ΑΡΘΡΑ

Σταμάτης - Στυλιανός Βλάχος

MSc. Περιβαλλοντολόγος, διαχείριση ενέργειας & περιβάλλοντος, μέλος Οικολογικής Συνεργασίας Δήμου Παλαιού Φαλήρου ECO+  

Επενδύοντας στους «πράσινους» και «γαλάζιους» συμμάχους

0 26 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2019, 22:08

«Το πρώτο βήμα σε μία αναπτυξιακή πολιτική δεν είναι να αποφασίσεις πώς και προς τα πού θα αναπτυχθείς. Είναι να αποφασίσεις τι θα εγκαταλείψεις. Για να αναπτυχθεί μία επιχείρηση πρέπει να έχει μία πολιτική απαλλαγής από τα υπερμεγέθη, τα απόλυτα και τα αντιπαραγωγικά.»

Peter Drucker, 1909 – 2005, Αυστριακός γκουρού του management


Σε προηγούμενο άρθρο μου είχα πραγματοποιήσει μία πρόχειρη εννοιολογική προσέγγιση κι αναφορά στη λέξη «αλλαγή». Είχα μιλήσει για τον τρόπο, με τον οποίο η συγκεκριμένη εκείνη λέξη στέκεται η αιτία στο να δρομολογηθούν μετατοπίσεις κι ανακατατάξεις που αφορούν την αναμόρφωση του γήινου αναγλύφου και τοπίου, αλλά και την εκ νέου δημιουργία λήψεως απόφασης σχετικά με την αναγκαιότητα μετατροπής του αρχικού σχεδίου για τη κατασκευή του έργου σε ένα άλλο, διαφορετικό. Είχα αναφέρει και την ύπαρξη ενδεχόμενων διχογνωμιών κι αψιμαχιών, ως συνέπεια της αλλαγής εκείνης, για τη μη εκπλήρωση χωροθέτησης και κατασκευής του έργου, όπως και τις πιθανές επιπτώσεις – είτε θετικές, είτε με αρνητικό πρόσημο – που συνήθως εικάζεται ότι θα έχει η επιτευξιμότητα εκείνου στο φυσικό κι ανθρωπογενές περιβάλλον. Αξιοσημείωτο το γεγονός θεωρείται ότι, η λέξη «αλλαγή», η οποία δηλώνει τη μετάβαση από μία κατάσταση σε μία άλλη, συγκροτεί – αρκετές φορές – την αναγκαία αιτία που θα παρακινήσει το Κράτος και την κοινωνία, να την επιτελέσει και να δημιουργήσουν μία συνέχεια που θα συνδράμει στην εξέλιξη της τεχνολογίας, του τρόπου ζωής, αλλά και του πολιτισμού. Και τα τελευταία συνιστούν βαρύνουσας σημασίας συστατικό για την προσέγγιση και κάλυψη μεγάλης έκτασης της έννοιας που υπακούει στο όνομα της: βιωσιμότητας.

Στο παρόν άρθρο, θα επιχειρήσω να επεξηγήσω γιατί εκείνη την αλλαγή, είναι απαραίτητο κι αναγκαίο να την επικαλύψουμε με τον μανδύα της επένδυσης! Δηλαδή, να το πω διαφορετικά: την αλλαγή, το συμπέρασμα της δραστηριότητας της ενέργειας, να τη μετατασχηματοποιήσουμε σε επένδυση, η οποία θα λογίζεται ως κοινωφελής για το Κράτος – Πολιτεία και τη τοπική κοινωνία. Θα πρέπει να διαθέτει η επένδυση και το πρόσημο της βιωσιμότητας, ώστε να καθίσταται μη επιζήμια για το κοινό συμφέρον και αποδεκτή από το σύνολο των παραγόντων, με τη μόνη προϋπόθεση την προώθηση εκείνης μέσα από μία πάγια αλληλουχία στοιχείων, που θα επιτρέψουν την ειρηνική συμφιλίωση του ανθρώπου με το καινούργιο, το «μετέπειτα». Κι αυτό είναι το ζητούμενο! Η επένδυση να επιχειρήσει να ανοίξει καινούργιες οδούς, με μόνο γνώμονα την εξοικείωση του ανθρώπου και κατοίκου μίας χώρας με τη παροχή άρτιας νεοφερθείσας τεχνολογίας και τεχνογνωσίας, οι οποίες θα σταθούν στο ύψος των περιστάσεων και θα ενδυναμώσουν τις γέφυρες εμπιστοσύνης μεταξύ Κράτους – επιχειρήσεων – κατοίκων και πολιτών, ενώ θα τολμήσουν να αναγάγουν σε υψηλά ποσοστά το δείκτη βιωσιμότητας στην συνείδηση των παραπάνω (Κράτους – επιχειρήσεων – κατοίκων).

Οι επενδύσεις συγκροτούν έναν από τους κυριότερους παράγοντες της ανάπτυξης των επιχειρήσεων, των τοπικών κοινωνιών – κοινοτήτων, αλλά και της εθνικής οικονομίας μίας χώρας σε ευρύτερο πλαίσιο, διότι μέσω των επενδύσεων κινητοποιούνται, συνδυάζονται κι αξιοποιούνται όλοι οι συντελεστές της παραγωγής και της προόδου: το ανθρώπινο δυναμικό, το γεωμορφολογικό ανάγλυφο και κλιματικές συνθήκες της εκάστοτε περιοχής, τα κεφάλαια, η απαραίτητη τεχνογνωσία και η άρτια εφαρμογή εκείνης, οι φυσικοί πόροι, η επιχειρηματικότητα. Με τις επενδύσεις διευρύνεται η παραγωγική δυναμικότητα της οικονομίας και προωθείται στην πράξη η αύξηση της παραγωγής αγαθών και υπηρεσιών. Διευρύνεται το πλαίσιο οικονομικών συναλλαγών με χώρες του εξωτερικού, ενδυναμώνεται το εμπόριο με όλο το πακέτο δραστηριοτήτων που το συνοδεύουν, ισχυροποιούνται οι σχέσεις εμπιστοσύνης μεταξύ κρατών διαφορετικών χωρών, όπως και των επιχειρήσεών που ανήκουν στη γεωγραφική τους επικράτεια, καθώς μετριάζονται κατά πολύ οι ενδεχόμενες απειλές γύρω από τις συγκεκριμένες δραστηριότητες. Η δυνατότητα απόκτησης προσθετικής αξίας γύρω από την επίδειξη υγιούς επιχειρηματικότητας κι αρτιμελούς λειτουργίας των κρατικών θεσμών θα ξεκινήσει να διαφαίνεται μέσα από την ευγενή άμιλλα, τη παροχή κατάλληλης καινοτομίας και τεχνογνωσίας, καθώς και συνεργασίας των αρμόδιων φορέων σε όλα τα επίπεδα, με μόνο μέλημα την – σε υψηλό βαθμό – προσέγγιση της «πράσινης» κι επικερδούς ανάπτυξης.

Οι επενδύσεις χαρακτηρίζονται από πολύπλευρες και πολλαπλές επιπτώσεις στην οικονομική και κοινωνική ζωή μιας χώρας. Κι αυτό, διότι, προσφέρουν νέες ευκαιρίες απασχόλησης, με συνέπεια, τον περιορισμό του ποσοστού του φαινομένου της ανεργίας, που συνιστά τη σοβαρότερη κοινωνική ασθένεια σε μία οικονομία, αξιοποιούν συνήθως τους αδρανείς πλουτοπαραγωγικούς πόρους, επιταχύνουν τη διαδικασία της οικονομικής ανάπτυξης και υγιούς επιχειρηματικότητας, ενώ συγκροτούν πολύτιμη βοήθεια στη καταπολέμηση του πληθωρισμού, διότι ενισχύουν την προσφορά αγαθών και υπηρεσιών για την παραγωγικότητα. Επιπρόσθετα, προκαλούν προωθητικές επιδράσεις στον παραγωγικό μηχανισμό της οικονομίας, ενισχύουν συνήθως την εξωτερική οικονομική θέση της χώρας, γιατί διευρύνουν τις εξαγωγές ή και υποκαθιστούν τις εισαγωγές, ενισχύουν την οικονομική σταθερότητα σε περιόδους ύφεσης, ενώ εδραιώνουν με την καλλιέργεια του κλίματος επιχειρηματικής δραστηριότητας την εμπιστοσύνη στο μέλλον της χώρας, καθώς και επεκτείνουν τη λειτουργικότητα των θεσμών και μηχανισμών εκείνης. Παράλληλα, επεκτείνουν τον κύκλο εργασιών της οικονομικής δραστηριότητας και έτσι δημιουργούν δυνητικές πηγές αύξησης των δημοσίων εσόδων, συνιστούν τον ασφαλέστερο αγωγό για την παραγωγή της τεχνολογικής προόδου, δεδομένου ότι με τις επενδύσεις ενσωματώνεται στην παραγωγική διαδικασία η προχωρημένη τεχνολογία και αντανακλούν φανερά το δείκτη της οικονομικής δημιουργικότητας μιας χώρας. Όλα τα παραπάνω, στέκονται η αιτία στο να προβάλλουν – όσο πιο κραταιά κι εμπεριστατωμένα γίνεται – το γόητρο της χώρας διεθνώς, διότι συγκροτούν το ισχυρότερο μέσο ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητάς της και κατ’επέκταση της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτισμικής βιωσιμότητας εκείνης.

Μία χώρα, όπως η Ελλάδα, νιώθει έντονη την ανάγκη δημιουργίας αρτιμελούς επιχειρηματικής δραστηριότητας, που θα συνάδει άμεσα με το γεωμορφολογικό ανάγλυφό και κλίμα της, όπως και τη δημιουργία κραταιών επενδύσεων κι επενδυτικών σχεδιασμών, που θα διέπονται από το ελληνικό πνεύμα συνεργασίας και προσαρμογής στη πραγματικότητα που θέτει η σύγχρονη διαρθρωμένη εποχή. Για να το πετύχει εκείνο, οφείλει να αναλογισθεί, τι είναι εκείνο που πρέπει να πράξει συνετά, τί είδους επιχειρηματικές ατραπούς προτίθεται να ιχνηλατήσει, τί είδους κανόνες πρέπει να ακολουθήσει κι εν συνεχεία, να ευθυγραμμισθεί με εκείνους, ώστε να ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις του επενδυτικού και σχεδιαστικού περιβάλλοντος και πώς θα μετατρέψει την επένδυση σε καθαρό επωφελές κέρδος για τους κατοίκους της. Με λίγα λόγια, ποιό είναι το συμφέρον της από τις προτιθέμενες επενδύσεις και τι θα αποκομίσει από εκείνο. Και το συμφέρον της Ελλάδας (εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, όπως εκμετάλλευση υποθαλάσσιων υδρογονανθράκων, ανάπτυξη συγκοινωνιακών δικτύων και κτιριακών υποδομών), κατά τη δική μου πλευρά, βρίσκεται στην πάγια εκμετάλλευση των «πράσινων» και «γαλάζιων» φυσικών πόρων της! Και τι εννοώ με δαυτό; Εννοώ ότι, το κλίμα της Ελλάδας, λόγω της πολύμορφης γεωμορφολογικής και κλιματικής δομής ενδείκνυται για τη κατασκευή καινοτόμων έργων, τα οποία θα σταθεροποιήσουν τους δεσμούς κι εν συνεχεία γεφυρώσουν το χάσμα της τεχνολογικής άγνοιας που μαστίζει το ελληνικό τοπίο και τρόπο ζωής, ενώ θα αμβλύνουν κατά πολύ τη διάδοση και παγίωση της δεισιδαιμονίας – ως εργαλείο προπαγάνδας με τη μορφή «LULU» και «NIMBY» κινημάτων – για την καθολική αναστολή ανάπτυξης των «πράσινων» και «γαλάζιων» εκείνων τεχνολογιών. Παράλληλα, τα «πράσινα» εκείνα έργα θα προάγουν το επίπεδο διαβίωσης των κατοίκων και θα τους ξεναγήσουν στις ατραπούς της επικερδούς ανάπτυξης σχέσεων που θα εδράζονται στο τετράπτυχο Κράτος – Τεχνολογία – Βιωσιμότητα – Άνθρωπος.

Και το παραπάνω θα συμβεί, μέσω της χωροθέτησης και κατασκευής ηλιακών κι αιολικών πάρκων, μικρής και μεσαίας κλίμακας υδροηλεκτρικών εγκαταστάσεων, καθώς κι εργοστάσια παραγωγής βιομάζας και γεωθερμίας, τα οποία θα συγκροτήσουν ένα ακέραιο εφαλτήριο στο ελληνικό τοπίο παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας αποτελούμενο από «πράσινες» τεχνολογίες, όπως κάλλιστα απαρτίζουν οι προαναφερθείσες Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ), ενώ θα μειώσουν σημαντικά την επήρεια του καταστρεπτικού λιγνίτη (ως στερεού καυσίμου για τη παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας στο ελληνικό δίκτυο διασύνδεσης) στην ενεργειακή πίτα. Θα μειώσουν το αποτύπωμα άνθρακα, λόγω της φιλικότητας προς το περιβάλλον αποβάλλοντας ουσιαστικά μηδενικά κατάλοιπα κι απόβλητα, δεν πρόκειται να εξαντληθούν ποτέ, σε αντίθεση με τα ορυκτά καύσιμα, ενώ συμβάλλουν στη μείωση εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και σε ευρύτερο πλαίσιο, στην εκπομπή λοιπών ρύπων. Επιπρόσθετα, συνεισφέρουν στην ενίσχυση της ενεργειακής ανεξαρτητοποίησης και της ασφάλειας του ενεργειακού εφοδιασμού σε εθνικό επίπεδο και διαθέτουν την ικανότητα στο να βοηθήσουν την ενεργειακή αυτάρκεια μικρών, αναπτυσσόμενων χωρών και νησιών/νησιωτικών συμπλεγμάτων, ενώ κάλλιστα μπορούν να αποτελέσουν την εναλλακτική πρόταση σε σχέση με την οικονομία του πετρελαίου. Οι επενδύσεις σε ΑΠΕ, οι οποίες επιδοτούνται από τις περισσότερες κυβερνήσεις χωρών μέσω ειδικών πολιτικών προώθησης, δημιουργούν σημαντικό αριθμό νέων θέσεων εργασίας, ιδιαίτερα σε τοπικό επίπεδο, ενώ παρέχουν συνήθως χαμηλό λειτουργικό κόστος, το οποίο δεν επηρεάζεται από τις διακυμάνσεις της διεθνούς οικονομικής τάσης και ειδικότερα των τιμών των συμβατικών καυσίμων.

Το ίδιο ακριβώς θα γίνει και με τη χωροθέτηση και κατασκευή ειδικών παραθαλάσσιων πλωτών κατασκευών εκτροφής θαλασσίων ειδών, οι οποίες ορίζονται ως: υδατοκαλλιέργειες. Ο ελληνικός κλάδος της υδατοκαλλιέργειας και ειδικότερα εκείνος της ιχθυοκαλλιέργειας, συγκροτούν έναν από τους σπουδαιότερους «γαλάζιους» συμμάχους και κατά συνέπεια, σημαντικούς κλάδους του πρωτογενούς τομέα ζωικής παραγωγής, υψηλού επενδυτικού ενδιαφέροντος, λόγω της συμβολής της στην οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνική συνοχή της χώρας. Συνιστά μεγάλη απαίτηση να τονίσουμε ότι, το 63% της εγχώριας παραγωγής αλιευτικών προϊόντων προέρχεται από την εκμετάλλευση σταθμών υδατοκαλλιέργειας και μόνο το 37% από τις αλιευτικές δραστηριότητες, ενώ καθίσταται ικανό στο να αναφέρουμε ότι, ο συγκεκριμένος κλάδος δημιουργεί 12.000 θέσεις άμεσης κι έμμεσης εργασίας, κυρίως σε παράκτιες κι απομακρυσμένες περιοχές – και σε αυτό βοηθάει το μεγάλο μήκος ακτογραμμών που διαθέτει η χώρα, καθώς και η χαρακτηριστική ανομοιομορφία.

Τα διάφορα αλιευτικά είδη και ειδικότερα, οι ιχθύες, συνιστούν τον πρώτο εξαγωγικό κλάδο ζωικής παραγωγής στη χώρα, αφού η συγκεκριμένη δραστηριότητα έχει αναδειχθεί σε μία από τις πλέον ανταγωνιστικές για την Ελλάδα, η οποία διατηρεί μία από τις ηγετικές θέσεις στη παραγωγή μεσογειακών ειδών σε ευρωπαϊκό, αλλά και διεθνές επίπεδο. Στις ελληνικές θάλασσες, που εμπεριέχουν τις αρμόζουσες και κατάλληλες θερμοκρασιακές και θρεπτικές ενδείξεις στα νερά τους, εκτρέφεται ένας αρκετά μεγάλος αριθμός από μεσογειακά είδη, κυρίως τσιπούρα και λαβράκι (σε μικρότερο ποσοστό: κρανιός, φαγκρί, μυτάκι, συναγρίδα), που απαρτίζουν δύο από τα εμπορικότερα είδη ιχθύων στον κόσμο. Η ελληνική ακτογραμμή, που απαρτίζεται από τον ηπειρωτικό και νησιωτικό κορμό, διαθέτει πολλούς επί μέρους όρμους, μικρές και μεγάλες χερσονήσους, κόλπους και κολπίσκους, όπως και κατάλληλης ποιότητας ύδατα για την υποδοχή αυτού του τύπου εγκαταστάσεων.

Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία, ο συνολικός αριθμός εκμεταλλεύσεων υδατοκαλλιέργειας στην Ελλάδα εκτιμάται σε 1.097, εκ των οποίων το 85% βρίσκονται σε θαλάσσια ύδατα (911 μονάδες για παραγωγή ψαριών και μυδιών), το υπόλοιπο 8% είναι εκτροφές σε εσωτερικά ύδατα (χερσαίες εγκαταστάσεις) και το 7% εκτροφές σε υφάλμυρα νερά (λιμνοθάλασσες). Σύμφωνα με τη κατηγορία εκτροφής υπάρχουν: 336 μονάδες θαλάσσιας ιχθυοκαλλιέργειας, στις οποίες περιλαμβάνεται η εκτροφή τσιπούρας και λαβρακιού, 595 μονάδες εκτροφής οστράκων (κυρίως μυδιών), 81 μονάδες εσωτερικών υδάτων, στις οποίες εκτρέφονται πέστροφες, κυπρίνοι, χέλια, γλώσσες, 72 εκμεταλλεύσεις σε υφάλμυρα νερά, 36 ιχθυογεννητικοί σταθμοί μεσογειακών ιχθύων (τσιπούρας, λαβρακιού, νέων ειδών) (πηγή: ΥΠΑΑΤ, ΣΕΘ). Μάλιστα, το 2015, ο συνολικός όγκος παραγωγής ανήλθε σε 134.065 τόνους αξίας 628,3 εκ. ευρώ. Αξίζει να τονισθεί ότι, η Ελλάδα κατέχει την 6η θέση μεταξύ των 40 Ευρωπαϊκών χωρών στην παραγωγή καλλιεργούμενων ιχθύων. Στο πλαίσιο αυτό, δεν θεωρείται περίεργο το γεγονός ότι, σε περισσότερα από 10 Τμήματα των ελληνικών ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων (ΑΕΙ) διδάσκεται το αντικείμενο των υδατοκαλλιεργειών κι ότι οι απόφοιτοι των σχετικών Τμημάτων δείχνουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον κλάδο, ως μία επιπλέον δυνατότητα για επαγγελματική αποκατάσταση.

Μην αμελήσουμε και τους πνεύμονες πρασίνου, με τους αστικούς κήπους και πάρκα αναψυχής, τα οποία συνυπάρχουν δυναμικά με το ανθρωπογενές τοπίο και ενδείκνυνται για μία ψυχική και σωματική ανάπαυλα από τη καθημερινή ρουτίνα επίπονων δραστηριοτήτων. Δεν πρέπει να παραλείψουμε και τους εθνικούς δρυμούς, τις περιοχές προστασίας άγριας πανίδας, τις λίμνες και λιμνοθάλασσες, τα αναρίθμητα λαγκάδια και ξέφωτα, τις πεδιάδες, τα φαράγγια (Σαμαριάς), τα δέλτα ποταμών, τα ελληνικά βουνά και παραλίες, τα οποία συνιστούν μία δυνατότητα επιλογής ποικιλόμορφων προορισμών, αναδύοντας – με έντονο πρόσημο – τα στοιχεία του ιδιαίτερου φυσικού κάλλους και της απαράμιλλης ελληνικής αισθητικής, οπού εκείνα συνδυάζονται με την ιστορία, τον πολιτισμό και τη λαογραφία της εκάστοτε περιοχής προσέλευσης. Τα ελληνικά νησιωτικά συμπλέγματα (περίπου 6.000 νησιά), με τη σειρά τους, δημιουργούν αναμφίβολο πόλο έλξης για τα εκατομμύρια τουριστών, όπου η αξιοσημείωτη ομορφιά εκείνων αντανακλά την ελληνική φιλοξενία και τρόπο ζωής. Αξίζει να αναφέρουμε ότι, το ελληνικό τοπίο, στο σύνολό του, προσφέρει και χώρο για την πραγματοποίηση επιστημονικών ερευνών και μελετών που άπτονται του φυσικού περιβάλλοντος και των διεργασιών του, προσάπτοντας καινοτόμα χαρακτηριστικά και μία επιπλέον νότα στον ορισμό της προσθετικής αξίας. Κι όλα εκείνα θεωρούνται επιτεύξιμα, όταν συνειδητοποιήσουμε ότι το συστατικό εκείνο, το οποίο έχει καταλυτική επίδραση για την αναζωπύρωση της αναπτυξιακής πολιτικής της εθνική μας οικονομίας, δεν είναι άλλο από τη ποικιλομορφία του ελληνικού κλίματος και του γεωγραφικού ανάγλυφου/τοπίου!

Ενδεικτικά, το ελληνικό κλίμα διαθέτει όλα τα στάδια και πτυχές στο να μετατραπεί σε άριστο υποστηρικτή δραστηριοτήτων και διεργασιών, που θα διέπονται από τη «πράσινη» και «γαλάζια» ανάπτυξη. Κι αυτό διότι, χαρακτηρίζεται από διαφόρων τύπων κλιματικές ζώνες, λόγω της ιδιαίτερης γεωγραφική της θέσης στη λεκάνη της Μεσογείου και του πλούσιου αναγλύφου της. Η Ελλάδα, συνολικής επιφάνειας 131 957 km2, και μήκους χερσαίων συνόρων 1.180.71 km (σύμφωνα με National Statistical Service of Greece – NSSG, 2011) – ανήκει στην εύκρατη ηπειρωτική κλιματική ζώνη του βορείου ημισφαιρίου, με ακτογραμμές (συνολικό μήκος ακτογραμμής 15.021 km) που επεκτείνονται σε τρεις γεωγραφικές κατευθύνσεις: στο Αιγαίο Πέλαγος (ανατολικά στη πλευρά της Μ. Ασίας), το Ιόνιο Πέλαγος (δυτικά στη πλευρά της ιταλικής χερσονήσου) και το Λιβυκό Πέλαγος (νότια στη πλευρά της Λιβύης). Δεν θεωρείται άλλωστε πλασματικό το γεγονός ότι, η απόληξη της Βαλκανικής Χερσονήσου, στην οποία η Ελλάδα αποτελεί το ακρωτήρι της, εντάσσεται στο σταυροδρόμι τριών ηπείρων, αφού η γεωγραφική αυτή θέση έδωσε στη χώρα μας τη δυνατότητα να είναι ο σύνδεσμος της Ευρώπης με τις χώρες της Ασίας και της Αφρικής.! Οι χερσαίες και οι θαλάσσιες συγκοινωνίες και οι μεταφορές των προϊόντων μεταξύ των τριών αυτών ηπείρων γίνονται διά μέσου του κύριου κορμού της χώρας ή των θαλασσίων οδών της. Οι κύριες γεωγραφικές περιοχές της απαρτίζουν την ηπειρωτική χώρα (τον κύριο κορμό), τα νησιά και τη θαλάσσια λεκάνη του Αιγαίου. Η ηπειρωτική χώρα καταλαμβάνει περίπου το 80% της συνολικής έκτασης, ενώ το λοιπό 20% κατανέμεται μεταξύ 6.000 περίπου νήσων και νησίδων. Το κλίμα της Ελλάδας παραδοσιακά είναι μεσογειακό, κάτι που οφείλεται – ως επί το πλείστον – στην γεωγραφική της θέση. Το γεγονός αυτό το συγκροτεί σε εξαιρετικά κατάλληλο για βιώσιμη ανάπτυξη και τη δημιουργία καινοτόμων επενδύσεων, καθώς χαρακτηρίζεται από ήπιους και βροχερούς χειμώνες και σχετικά θερμά και ξηρά καλοκαίρια, με εκτεταμένες περιόδους ηλιοφάνειας κατά τη μεγαλύτερη περίοδο του έτους, χωρίς ακραίες διακυμάνσεις στις θερμοκρασίες.

Πιο αναλυτικά, η ποικιλομορφία του ελληνικού ηπειρωτικού αναγλύφου οφείλεται στην ιδιαιτερότητά του, καθώς διαθέτει κατακόρυφο κι οριζόντιο διαμελισμό. Η δυτική πλευρά της ηπειρωτικής χώρας είναι ορεινή με λίγες πεδιάδες. Οι περισσότερες πεδιάδες βρίσκονται στην ανατολική πλευρά της χώρας, η οποία εμφανίζει ανάγλυφο και κοντά στην ακτογραμμή. Σύμφωνα με τον Καθηγητή Μετεωρολογίας και Κλιματολογίας Α. Φλόκα (1994), οι περιοχές χαμηλού (0 – 200 m) και λιγότερο χαμηλού (201 – 500 m) υψομέτρου, αντιστοιχούν στο 32,8% και 26.0%, ενώ η ημιορεινές και ορεινές περιοχές αντιστοιχούν στο 27,8% και 9,9% της συνολικής επιφάνειας αντιστοίχως. Το εναπομένον 3,5% αντιστοιχεί στις υποαλπικές (1.501 – 2.000 m) και αλπικές (άνω των 2.000 m) περιοχές. Το ελλαδικό ανάγλυφο συνιστά σημαντική συνεισφορά στον καθορισμό των κλιματικών χαρακτηριστικών της χώρας· το βόρειο τμήμα επηρεάζεται περισσότερο από παράγοντες, οι οποίοι καθορίζουν το κλίμα της βορειοανατολικής Ευρώπης, ενώ το νότιο τμήμα, το οποίο εκτείνεται βαθειά μέσα στη Μεσόγειο, επηρεάζεται από το θαλάσσιο μεσογειακό κλιματικό τύπο. Η σύνθετης υφής χερσαία τοπογραφία, τόσο η οριζόντια – που μεταφράζεται σε μεγάλου μήκους ακτογραμμή και πολλά νησιά, όσο και η κατακόρυφη, με πολλές οροσειρές και μεμονωμένα όρη υψομέτρου έως 2.917 m, συνεισφέρουν στη δημιουργία ενός μωσαϊκού κλιμάτων στη χώρα (ξηρό ψυχρό κλίμα στέππας – BSk, ξηρό θερμό κλίμα στέππας – BSh, θερμό εύκρατο υγρό με θερμό θέρος – Cfa, θερμό εύκρατο στέππας με θερμό θέρος – Csa, σύμφωνα με την ταξινόμηση των Köppen – Geiger), τα χαρακτηριστικά των οποίων ποικίλουν μεταξύ αυτών των κλιμάτων των Βαλκανικών χωρών στην Ελλάδα του Βόρειου γεωγραφικού χώρου και εκείνων που ανήκουν στο χώρο της ανατολικής και νότιας λεκάνης της Μεσογείου.

Επομένως, παρατηρούμε ότι τα φυσικά χαρακτηριστικά, τα οποία συγκροτούν στο σύνολό τους το ελληνικό κλιματολογικό καθεστώς, στέκονται η αιτία στο να διαμορφώσουν την κατευθυντήριο γραμμή μίας αναβαθμιζόμενης και βιώσιμης πράσινης πολιτικής, ικανής να ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις που ορίζουν οι σύγχρονες τάσεις, με γνώμονα τη καλυτέρευση των βιοτικών συνθηκών των κατοίκων – πολιτών της χώρας και την προσαρμογή εκείνων σε ένα διαφορετικό επίπεδο διαβίωσης. Θα οικοδομήσουν τις βάσεις πάγιων κοινωφελών πολιτικών, με αιχμή του δόρατος την ανάπτυξη και υλοποίηση τεχνολογιών, που θα έγκεινται στην «πράσινη» τεχνολογία και την αξιοποίησή της με όσο το δυνατό συνενετικό κι ενδεδειγμένο τρόπο και μεθοδολογία. Το μωσαϊκό κλίματος, που χαρακτηρίζει το ελληνικό τοπίο, καθώς και οι συχνές, ήπιου χαρακτήρα, εποχιακές διακυμάνσεις, σε συνδυασμό με το ιδιαίτερο γεωμορφολογικό ανάγλυφο, αποτελούν εφαλτήριο για τη παραγωγή δραστηριοτήτων που άπτονται της ισχυροποίησης επενδύσεων «πράσινου» χαρακτήρα και την απόδοση προσθετικής αξίας στο να βοηθήσει το γόητρο της χώρας να επιχειρήσει δυναμική είσοδο στις απαιτήσεις που θέτει η διεθνής σκακιέρα. Ας μην αμελήσουμε και το γεγονός ότι, ο τουρισμός, ως μία δραστηριότητα βαρύνουσας οικονομικής σημασίας για ένα προορισμό, όπως κάλλιστα λογίζεται η Ελλάδα, συνδέεται διόλου εντέχνως με την τάση του ανθρώπου για επικοινωνία, ψυχαγωγία και δημιουργία νέων εμπειριών μέσα από κάποιον ταξιδιωτικό προορισμό. Για να επιτευχθούν όλα αυτά, όμως, απαραίτητο είναι το κατάλληλο – και πιστοποιημένο – κλίμα και γεωγραφική εστίαση της τοποθεσίας που επιλέγεται ως προορισμός αναψυχής – πράγμα, το οποίο διαθέτει η Ελλάδα σε αμέριστο βαθμό.

Η αρμονία, ως ένα από τα απαραίτητα συστατικά της φύσης, ενέπνευσε τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους, αλλά και μεταγενέστερους πνευματικούς ανθρώπους στο να συνδυάσουν την τέχνη της αισθητικής και του ωραίου με εκείνου του «ευ ζην». Όταν μάλιστα καταφέρουμε να το συνδυάσουμε και με την καινοτομία που προσφέρουν οι «πράσινες» και «γαλάζιες» τεχνολογίες και το ιδιαίτερο φυσικό κάλλος που εκπέμπει το ελληνικό κλίμα και γεωμορφολογία, τότε η προσέγγιση της βιώσιμης ανάπτυξης κι ευημερίας θα θεωρείται εφικτή κι επικερδής! Η συνετή κι εμπεριστατωμένη αξιοποίηση – διαμέσου της ελληνικής φύσης – των «πράσινων» και «γαλάζιων» συμμάχων προς όφελος των πολιτών και του κοινωνικού συνεκτικού ιστού, σε ευρύτερο πλαίσιο, μόνο θετικά συμπεράσματα θα επιφέρει, τα οποία θα συγκροτήσουν μία κραταιά ασπίδα προστασίας ενάντια σε αποσυνάγωγα φαινόμενα που ευνοούν την εκκόλαψη του μιθριδατισμού, βολονταρισμού και της βαλτώδους στασιμότητας. Όταν μάλιστα διαθέτεις τέτοιους συμμάχους, οι οποίοι βρίσκονται ενσωματωμένοι στην ομορφιά της ελληνικής φύσης, τότε σου δίδεται η ευκαιρία να αναθεωρήσεις και να αναλογισθείς, ποιό είναι το πραγματικό σου συμφέρον και κατ’επέκταση, το συμφέρον του κοινωνικού και πολιτειακού ιστού. Θυμηθείτε! Την επόμενη φορά που θα περάσετε αντικριστά από έναν δημόσιο κήπο ή πάρκο, είτε για να πάτε στο χώρο εργασίας σας, είτε για ένα απλό περίπατο, ένας «πράσινος» σύμμαχος σας κλείνει το μάτι…
 
 

Σχόλια Αναγνωστών

0 Προσθήκη σχολίου

Δεν υπάρχουν ακόμα σχόλια για αυτό το άρθρο.

ΠΡΟΣΘΕΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ!
Απάντηση σε x
* Υποχρεωτικά πεδία* Το vimaonline σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά και άσχετα με το περιοχόμενο του άρθρου σχόλια. Είναι αυτονόητο πως η ομάδα διαχείρισης φέρει ευθύνη μόνο για τα επώνυμα άρθρα των συντακτών και των συνεργατών της.

Σας ευχαριστούμε για την συμμετοχή σας.