων. Από την παραγωγή αυτή, το 97% προερχόταν από θαλασσοκαλλιέργειες. Εξαιρετικής επίσης σημασίας για την ελληνική υδατοκαλλιέργεια – και την οικονομία – αποτελεί η καλλιέργεια οστράκων και ιδιαίτερα τα δύο είδη από το γένος του μεσογειακού μυδιού (Mytilus edulis και M. galloprovincialis), με παραγωγή που ανήλθε τους 17.500 τόνους το 2013. Η ποσότητα αυτή αντιστοιχεί στο 12% τόσο της εγχώριας υδατοκαλλιέργειας, όσο και της Ευρωπαϊκής παραγωγής μεσογειακού μυδιού, κάνοντας την Ελλάδα δεύτερη κατά σειρά παραγωγό χώρα μετά την Ιταλία η οποία ελέγχει το 65% της παραγωγής. Αξίζει να σημειωθεί ότι, τα τελευταία χρόνια έχει πραγματοποιηθεί και μία επιπλέον μεταστροφή του κλάδου, που αφορά την εξειδίκευση στην καλλιέργεια υδρόβιων φυκών, με αρκετά έντονο εμπορικό και θρεπτικό ενδιαφέρον, όπως χαρακτηριστικά συνίσταται το κυανοβακτήριο της σπιρουλίνα και το μακροφύκος του γένους Ulva. Τα συγκεκριμένα έχουν τη δυνατότητα για χρήση συμπληρωμάτων διατροφής (ως «υπερτροφές»), ιδιαίτερα ευεργετικά για την ανθρώπινη υγεία κι ευεξία, ως πρώτη ύλη στη βιομηχανία καλλυντικών, ενώ δύναται να υποστούν περεταίρω επεξεργασία για τη παραγωγή βιομάζας και τη χρησιμοποίησή τους ως βιοκαύσιμα (Πηγή: ετήσια έκθεση Συνδέσμου Ελληνικών Θαλασσοκαλλιεργειών, 2019).

Κάλλιστα – με βάση τα παραπάνω – οι ιχθυοκαλλιέργειες αποτελούν έναν ταχέως αναπτυσσόμενο κλάδο της ελληνικής οικονομίας, ωθούμενο από τη σημαντική αύξηση τα τελευταία χρόνια της κατανάλωσης προϊόντων ιχθυοκαλλιέργειας διεθνώς. Συγκεκριμένα, οι Έλληνες παραγωγοί – με έντονα εξαγωγικό προσανατολισμό – εκμεταλλεύονται τα ισχυρά συγκριτικά πλεονεκτήματα στην εκτροφή τσιπούρας και λαβρακίου. Σε αυτό το σημαντικό υποκλάδο, η ελληνική παραγωγή καλύπτει σχεδόν το ½ της διεθνούς αγοράς, ενώ παράλληλα αποτελεί σημαντικό εξαγωγικό αγαθό του πρωτογενούς τομέα. Αξίζει να επενδύσουμε στην ελληνική ιχθυοκαλλιέργεια και στο ανθρώπινο δυναμικό που τη στελεχώνει, μιας και στη σύντομη νεότερη ιστορική περίοδο: η παγκόσμια παραγωγή τσιπούρας και λαβρακιού ιχθυοκαλλιέργειας, από 1.000 τόνους το 1985, έφτασε τους 300.000 τόνους το 2009. Γεγονός, που προκαλεί μία ενθάρρυνση στο να χαράξουμε μία υπεύθυνη στρατηγική κι επενδυτική πολιτική, ικανές στο να συμβάλλουν – με το λιθαράκι τους – στην καλυτέρευση της ελληνικής οικονομίας και την ανάπτυξη υγιών διόδων επιχειρηματικού ανταγωνισμού και κοινής εθνικής ωφέλειας και συνεργασίας.

Παράλληλα, η Ελλάδα υπήρξε πρωτοπόρος στην προσπάθεια αυτή, παίζοντας από την αρχή ηγετικό ρόλο στην ταχεία ανάπτυξη και επιτυχία του κλάδου της Μεσογειακής Ιχθυοκαλλιέργειας, ενώ σήμερα, θεωρείται αδιαμφισβήτητα ο παγκόσμιος ηγέτης στην παραγωγή τσιπούρας και λαβρακιού ιχθυοκαλλιέργειας, με συνολικό όγκο παραγωγής 120.000 τόνους το 2012 που αντιστοιχεί περίπου στο 40% της παγκόσμιας παραγωγής. Ο κλάδος της μεσογειακής ιχθυοκαλλιέργειας, με 32 χρόνια δημιουργικής και δυναμικής παρουσίας (1981 - 2013) αποτελεί τον πλέον εξωστρεφή και υγιή παραγωγικό κλάδο της Ελλάδας και θέτει τα πλαίσια μίας δυναμικής κι ανερχόμενης βιομηχανίας θαλασσινών τροφίμων. Ο ετήσιος τζίρος των εξαγωγών της ελληνικής ιχθυοκαλλιέργειας ξεπέρασε το 2012 τα 400 εκατομμύρια ευρώ, ενώ πάνω από 80% της συνολικής παραγωγής τσιπούρας και λαβρακιού ιχθυοκαλλιέργειας εξάγεται, τσιπούρα και λαβράκι ιχθυοκαλλιέργειας αποτελούν το πρώτο τρόφιμο που εξάγει η Ελλάδα με βάση την αγοραστική του αξία και τον όγκο και τέλος, ο κλάδος της Μεσογειακής Ιχθυοκαλλιέργειας στην Ελλάδα προσφέρει εργασία και εξειδικευμένη τεχνογνωσία σε περίπου 18.000 άτομα.

Επιπρόσθετα, οι περισσότερες ελληνικές επιχειρήσεις του κλάδου διαθέτουν ολοκληρωμένο σύστημα διασφάλισης κι εγγύησης ποιότητας ως προς την εκτροφή της τσιπούρας και του λαβρακιού, όπως εκείνο καθορίζεται από τις γραμμές που θέτει η ΕΕ, με μία σειρά παραγόντων που αφορούν: τη διεξαγωγή αυστηρών ελέγχων σε όλα τα στάδια παραγωγής και διανομής, καθώς και αυστηρή εφαρμογή υψηλότερων ευρωπαϊκών προτύπων για την ποιότητα και την ασφάλεια των τροφίμων. Τις πολυετείς προσπάθειες εκτεταμένης εθνικής και διεθνούς Έρευνας και Ανάπτυξης σε πολλούς κλάδους, για τη συνεχή βελτίωση των πρωτοκόλλων ιχθυοκαλλιέργειας, το εξαιρετικά καταρτισμένο και εξειδικευμένο προσωπικό, που μετρά περισσότερα από 25 χρόνια εμπειρίας και εργάζεται συνεχώς για την εξέλιξη των μεθόδων παραγωγής και την ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών προς όφελος του καταναλωτή και τα αυστηρά ευρωπαϊκά πρότυπα για το περιβάλλον και τα ζώα, που διασφαλίζουν την εφαρμογή βιώσιμων μεθόδων καλλιέργειας με τις ελάχιστες δυνατές επιπτώσεις στο περιβάλλον. Όλα τα προηγούμενα διασφαλίζονται στην χώρα μας από: τα καθαρά, διαυγή και ανακυκλούμενα νερά των πολυάριθμων, απάνεμων κόλπων της εκτεταμένης ακτογραμμής της, τις ευνοϊκές γεωμορφολογικές, κλιματολογικές και περιβαλλοντικές συνθήκες, με ήπιες θερμοκρασίες του νερού 26-28 οC το καλοκαίρι και 14-16 οC το χειμώνα, την ιδιαίτερη τεχνολογική ανάπτυξη, συγκέντρωση και εξαγωγή τεχνογνωσίας, με τις πιο προηγμένες μεθόδους παραγωγής και τις πιο πρωτοποριακές τεχνολογίες, τη δέσμευση για μακροχρόνια ικανοποίηση των καταναλωτών, μέσω της εφαρμογής εκτεταμένων συστημάτων ελέγχου και διασφάλισης της ποιότητας και τον υψηλό βαθμό περιβαλλοντικής και κοινωνικής ευθύνης.

Μία επένδυση για να θεωρείται εφικτή και παράλληλα να επιφέρει κέρδος με το λιγότερο δυνατό κόστος, εκτός από χάραξη εμπεριστατωμένης και καινοτόμας επιστημονικής στρατηγικής διαπραγματεύσεων και συμβάσεων, οφείλει να ανταποκρίνεται σε ένα συγκεκριμένο σύστημα περιβαλλοντικών κανόνων και ποιότητας, που θα της διασφαλίσει ένα προσοδοφόρο κι αναπτυξιακό μέλλον. Η συγκεκριμένη εκείνη πρόκληση έγκειται στη βελτίωση των τεχνολογιών και των πρακτικών στις υδατοκαλλιέργειες, στον βαθμό που εκείνη θα επιτρέψει τη μείωση των αρνητικών επιπτώσεων της δραστηριότητας, παρά τη σημαντική ανάπτυξη. Έτσι, οι εγκαταστάσεις υδατοκαλλιεργειών οφείλουν να ελαχιστοποιήσουν τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις τους μέσω: της βιώσιμης προμήθειας της τροφής (είτε από ψάρια, είτε από φυτικά προϊόντα προερχόμενα από αναγνωρισμένους φορείς πιστοποίησης όπως ο International Fishmeal and Fish Oil Organisation), της μέγιστης αναλογίας μετατροπής της τροφής σε παραγόμενο ψάρι, της παρεμπόδισης και πρόληψης διαφυγής ψαριών στο θαλάσσιο περιβάλλον και του σχετικού σχεδίου διαχείρισης, της ελαχιστοποίησης των επιπτώσεων στη βιοποικιλότητα (συμπεριλαμβανομένων περιοχών με πεδία αναπαραγωγής και ενδιαίτησης ψαριών), της μείωσης των επιπτώσεων από χημικά και φαρμακευτικές ουσίες, της περιβαλλοντικά ορθής διαχείρισης αποβλήτων και εξοικονόμησης ενέργειας και της υδρανάπαυσης.

Επιπρόσθετα, περισσότερη έρευνα και μεθοδευμένη συλλογή δεδομένων ως προς τις επιπτώσεις των υδατοκαλλιεργειών στα θαλάσσια οικοσυστήματα. Η έρευνα αυτή θα πρέπει να υποστηρίξει την ανάπτυξη μετρήσιμων στόχων και δεικτών σχετικά με τις επιδράσεις του τομέα αυτού στο θαλάσσιο περιβάλλον. Βελτίωση της διακυβέρνησης του τομέα ώστε να διασφαλίζεται η έγκαιρη και αποτελεσματική συμμετοχή των εμπλεκόμενων μερών. Εστιασμένη δημόσια χρηματοδότηση που θα προωθεί τις περιβαλλοντικά υπεύθυνες πρακτικές. Έμφαση στη βιολογική υδατοκαλλιέργεια και στην εφαρμογή προτύπων με βάση τα συστήματα πιστοποίησης υδατοκαλλιέργειας όπως χαρακτηριστικά αποτελούν τα: Aquaculture Stewardship Council και GlobalGAP ως ενδιάμεσο στάδιο. Αν και η συνύπαρξη υδατοκαλλιεργειών και θαλάσσιων προστατευόμενων περιοχών δεν είναι δομικά ασύμβατη, παρόλα αυτά, οι νέες χωροθετήσεις θα πρέπει να εξετάζονται προσεκτικά και μεθοδικά. Κοινώς, μία χωροθέτηση δεν θα πρέπει να επιτρέπεται σε πεδία αναπαραγωγής και ενδιαίτησης ψαριών (ήδη απαγορεύεται σε λειμώνες ποσειδωνίας – Posidonia oceanica), καθώς και σε προστατευόμενους υποβρύχιους χώρους με αρχαιολογικά ευρήματα, πλησίον παραλιών αναψυχής, σε κοντινή απόσταση από βιολογικούς καθαρισμούς εκροής επεξεργασμένων – αστικών και βιομηχανικών – λυμάτων, όπως και σε εμπορικούς λιμένες, με έντονη ακτοπλοϊκή κίνηση.

Μία εταιρεία για να πραγματοποιήσει κερδοφόρα είσοδο στην εγχώρια και διεθνή σκακιέρα της επένδυσης και της αγοράς, οφείλει να ακολουθήσει ένα ορισμένο σύνολο κανόνων και διατάξεων, ώστε να καταφέρει να εξασφαλίσει μία δυναμική άνοδο πάνω στο αντικείμενο που έχει επιλέξει να κάμει. Δεν είναι εύκολο. Αλλά κι όχι ακατόρθωτο, μιας και για να δημιουργηθούν οι απαραίτητες συνθήκες επίτευξης αυτού του εγχειρήματος θα πρέπει να ενστερνιστεί και να ακολουθήσει μία άρτια και ακέραιη μεθοδολογία για να το καταφέρει στο τελικό στάδιο. Εκείνη περιλαμβάνει: άριστο οργανόγραμμα προσωπικού, άρτιο μηχανολογικό και ηλεκτρολογικό εξοπλισμό – κατάλληλα εγκατεστημένο, πιστοποιημένο κι ελεγμένο, πάγια και σιδηρά πολιτική της εταιρείας ως προς τη διαχείριση του πλεονάσματός της, καθώς και την κατάλληλη εκπαίδευση κι εξειδίκευση του προσωπικού της, την ανάπτυξη κι εξέλιξη επιστημονικής έρευνας και μεθοδολογίας για επιπρόσθετη παροχή τεχνογνωσίας κι άψογων υπηρεσιών για το ευρύ κοινό, την εξασφάλιση άρτιας κτιριακής υποδομής με όλα τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας και πληρότητας περιβαλλοντικών κι άλλων προτύπων. Το σημαντικότερο; Την άριστη εξασφάλιση ανθρώπων, οι οποίοι θα είναι έτοιμοι να ριχτούν στον στίβο της αγοράς, με εργατικότητα και μεράκι και που θα επιτελέσουν τις κατάλληλες διαπραγματεύσεις για το καλό της εταιρείας και το δικό τους. Και για αυτό οφείλουν να έχουν συνεργασία μεταξύ τους, καθώς μόνο με αυτόν τον τρόπο θα μείνουν συμπαγείς ως ομάδα και θα κατορθώσουν να πραγματοποιήσουν τις πολυπόθητες νίκες προς όφελος του τρίπτυχου εταιρεία – υπαλληλικό / διοικητικό προσωπικό – κοινωνία.

Η ελληνική επιχείρηση έχει έντονη την ανάγκη να αποκτήσει υγιή υπόσταση και να ισχυροποιηθεί μέσα στο παγκόσμιο συνονθύλευμα των προκλήσεων που έχουν ως αφετηρία τον ανταγωνισμό και κατ’επέκταση τη διάρθρωση της δυναμικότητας της αγοράς και ζήτησης. Η οικονομική θωράκιση της χώρας μας μπορεί κάλλιστα να επιτελεσθεί από την υγιή ανάπτυξη κι εξάπλωση των επιχειρήσεών της, με το να κατασκευάσουν ένα ακέραιο πλαίσιο κανόνων κι επιστημονικών μεθόδων που θα διέπει την άρτια δομή και λειτουργία εκείνης, με μοναδικό πρόσημο την επίτευξη του θεμιτού κέρδους και την συντριβή της οικονομικής ύφεσης και κρίσης. Όταν μάλιστα η εκάστοτε επιχείρηση κατορθώσει να συνδυάσει την δυναμική προοπτική της – που λογίζεται ως η άρτια οικονομική της ανάπτυξη και κερδοφορία – με την αντίστοιχη εκείνη της προστασίας του περιβάλλοντος και των συνθηκών ασφάλειας και ποιότητας των προϊόντων που παράγει, τότε ο δρόμος προς την ευημερία κι ευμάρεια συντομεύει και η κατάκτηση της αξιοκρατίας θα καταστεί δυνατή. Στο χέρι μας βρίσκεται η απόφαση να δημιουργήσουμε κάτι νέο, κάτι καινούργιο, κάτι καινοτόμο και περιβαλλοντικά εγγυημένο κι ασφαλές από το ήδη παρωχημένο, στάσιμο και βορβορώδες. Ας κάνουμε ένα ξεκίνημα, ας εκκολάψουμε μία νέα κοινωφελή ιδέα, ώστε να μην κληρονομήσουμε τούτη εδώ τη Γη από τους προγόνους μας, αλλά να τη δανειστούμε από τους απογόνους μας – που τόσο σοφά αναφέρει μία Ινδιάνικη παροιμία. Το αξίζουμε αυτό άλλωστε! Όχι τόσο πολύ για εμάς τους ίδιους, αλλά ακόμη περισσότερο για τις επόμενες γενεές. Επειδή εκείνες, είμαστε εμείς!


Σχόλια Αναγνωστών

0 Προσθήκη σχολίου

Δεν υπάρχουν ακόμα σχόλια για αυτό το άρθρο.

ΠΡΟΣΘΕΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ!
Απάντηση σε x
* Υποχρεωτικά πεδία* Το vimaonline σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά και άσχετα με το περιοχόμενο του άρθρου σχόλια. Είναι αυτονόητο πως η ομάδα διαχείρισης φέρει ευθύνη μόνο για τα επώνυμα άρθρα των συντακτών και των συνεργατών της.

Σας ευχαριστούμε για την συμμετοχή σας.