ΑΡΘΡΑ

Σταμάτης - Στυλιανός Βλάχος

MSc. Περιβαλλοντολόγος, διαχείριση ενέργειας & περιβάλλοντος, μέλος Οικολογικής Συνεργασίας Δήμου Παλαιού Φαλήρου ECO+  

Το όριο της οικολογικής συνείδησης

0 27 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2019, 20:39

«Η συνείδηση είναι το βάθος του ανθρώπου. Η αγάπη είναι το πλάτος του.»

Νικηφόρος Βρεττάκος, 1912 – 1991, Έλληνας ποιητής, πεζογράφος & δοκιμιογράφος


Το περιβάλλον, στο οποίο ζούμε κι αναπτύσσουμε τις δεξιότητές, αλλά και την επικοινωνία με τους συνανθρώπους μας υποβαθμίζεται διαρκώς τα τελευταία χρόνια, κυρίως λόγω της υπέρμετρης εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων από τον άνθρωπο. Άνετα μπορούμε να κάνουμε λόγο για το φαινόμενο της ρύπανσης, το οποίο λαμβάνει χώρα μέσα στην πραγματικότητα που ορίζει ο σύγχρονος βίος του ανθρώπου και η ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας σε όλους σχεδόν τους τομείς της καθημερινότητάς του. Δεν επιδέχεται αμφιβολία το γεγονός ότι απαιτείται σωστή πληροφόρηση και η άσκηση επιδίωξης ανάλογης ερμηνείας, αλλά και προσαρμοστικότητας πάνω στη κατάσταση που τροφοδοτεί εκείνο το ανησυχητικό για τα παγκόσμια δεδομένα φαινόμενο. Δεν μπορούμε να το προσδιορίσουμε επακριβώς, διότι λαμβάνει χώρα σε αρκετά σημεία του πλανήτη, με διαφορετικές παραλλαγές και τύπους, αλλά και με διαφορετική συχνότητα κι επικινδυνότητα. Σίγουρα, τα δύο συγκεκριμένα μεγέθη που ορίζουν το δίπολο Τεχνολογία – Ρύπανση θεωρούνται από πολλούς επιστήμονες ποσά ανάλογα που έχουν άμεση επίδραση στο Περιβάλλον. Κι αυτό, επειδή με την υπέρμετρη ανάπτυξη της τεχνολογικής γνώσης και των μηχανισμών που διέπουν εκείνη, δημιουργούνται και τα ανάλογου, ποικίλου τύπου, απόβλητα, τα οποία επιδέχονται μίας ορισμένης μεθόδου επεξεργασία και περαιτέρω διάθεση. Δεν μπορεί να υπάρξει το ένα δίχως την επίδραση του άλλου, δυστυχώς. Για κάθε μία δράση θα υπάρχει και η αντίστοιχη συνέπεια. Δράση – αντίδραση το ονομάζουμε στη γλώσσα της επιστήμης της Χημείας.

Το πρόβλημα της επιζήμιας καταστροφής του περιβάλλοντος δεν αποτελεί ένα καινούργιο ζήτημα που απασχολεί την ανθρωπότητα, ακόμη και με τα υπάρχοντα σύγχρονα μέσα που χρησιμοποιεί στο να καλύψει τις τρέχουσες ανάγκες της. Υφίσταται από τη χρονική περίοδο της πρώιμης ανθρώπινης ύπαρξης πάνω στο γήινο έδαφος. Εκτενής αναφορά γίνεται σε ιστορικούς χρόνους, κατά τους οποίους οι κοινωνίες βρίσκονταν αντιμέτωπες με φυσικές ή και ανθρωπογενείς καταστροφές, όπως χαρακτηριστικά αποτελούν οι εξάρσεις σεισμικών φαινομένων, πλημμυρών, ηφαιστειακή δραστηριότητα, πυρκαγιές, οι λοιμώδεις ασθένειες από το νερό, τη μολυσμένη χέρσο και τον αέρα, εχθροπραξίες με τη μορφή πολεμικών συρράξεων, τα οποία στάθηκαν ικανά να απειλήσουν την ανάπτυξη κι ευημερία αυτών. Παρόλο που το φαινόμενο της ρύπανσης ήταν διαχρονικά αποτυπωμένο στην ιστορική εξέλιξη του ανθρωπίνου γένους, στην εποχή που διανύουμε η ανθρωπότητα αντιμετωπίζει την καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος ως ένα γενικευμένης φύσεως φαινόμενο. Μέχρι πριν από δύο-τρεις δεκαετίες περίπου, το μεγαλύτερο τμήμα του ανθρώπινου πληθυσμού δεν είχε συνειδητοποιήσει την ολοένα επιταχυνόμενη οικολογική καταστροφή του περιβάλλοντος.

Για να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους, σε πρώτο στάδιο, το φαινόμενο της ρύπανσης, το οποίο λαμβάνει χώρα σε ολόκληρο τον πλανήτη, κι όχι μεμονωμένα, προέρχεται από πολύ περισσότερες εστίες παραγωγής ρύπων και έχει μετασχηματιστεί σε ακόμη πιο επικίνδυνες και ποικίλες μορφές, με διαφορετική χρονική συνέπεια κι αντίκτυπο. Ο σύγχρονος άνθρωπος, ενεργώντας συχνά απερίσκεπτα, σκεπτόμενος καθαρά το προσωπικό του όφελος και την δική του κοινωνική επιβίωση – άλλος περισσότερο κι άλλος λιγότερο – συμβάλλουμε συνεχώς στην επιβάρυνση του περιβάλλοντος μέσω της ρύπανσης αυτού, με θλιβερό αποτέλεσμα την ολοένα εξάντληση των φυσικών πόρων του πλανήτη. Και το τελευταίο, κάλλιστα επιτυγχάνεται με την αλόγιστη αξιοποίηση της σύγχρονης, εξελιγμένης τεχνολογίας, η οποία έχει οχληστικά εισβάλλει στον σύγχρονο τρόπο ζωής μας και διαταράσσει – άλλοτε πολύ κι άλλοτε λιγότερο – τον τρόπο που αλληλεπιδρούμε εμείς με το χώρο που απαρτίζει το περιβάλλον, αλλά και με τους συνανθρώπους μας.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα, που έχουν να κάμουν με την υποβάθμιση και καταστροφή του περιβάλλοντος από την ασταμάτητη χρήση της σύγχρονης τεχνολογίας, συγκροτούν κατά κύριο λόγο η εξάντληση του στρώματος (στιβάδας) του όζοντος και το φαινόμενο του θερμοκηπίου με την ατμοσφαιρική ρύπανση – ιδιαίτερα σε ζώνες υψηλού βιομηχανικού ενδιαφέροντος – και την αύξηση θερμοκρασίας με την ανάκλαση μέρους των ηλιακών ακτινών πίσω στα κατώτερα τμήματα του ατμοσφαιρικού αέρα. Ακολουθούν, η μόλυνση του πόσιμου νερού σε χώρες του «τρίτου κόσμου», όπως και σε άλλους τύπους υδάτινων οικοσυστημάτων (ποτάμια, λίμνες, δέλτα), με την εισαγωγή παθογόνων μικροοργανισμών (βακτήρια, μύκητες, πρωτόζωα) από την υπέρμετρη χρήση τοξικών (φυτοφάρμακα, λοιπές λιπασματικές ουσίες) δύσκολα βιοαποδομήσιμων ουσιών και τη μείωση της βιοποικιλότητας (εξάλειψη ζωικών ειδών) σε αρκετά ενδιαιτήματα περιοχών του πλανήτη. Ενώ, το ανησυχητικό φαινόμενο της αστυφιλίας ενθαρρύνεται από την τάση εγκατάλειψης των αγροτικών περιοχών και της μόνιμης εγκατάστασης στα μεγάλα αστικά κέντρα, ενισχύοντας την υπεραστικοποίηση και τη σταδιακή καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος με τη δημιουργία – κατασκευή τεχνητού. Αποτέλεσμα, η επιβάρυνση της αστικής περιοχής με την υπέρμετρη συγκέντρωση ποικίλων ανθρωπογενών δραστηριοτήτων, ενώ διακόπτονται οι δεσμοί του ανθρώπου από τη Φύση. Στα προηγούμενα περιβαλλοντικά προβλήματα, έρχονται να προστεθούν οι πυρκαγιές, οι οποίες συγκροτούν ορισμένους από τους κύριους παράγοντες καταστροφής άγριων δασών και πανίδας, καθώς και δρυμών υψηλής οικολογικής σημασίας κι ενδιαφέροντος, αποχερσώνοντας (αποφαλακρώνοντας) μεγάλες εκτάσεις. Με αυτό τον τρόπο, σταδιακά οδηγούμαστε σε μία προοδευτική απώλεια της γονιμότητας του εδάφους (μέσω της καταστροφής της δομής και σύστασής του), η οποία δεν επιτρέπει ικανοποιητικές γεωργικές παραγωγές, την έλλειψη υδρολογικών καναλιών, την άσκηση ψυχαγωγικών δραστηριοτήτων, ή την ύπαρξη βλάστησης με μεγάλη ποικιλία φυτικών ειδών και το φαινόμενο της ερημοποίησης αρχίζει να πραγματώνει την εμφάνισή του.

Στα παραπάνω προστίθενται οι ανθρώπινες συμπεριφορές κι ενέργειες που οδηγούν στην ηθική κατάπτωση της προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος και την επιβάρυνση του ανθρωπογενούς. Και το συγκεκριμένο έχει να κάμει με τον απαιτητικό ρυθμό της καθημερινότητας, ο οποίος δε μας αφήνει να περιθώρια στο να κατανοήσουμε επαρκώς τη σημασία και τη σπουδαιότητα που αποπνέει το φυσικό περιβάλλον. Η σύγχρονη τάση του ανθρώπου να υπερκαταναλώνει, μέσω της απληστίας του και της προσπάθειάς του για υπερκέρδη, τον αναγκάζει να αντιμετωπίζει τη Φύση μονάχα ως πλουτοπαραγωγικό στοιχείο, ενώ η αδιαφορία, η έλλειψη κατάλληλης μόρφωσης και πολιτισμού, τον μετατρέπει σε μία μονομερή αντίληψη προσωπικής επιλογής με το να μη θεωρεί τον εαυτό του μέρος της Φύσης που έχει χρέος να την προστατέψει, αλλά την αντιλαμβάνεται μόνο ως στοιχείο προς εκμετάλλευση. Ο υλικός ευδαιμονισμός σε συνεργασία με το σύγχρονο καταναλωτικό πρότυπο και τη λογική του εύκολου κέρδους, στοιχειοθετούν τις αναγκαιότητες για υπερεκμετάλλευση, υπερπαραγωγή και υπερκατανάλωση για την κάλυψη όχι μόνο των πραγματικών, αλλά και των πλασματικών του αναγκών. Τα ζητήματα που αφορούν επομένως το περιβάλλον συγκροτούν στην ουσία τα συμπτώματα των καταναλωτικών προτύπων κατανάλωσης και συμπεριφοράς, τα οποία κρίνεται αναγκαίο να επαναπροσδιοριστούν σε νέα πλαίσια και βάσεις. Αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα της σύγχρονης κοινωνίας το ότι δεν αντιλαμβάνεται το πεπερασμένο των φυσικών πόρων του πλανήτη.

Δεν επιδέχεται αμφισβήτηση το γεγονός ότι, το Περιβάλλον και η έννοια που το συνοδεύει δημιουργούν ένα αίσθημα άγνοιας και μη αποδοχής της υφιστάμενης κατάστασης που έχει περιέλθει η Γη μας από το καταστρεπτικό φαινόμενο της ρύπανσης τις τελευταίες δεκαετίες. Αντικατοπτρίζει την καταναγκαστική υποχρέωση του σύγχρονου ανθρώπου να υπακούσει στις επιταγές που του επιβάλλουν θεσμικοί κι εξωθεσμικοί παράγοντες για την προστασία του φυσικού οικοσυστήματος – αρκετές φορές με λανθασμένο και μη επιστημονικά άρτιο τρόπο – δίχως ο ίδιος να αντιλαμβάνεται την πραγματική ερμηνεία κι ορισμό εκείνης της φυσικής κι ανθρωπογενούς ολότητας – εκείνης του περιβάλλοντος. Και το συγκεκριμένο του αφήνει αρκετά κρυπτογραφημένα μηνύματα κι ερωτηματικά, τα οποία θεωρεί ότι είναι δύσκολο να τα εξηγήσει και να τα εντάξει στη σφαίρα του δικού του προσανατολισμού. Μερικές φορές ο εσωτερικός εαυτός του αδυνατεί να αποκωδικοποιήσει αυτή τη θεωρία, με αποτέλεσμα να μη την αποδέχεται, να την απορρίπτει και να την περιφρονεί. Δεν είναι λίγοι οι επιτήδειοι που επιθυμούν να ρίξουν στάχτη στα μάτια εκείνων, οι οποίοι παραμένουν αναποφάσιστοι ή κι αυτών που υπερασπίζονται το περιβάλλον και τις αξίες που εκείνο αντιπροσωπεύει και να αποδομήσουν την εννοιολογική του υπόσταση. Και το τελευταίο, επιβαρύνει την ήδη έκρυθμη κατάσταση που επικρατεί ως προς την αδυναμία απόδοσης σαφούς ορισμού και σημασιολογικού προσανατολισμού από κρατικούς και μη φορείς για το τι εστί «Περιβάλλον» και τι μπορεί να προσφέρει στον ίδιο τον άνθρωπο.

Ίσως και να έχει κάποιο δίκιο σε όλο εκείνο το ζήτημα, το οποίο του προκαλεί μία σειρά ερωτημάτων, δίχως κάποια δυνατή απάντηση ή την αδυναμία εύρεσης ικανοποιητικής λύσης ή και λογικής επεξήγησης. Όλο αυτό του φαίνεται ξένο, μη ερμηνεύσιμο! Όμως, έχω άμεσα την ανάγκη να τονίσω ορισμένα βασικά σημεία σχετικά με την κατανόηση ζητημάτων που έχουν να κάμουν με το περιβάλλον. Τα περιβαλλοντικά ζητήματα θεωρούνται από τη φύση τους περίπλοκα και μη κατανοητά (σε ορισμένο βαθμό) και η εξεύρεση λύσης δεν καθίσταται πάντα εύκολη υπόθεση, μιας και δεν εντάσσεται πάντοτε στη σφαίρα του απλού και του άμεσα επιλύσιμου. Επιπλέον, τα περιβαλλοντικά ζητήματα είναι άρρηκτα συνδεδεμένα και με άλλους τομείς της ακαδημαϊκής γνώσης και επιστημονικής σκέψης, όπως για παράδειγμα οι επιστήμες που ενσωματώνουν στους κόλπους τους τα οικονομικά, τη μηχανική, τη βιολογία, τις γεωεπιστήμες, τα μαθηματικά, τη φυσική και τη χημεία. Το περιβάλλον και η ανάπτυξη διαθέτουν στενούς δεσμούς σε διάφορα επίπεδα του σύγχρονου βίου, όπως κάλλιστα βρίσκουν πεδίο στους τομείς των διεθνών σχέσεων, στη χάραξη εθνικής κι εξωτερικής στρατηγικής πολιτικής, στην ανάπτυξη εξειδικευμένων τεχνολογιών κι εφαρμογών, στη βαθύτερη επιστημονική κατανόηση αυτών των πολύπλοκων διεργασιών και στο άνοιγμα νέων θέσεων εργασίας κι απασχόλησης. Αποκτούν ένα πολυπράγμονα ρόλο στον καθημερινό βίο του ανθρώπου και μία σπουδαιότητα που θα τον βοηθήσει να συνειδητοποιήσει ότι δεν θα πρέπει να ενεργεί απερίσκεπτα, αλλά να φροντίζει για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας του πλανήτη και των κατοίκων του.

Έτσι λοιπόν, την εμφάνισή της πραγματοποιεί η οικολογία, ώστε να επιχειρήσει να γεφυρώσει το αβυσσαλέο χάσμα που υπάρχει ανάμεσα στον άνθρωπο και το Περιβάλλον! Επιθυμεί να οριοθετήσει τα σημεία εκείνα που συνιστούν χάσματα γνώσης, να τα αποκωδικοποιήσει, μελετήσει κι ερμηνεύσει, να τα συνδέσει και σιγά-σιγά να τα ενσωματώσει στον πυρήνα της διδασκαλίας της και να δημιουργήσει γραμμές μάθησης, με μόνο γνώμονα την αποδοχή της ιδέας περί προστασίας του περιβάλλοντος και των οργανισμών που το απαρτίζουν. Η Οικολογία συνιστά επιστήμη, η οποία ανήκει στον κλάδο της Βιολογίας κι εντάσσεται στον ευρύτερο κλάδο των φυσικών επιστημών, που ως αντικείμενο μελέτης έχει τη βιολογία των ζωντανών (έμβιων) οργανισμών, τους παράγοντες (βιοτικούς κι αβιοτικούς) που συντελούν στη βιωσιμότητα εκείνων και την αλληλεπίδραση που αναπτύσσουν εκείνοι με το φυσικό ή και το ανθρωπογενές περιβάλλον. Παράλληλα, επισημαίνει τις Οδηγίες και Κανονισμούς που οφείλουμε να τηρήσουμε, ώστε να τοποθετηθούν οι αρμόζουσες γραμμές προστασίας των οικοσυστημάτων, αλλά και του ανθρώπινου βίου. Η επιστήμη της Οικολογίας γίνεται πάροχος εξειδικευμένης γνώσης που σχετίζεται με την κατανόηση των θεμελιωδών και λειτουργικών αρχών και σχέσεων στη Φύση, ενώ πραγματοποιεί έρευνα και μελέτη για την αξιολόγηση των επικείμενων παραγόντων που είναι υπαίτιοι για τη ρύπανση και υποβάθμιση του περιβάλλοντος, αλλά και τις κλιμακούμενες επιπτώσεις και συνέπειες που προκαλεί εκείνη στα έμβια όντα και τον άνθρωπο. Με τις αρμόζουσες και ακέραιες πολιτικές που ασκεί η Οικολογία στον ιστό της επιστημονικής, ακαδημαϊκής και κοινωνικής ενημέρωσης, προωθεί τη συνειδητοποίηση της ανθρώπινης ευθύνης για τη διαμόρφωση και βελτίωση των περιβαλλοντικών συνθηκών που καθορίζουν την ποιότητα ζωής.

Πρώτα από όλα, οφείλω να αποσαφηνίσω ότι, οι ορισμοί – ιδιαίτερα εκείνος που αφορά την επιστήμη της Οικολογίας – εξελίσσονται, διότι θεωρείται δύσκολο κανείς να ορίσει ένα κλάδο της επιστήμης και μάλιστα όταν ο συγκεκριμένος εντάσσεται στους κόλπους των Φυσικών επιστημών. Ο ορισμός οφείλει να περιλαμβάνει όλες εκείνες τις επιστημονικές δραστηριότητες που συγκροτούν το δεδομένο αυτό κλάδο, όπως επίσης οφείλει να ταυτοποιήσει πλήρως το γνωστικό του αντικείμενο και να τον διακρίνει εννοιολογικά από άλλους συναφείς κλάδους. Οι επιστήμες όμως εξελίσσονται και οι επιστήμονες ενός κλάδου εγκαταλείπουν «παραδοσιακές» δραστηριότητες, αναπτύσσοντας νέες και πιο βελτιωμένες στη θέση τους. Τομείς, που σε ορισμένο χρονικό σημείο ανάπτυξης των επιστημών θεωρούνται συναφείς, μπορεί να απομακρυνθούν στη συνέχεια κι άλλοι που δεν κατείχαν αρχικά μεγάλη συνάφεια, να έχουν τη δυνατότητα να αποκτήσουν συνάφεια στη συνέχεια. Οι ορισμοί εξελίσσονται μαζί με τις επιστήμες που οι ίδιοι ορίζουν. Συνεπώς, με βάση την παραπάνω μικρή παρένθεση, για τον νεοεισαχθέντα ορισμό της επιστήμης της Οικολογίας και της έννοιάς της, κάλλιστα μπορούμε να τη συνοψίσουμε – όσο καλύτερα γίνεται – επικαλούμενοι τον τελευταίο ορισμό που έδωσε ο φημισμένος και πολυβραβευμένος Αμερικανός Οικολόγος και Καθηγητής του Πανεπιστημίου της Μινεσότα Dr. Charles J. Krebs (1972) αναφέροντας ότι: «η Οικολογία είναι η επιστημονική μελέτη των αλληλεπιδράσεων που καθορίζουν τη διανομή στο χώρο και την αφθονία των οργανισμών».

Πιο αναλυτικά, οι Οικολόγοι συνιστούν επιστήμονες, που επιθυμούν να αποκωδικοποιήσουν τα μυστικά των οικοσυστημάτων που συγκροτούν τους πυλώνες του φυσικού περιβάλλοντος και την αλληλεπίδραση που έχουν εκείνα στον άνθρωπο και τις δραστηριότητές του, να τα εντάξουν σε μία νόρμα, με σκοπό την περεταίρω μελέτη, ανάλυση κι ερμηνεία. Επομένως, οι επιστήμονες Οικολόγοι ενδιαφέρονται να απαντήσουν σε ορισμένα καίρια ερωτήματα του τύπου: γιατί ο οργανισμός «Χ» ζει στον τόπο «Ψ»; Γιατί δεν βρίσκεται στη τοποθεσία «Ζ»; Πόσα άτομα του είδους «Χ» διαβιούν στην τοποθεσία «Ψ» σε μία ορισμένη χρονική περίοδο; Πώς μεταβάλλεται ο αριθμός τους με βάση τη χρονική περίοδο; Πώς η ύπαρξη και η πληθυσμιακή αφθονία ενός οργανισμού επηρεάζεται από το περιβάλλον και τους παράγοντές του (βιοτικούς και αβιοτικούς) και πώς το περιβάλλον επηρεάζεται από την ύπαρξη και την αφθονία του οργανισμού; Οφείλουμε να τονίσουμε ότι, η διαφορά της Οικολογίας από τις υπόλοιπες επιστήμες του περιβάλλοντος έγκειται στο ότι εκείνη πραγματοποιεί εστίαση στους οργανισμούς και τον τρόπο που η ζωή επηρεάζεται και επηρεάζει το περιβάλλον. Φυσικά, όπως συμβαίνει με σχεδόν όλες τις επιστήμες, οι Οικολόγοι κάνουν χρήση των θεωριών, των πορισμάτων, αλλά και των εργαλείων που αναπτύσσουν άλλες επιστήμες για να βρουν απάντηση στα ερωτήματα που θέτει η δική τους επιστήμη. Με αυτή τη λογική, οι θετικές επιστήμες συμβάλλουν καταλυτικά στην ανάπτυξη του κλάδου της Οικολογίας και των μεθόδων που χρησιμοποιεί εκείνη.

Συχνά, στις μέρες μας εύκολα παρατηρούμε την τάση που διαθέτουν ορισμένοι άνθρωποι να παρερμηνεύουν την έννοια της επιστήμης της Οικολογίας, πραγματοποιώντας κατάχρηση εκείνης, ενώ με τις πρακτικές τους διαστρεβλώνουν το πνεύμα, το νόημα και περιεχόμενο αυτής της επιστήμης, κατατάσσοντάς την αποσυνάγωγη στους πολίτες που συγκροτούν τον κοινωνικό και κρατικό ιστό της χώρας. Επιχειρούν να κόψουν επιμέρους κομμάτια – εκείνα που αρμόζουν στις δικές τους προτιμήσεις κι εν συνεχεία, να τα συρράψουν με άλλα, δημιουργώντας με αυτό τον τρόπο μία υβριδική λογική που έγκειται στη σφαίρα του παραλόγου κι του πλασματικού, αλλοιώνοντας το νόημα της Οικολογίας. Κατασκευάζουν αιρετικά οδοφράγματα, φράζοντας έτσι τις ατραπούς της γνώσης και των πραγματικών επιστημονικών πρακτικών και μεθόδων. Αρκετά άτομα, τα οποία εντάσσονται στην ιδεολογία της αποκαλούμενης «πολιτικής ορθότητας» - θλιβερό σημείο των καιρών που διανύουμε - αυτοπροσδιορίζονται ως περιβαλλοντολόγοι ή ως οικολόγοι και προσπαθούν να πείσουν για την σοβαρότητα κι ορθότητα των επιχειρημάτων τους, δίχως να παραθέτουν σαφείς επιστημονικές έρευνες και μελέτες γύρω από τα οικολογικά ζητήματα. Ο ακτιβισμός τους, διεπόμενος από πλασματικά στοιχεία αναθεώρησης των προς επίλυση ζητημάτων που αφορούν τη βιωσιμότητα του φυσικού περιβάλλοντος, γίνεται η αιτία στο να συντελείται αλλοίωση του εννοιολογικού προσωπείου της Οικολογίας ως κλάδο των φυσικών επιστημών και της δυναμικής της στο πεδίο των επιστήμων.

Ο δε βολονταρισμός, τον οποίο επικαλούνται σε συχνή βάση, στο να εκφράσουν τα επιχειρήματά και τις σκέψεις τους βαίνει μη λογικών αλμάτων, παρακάμπτοντας ηθικούς φραγμούς, αρμόδιες επιστημονικές μελέτες και την ίδια τη λογική, με αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός συνονθυλεύματος άστοχων εννοιών και αγεφύρωτων κομπογιαννίτικων επιστημονικά χασμάτων. Με το να υψώνει κανείς ένα πανό, γράφοντας συνθήματα που επικαλούνται τη ρητορική του μίσους σε παράγοντες και ανθρώπους που δεν συμφωνούν με τις δικές του μη επιστημονικές θέσεις, δεν θεωρείται ότι υπηρετεί την έννοια της Οικολογίας, ούτε κατέχει τον ρόλο του οικολόγου επιστήμονα! Αντίθετα, θεωρείται υπονομευτής των αξιών που διέπουν την «πράσινη» επιστήμη του περιβάλλοντος, την Οικολογία και καταχραστής του δικαιώματος των πολιτών να αφουγκραστούν την αλήθεια σχετικά με τις δομές που ορίζουν την «πράσινη» εκείνη επιστήμη. Με τις παράλογες κι ανάρμοστες πρακτικές τους αποπροσανατολίζουν το κοινό αίσθημα και λογική των πολιτών, ενώ περιορίζουν την ελευθερία στο να αποφασίζουν αν πραγματικά επιθυμούν να ακολουθήσουν το μονοπάτι της υγιούς πράσινης ανάπτυξης και να το συνδυάσουν με τον τρόπο ζωής των. Η αναζήτηση μη ορθών τακτικών για την επιβολή παράλογων, ακραίων απαιτήσεων που παρεισφρέουν στην επιστήμη της Οικολογίας και στρεβλώνουν το νόημά της, ενώ εξυπηρετούν δικά τους μη ακραιφνή συμφέροντα, οδηγεί σε αντίθετα αποτελέσματα με θλιβερές συνέπειες στους τελικούς αποδέκτες που λογίζονται οι ίδιοι οι πολίτες μίας χώρας.

Ξεχνούν όμως ότι το Περιβάλλον θεωρείται μία ολότητα, ένα πολύπλοκο σύστημα – σε πρώτη βάση – κι αυτό συνοψίζεται στο ότι απαιτούνται συνδυασμένες γνώσεις και τεχνικές, ώστε να έχουν τη δυνατότητα οι κατεξοχήν αρμόδιοι Οικολόγοι επιστήμονες να μελετήσουν και να ερμηνεύσουν όσο πιο άρτια γίνεται ένα καίριο προς επίλυση ζήτημα, όπως εκείνο της καταστροφής του περιβάλλοντος. Απαιτείται και συνδυασμός ευαισθησιών όμως, κατάλληλων στο να αντιληφθούν την αναγκαιότητα προστασίας κατωτέρων μορφών ζωής, όπως χαρακτηριστικά εκείνες απαρτίζουν τη πανίδα άγριων οικοσυστημάτων, στα οποία η παρουσία του ανθρώπου είναι σύντομη, καθώς και την προστασία της άγριας χλωρίδας που συνθέτει την εκπληκτική ομορφιά και κάλλος αυτών των οικοσυστημάτων. Αξίζει να σημειωθεί ότι, για τη λύση των προβλημάτων που αφορούν το περιβάλλον και τις συνιστώσες του, απαιτούνται συχνά η συμβολή πολλών διαφορετικών κλάδων, οι οποίοι εντάσσονται τόσο στους κόλπους των θετικών επιστημών, όσο και των θεωρητικών, ώστε να επιτευχθεί μία αποκαλούμενη «διεπιστημονική προσέγγιση». Μάλιστα, η διεπιστημονική προσέγγιση σημαίνει ότι κάθε επιστήμη συμβάλλει με τα δικά της επιτεύγματα και τις δικές της μεθοδολογίες στην επίλυση των όποιων προβλημάτων που συμβαίνουν στο περιβάλλον. Για να γίνω πιο σαφής, ένας χημικός ή ένας γεωλόγος ή ένας ωκεανογράφος για παράδειγμα, σε μία διεπιστημονική ομάδα (groups) θα συμβάλλει ως ειδικός και γνώστης της επιστήμης που υπηρετεί, από το δικό του μετερίζι, και όχι υποκαθιστώντας έναν Κοινωνιολόγο ή έναν Βιολόγο.

Κάνοντας λόγο στη παραπάνω παράγραφο για καταναγκαστική υποχρέωση του ανθρώπου να ακολουθήσει τις επιταγές που του επιβάλλουν με λανθασμένο τρόπο θεσμικοί κι εξωθεσμικοί παράγοντες, εννοούσα την έλλειψη περιβαλλοντικής συνείδησης και κατ’επέκταση οικολογικής που αντιμετωπίζουν οι περισσότεροι από εκείνους. Διότι, τόσο από τη πλευρά των κρατικών και μη φορέων, όσο και από εκείνη του πολίτη – κατοίκου αυτού του τόπου, η συνείδηση θεωρείται εκείνη που χαρακτηρίζει τη νοητική δυνατότητα ενός οργανισμού, η οποία του επιτρέπει, σε προέκταση των αισθήσεών του, να γνωρίζει και να κατανοεί τον εαυτό του, το περιβάλλον του, τα συμβαίνοντα γύρω του και μέσα του και να έχει το δυνατόν την αίσθηση της «θέσης» και της σημασίας του στον κόσμο καθώς και του αντίκτυπου των πράξεών του. Εκείνη είναι που ρυθμίζει τον ομοιοστατικό μηχανισμό που διέπει την υγιή συνεργασία μεταξύ κράτους – μη κρατικών φορέων – πολίτη στα μεγάλα ζητήματα διαχείρισης του περιβάλλοντος και σε συνδυασμό με την εύρεση αντικειμενικής αλήθειας από πλευράς επιστήμης μετατρέπονται σε ένα δυναμικό μοντέλο επίλυσης της όποιας αντιξοότητας και εμποδίου τοποθετούν μη ακραιφνείς μηχανισμοί και συντεχνίες για να βλάψουν την Οικολογία και ότι εκείνη αντιπροσωπεύει. Η οικολογική συνείδηση τοποθετεί όρια, τα οποία στέκονται ικανά στο να αποτρέπουν την όποια παρερμηνεία και στρέβλωση έννοιας αυτής της «πράσινης» επιστήμης, ενώ θεμελιώνει το έδαφος της λογικής στο να υποδεχθεί ιδέες, αλλά και καινοτόμες λύσεις που έχουν να κάμουν με την πραγματική θεώρηση της αξίας του περιβάλλοντος και των πυλώνων στήριξής του. Από την άλλη πλευρά, σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να υπερβαίνουμε το μέτρο της οικολογικής μας συνείδησης, πράττοντας ακραίους ακτιβισμούς και διασπείροντας ψευδείς ειδήσεις και θεωρήσεις που δεν έγκεινται στο επιστημονικό πεδίο κι οπτική. Διότι, τα συγκεκριμένα, τον μόνο σκοπό που έχουν είναι να καλλιεργήσουν κλίμα αποσταθεροποίησης των κρατικών – πολιτειακών δομών και να αμαυρώσουν το νόημα και την έννοια της Οικολογίας.

Ποιό θεωρείται όμως ότι είναι το όριο της οικολογικής μας συνείδησης; Πώς εκείνο μετράται; Το συγκεκριμένο λογίζεται αρκετά δύσκολο στο να οριστεί επακριβώς, διότι ο κάθε άνθρωπος έχει ξεχωριστή και διαφορετική αντίληψη των πραγμάτων, στα οποία καλείται να ανταπεξέλθει, να τα επιλύσει και να εναρμονισθεί με εκείνα. Επιπρόσθετα, έχει διαφορετικό βαθμό δυσκολίας στο να αφουγκρασθεί και να κατανοήσει επιστημονικές θεωρίες και μελέτες, οι οποίες αποτελούν συνδυασμό γνωστικών αντικειμένων από διαφορετικούς επιστημονικούς κλάδους και εν συνεχεία να ιεραρχήσει εκείνες στο νου του. Προκύπτει και το ζήτημα του διαφορετικού επιπέδου μόρφωσής κι αντίληψης του κάθε λαού για το περιβάλλον, την προστασία αυτού και την οικολογική συνείδηση που αναπτύσσει αλληλεπιδρώντας με εκείνο. Και το αμέσως επόμενο ερώτημα που προκύπτει είναι: το όριο της οικολογικής μας συνείδησης είναι τελικά επιτεύξιμο; Τολμώ να είμαι αισιόδοξος και να δώσω μία καταφατική απάντηση, επισημαίνοντας όμως και μία μικρή επιφύλαξη. Επιφύλαξη για το αν η επίτευξη εκείνη θα ευνοήσει τους τελικούς στόχους για μία εξυγίανση ως προς την ιδεολογία της πράσινης ανάπτυξης και της απαλλαγής της από επικίνδυνες γνώμες που επιθυμούν να βάλλουν στο πρόσωπό της και να το καταστήσουν ανίερο και τρωτό.

Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να υπάρχει η δυνατότητα εύρεσης μίας χρυσής τομής σε αυτό το μεγάλο και πολυσχιδές ζήτημα, που ταλαιπωρεί εννοιολογικά και σημασιολογικά τον άνθρωπο και τις δομές που δημιουργεί το Κράτος – Πολιτεία γύρω από εκείνον. Η δυνατότητα παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών σε φορείς του κράτους, πανεπιστήμια και ινστιτούτα, σε βιομηχανίες και ναυτιλιακές εταιρείες, στην έννομη τάξη, όπως και στον απλό πολίτη με τη μορφή διαλέξεων, τηλεοπτικών ενημερώσεων, υγιών ακτιβιστικών δράσεων, εγχώριων και διεθνών εκθέσεων (forum) που αποστολή τους θα είναι η ανταλλαγή απόψεων και γνώσεων επαγρύπνηση σε θέματα περιβαλλοντικής προστασίας και άρτιας διαχείρισης, καθώς και εισαγωγή του μαθήματος της «περιβαλλοντικής εκπαίδευσης & αγωγής» στις εκπαιδευτικές βαθμίδες του κάθε κράτους. Με τα παραπάνω, θα μπορούσαμε να πούμε, ότι δίδεται ένα αρκετά ικανοποιητικό ποσοστό ανάπτυξης συνειδήσεως, ικανής στο να καλλιεργήσει ένα νοητικό υπόβαθρο για την καλύτερη διαχείριση των φυσικών πόρων και την εγρήγορση των πολιτών απέναντι στην περιβαλλοντική υποβάθμιση, ενώ παράλληλα συνιστά γροθιά στον ιδεολογικό αποπροσανατολισμό και στρέβλωση που προσπαθούν να επιβάλλουν ομάδες ακραίων ακτιβιστών μη σχετικών με το πνεύμα της Οικολογίας, της «πράσινης» ανάπτυξης και των φυσικών διεργασιών που επιτελεί το περιβάλλον.

Η Φύση υπήρξε ο μεγάλος δάσκαλος και καθοδηγητής του ανθρώπου. Του ενεφύσησε καινοτόμες ιδέες, ωθώντας τον στην επιστημονική γνώση κι έρευνα, το φιλοσοφικό στοχασμό και την καλλιτεχνική δημιουργία. Του καλλιέργησε τη σπίθα της αναζήτησης νέων ατραπών που θα τον βοηθήσουν να αντικρίσει τον ορίζοντα της γνώσης μέσα από το πρίσμα της αλήθειας και της λογικής. Η Φύση εξακολουθεί να κατέχει το ρόλο του καθοδηγητή, αρκεί, να διαθέτουμε συνείδηση της ανάγκης και να είμαστε σε θέση να διδασκόμαστε από εκείνη. Να είμαστε σε θέση να διαφυλάξουμε την κληρονομιά μας και να τη μεταβιβάσουμε ανόθευτη στους απογόνους μας, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει κι ένα ινδιάνικο ρητό που λέει: «δεν κληρονομούμε τη γη από τους προγόνους μας, τη δανειζόμαστε από τα παιδιά μας». Η εντεινόμενη οικολογική κρίση σημαίνει πως δεν ισχύει κάτι τέτοιο στις μέρες μας, τουλάχιστον όσο θα έπρεπε. Οι λειτουργοί της επιστημονικοτεχνικής ισχύος, οι περισσότεροι έστω, επενεργούν με αλόγιστες ενέργειες στο περιβάλλον, αγνοώντας την πραγματική του έννοια. Το περιβάλλον όμως είναι υπόθεση όλων μας. Δεν γνωρίζει σύνορα, αλλά τοποθετεί όρια. Και τα όρια αυτά είναι κοινά για όλους όσους επιθυμούν τη καλυτέρευση του πλανήτη και του τρόπου ζωής. Και τον έλεγχο των ορίων αυτών έχει τη δυνατότητα να το επιτελέσει μόνο η επιστήμη της Οικολογίας! Θυμηθείτε: το οικολογικό πρόβλημα δεν οφείλεται στην επενέργεια του ανθρώπου στο περιβάλλον, αλλά στην αλόγιστη κι εγκληματική επενέργεια που πραγματοποιεί εκείνος.
 

Σχόλια Αναγνωστών

0 Προσθήκη σχολίου

Δεν υπάρχουν ακόμα σχόλια για αυτό το άρθρο.

ΠΡΟΣΘΕΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ!
Απάντηση σε x
* Υποχρεωτικά πεδία* Το vimaonline σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά και άσχετα με το περιοχόμενο του άρθρου σχόλια. Είναι αυτονόητο πως η ομάδα διαχείρισης φέρει ευθύνη μόνο για τα επώνυμα άρθρα των συντακτών και των συνεργατών της.

Σας ευχαριστούμε για την συμμετοχή σας.