ΑΡΘΡΑ

Σταμάτης - Στυλιανός Βλάχος

MSc. Περιβαλλοντολόγος, διαχείριση ενέργειας & περιβάλλοντος, μέλος Οικολογικής Συνεργασίας Δήμου Παλαιού Φαλήρου ECO+  

Ένα χελιδόνι δεν φέρνει την άνοιξη…

0 18 ΜΑΡΤΙΟΥ 2019, 12:38

«Ου παντελώς δει τοις πονηροίς επιτρέπειν, αλλ’αντιτάττεσθαι. – Μτφρ: Δεν πρέπει να τα επιτρέπουμε όλα στους πονηρούς, αλλά να αντιδρούμε»

Μένανδρος, 4ος αιών π.Χ., Αρχαίος Έλληνας ποιητής


Η περίφημη και πασίγνωστη φράση: «ένα χελιδόνι δεν φέρνει την άνοιξη» προέρχεται από ένα μύθο του Αρχαίου Έλληνα μυθοποιού και μυθογράφου Αισώπου. Στο συγκεκριμένο μύθο διαβάζουμε για ένα νέο σε ηλικία άνδρα, ο οποίος διακρίνονταν για τη σπατάλη των χρημάτων του κι έκανε άσωτο βίο. Αφού έφαγε όλη την περιουσία του, δεν του είχε απομείνει παρά μόνο ο καινούργιος του μανδύας. Κάποια μέρα, λοιπόν, που είδε ένα χελιδόνι, να πετάει έξω από το παράθυρό του, φαντάστηκε πως ο χειμώνας είχε φθάσει στο τέλος του, ότι ήρθε η άνοιξη και δεν του χρειαζόταν πλέον ο μανδύας. Έτσι αποφάσισε να τον πουλήσει. Αλλά την άλλη μέρα όμως, το χειμωνιάτικο κρύο ξαναγύρισε, ακόμη πιο τσουχτερό. Μάλιστα, οι αρχαίοι χρησιμοποιούσαν τη φράση αυτή με τα λόγια «μία χελιδών έαρ ου ποιεί». Κατά τον αρχαίο Έλληνα φιλόσοφο Αριστοτέλη η φράση εκείνη είχε διατυπωθεί ως: «Το γάρ έαρ ούτε μία χελιδών ποιεί ούτε μία ημέρα». Επιπλέον, συγγενικές είναι και οι εξής φράσεις: «Μ’ ένα χελιδόνι, καλοκαίρι δεν κάνει, ούτε μια μέλισσα μέλι» και «μ’ ένα λουλούδι καλοκαίρι δε γίνεται».

Η παραπάνω φράση του Αισώπου εμπεριέχει αλληγορική σημασία στο νόημά της. Άλλωστε, δεν θεωρείται τυχαίο το γεγονός ότι ο αλληγορισμός που εκπέμπει ο περίφημος μυθοποιός στις μυθοπλασίες του, συνιστά τον ιδρυτή του λογοτεχνικού είδους που σήμερα ονομάζεται παραβολή ή αλληγορία. Έτσι λοιπόν, την φράση αυτή την αναφέρουμε για να δείξουμε πως μία επιτυχία ή μόνο μία ένδειξη εκείνης δεν μπορεί να μας πείθει ότι καταφέραμε τους σκοπούς μας. Από μόνη της μία ένδειξη δεν δύναται να συγκροτήσει κριτήριο πειθούς για την ενδεχόμενη επίτευξη στόχων μας, για την αποπεράτωσή τους δηλαδή. Αλληγορική σημασία είπα; Αλληγορία πιθανόν; Η συγκεκριμένη λέξη συνιστά έκφραση ή κείμενο ή έργο τέχνης που δεν σημαίνει κυριολεκτικά αυτό που λέγεται-φαίνεται, αλλά κρύβει άλλο νόημα – πιο βαθύ σε εννοιολογική σημασία. Το νόημα που αναδύει (έκφραση ή κείμενο ή έργο τέχνης) παραπέμπει σε άλλο μήνυμα, το οποίο έχει να κάμει είτε με τα ζητήματα της τρέχουσας – πολιτικό-οικονομικής επικαιρότητας, είτε με μείζονα θέματα που άπτονται της ιστορίας και της επιστήμης, είτε της καθημερινότητάς μας.

Σας κάνω αυτή την παραπάνω αναφορά, διότι η δυναμικότητα και το ήθος που εξέπεμψαν οι δύο ακαδημαϊκοί καθηγητές κ. Άγγελος Συρίγος και κ. Ορέστης Καλογήρου στη βιαιότητα και στους προπηλακισμούς ομάδας φοιτητών του ακραίου αριστερού χώρου και ιδεολογίας, συνδέονται αλληγορικά με δύο χελιδόνια, που μόνα τους προσπαθούν – επί ματαίω – να φέρουν την άνοιξη. Δεν είναι λίγες οι φορές που οι συγκεκριμένοι δύο καθηγητές έχουν βρεθεί στο «μάτι του κυκλώνα», λόγω της εξαιρετικής αφοσίωσης που επέδειξαν στα ακαδημαϊκά τους καθήκοντα και τον υπερβάλλοντα ζήλο για την ομαλή λειτουργία των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων – πέρα τις όποιες θεσμικές αντιξοότητες και του χαρακτήρα που εκείνα αποπνέουν σε εθνικό και διεθνές επίπεδο. Δεν λύγισαν σε προκλήσεις ατόμων, που ως κίνητρο είχαν την κατάλυση της υγιούς λειτουργίας πανεπιστημιακών ιδρυμάτων και τη μετατροπή τους σε ιδρύματα ιδεοληπτικών πρακτικών, υπό τις πτέρυγες του αριστερόστροφου φασισμού. Αντίθετα, αγωνίσθηκαν κι αγωνίζονται με αυταπάρνηση, με ότι μέσα διέθεταν οι συγκεκριμένοι, ώστε να πράξουν το αυτονόητο: να κατορθώσουν να φέρουν την ανώτατη παιδεία στους συρμούς της ορθής γνώσης, του πνεύματος και της επιστημονικής μεθοδολογίας και καινοτομίας!

Ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάκτυλό μας. Συνιστά a priori γεγονός η εγκληματικού τύπου παρεμβατικότητα που λυμαίνει τα πανεπιστημιακά ιδρύματα της χώρας ανά τα χρόνια! Είναι μία πραγματικότητα. Όπως ήδη γνωρίζετε, τα ακαδημαϊκά άσυλα της αθηναϊκής πρωτεύουσας – πρωτίστως – καθώς και τα υπόλοιπα πανεπιστήμια της ελληνικής επικράτειας – κατά δευτερεύοντα λόγο – συνιστούν βορά στις ανίερες και ιδεοληπτικές ορέξεις ακραίων κύκλων που εντάσσονται στον αριστερό κι αντιεξουσιαστικό χώρο, μετατρέποντάς τα σε άσυλα διακίνησης μισαλλόδοξων πρακτικών, ιδεοληπτικής υφής κι απόχρωσης, ακατάλληλων για αναπαραγωγή ορθής γνώσης κι επιστημονικής κατάρτισης και μεθοδολογίας. Οι εικόνες των περισσοτέρων πανεπιστημιακών ιδρυμάτων – ιδιαίτερα του αττικού λεκανοπεδίου – θυμίζουν απόκοσμα τοπία, βγαλμένα από cult χολιγουντιανές ταινίες της δεκαετίας του ’80. Διακίνηση όπλων και λοιπών αντικειμένων, ναρκωτικών κι άλλων τοξικών ουσιών, παρεμπόριο, τραμπουκισμοί, εκφοβίσεις (bullying) και προπηλακισμοί φοιτητών κι εκπαιδευτικού προσωπικού, βανδαλισμοί και καταστροφές πανεπιστημιακών χώρων κι εγκαταστάσεων, συγκροτούν μερικές από τις αποτροπιαστικές δραστηριότητες ενός συνολικού cluster, το οποίο εμπίπτει στον άξονα του ολοκληρωτισμού και του άκρατου ιδεοληπτικού προπαγανδισμού με ριζοσπαστικό επικάλυμμα. Νομίζω δεν χρειάζεται να αναλύσουμε διεξοδικότερα αυτό το θλιβερό φαινόμενο που ταλανίζει χρόνια τώρα τον ακαδημαϊκό βίο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, αλλά και τους ίδιους τους Έλληνες πολίτες και κατ’επέκταση την οργανωτική δομή του κράτους, κι αποτελεί μία από τις αυτοάνοσες ασθένειες της ελληνικής κοινωνίας.

Το επιτακτικό ερώτημα που πρέπει να θέσουμε είναι, εάν υπάρχει η δυνατότητα να βρεθεί μία τελεσφορική λύση σε αυτό το υπερμεγενθυμένο πρόβλημα που ταλαιπωρεί την εξελικτική πορεία μίας ολόκληρης χώρας στο κοινωνικό κι επιστημονικό γίγνεσθαι, με βαλτώδεις προοπτικές. Κι αμέσως, το δεύτερο ερώτημα που οφείλουμε να θέσουμε είναι, ποια μεθοδολογία να ακολουθήσουμε, ώστε να αντιμετωπισθεί επιτυχώς στη ρίζα του, στα θεμέλια του οικοδομήματός του με κατανόηση της ιδεολογικής του αρχιτεκτονικής και να μην διαθέτει μετέπειτα την ικανότητα ενδεχόμενης ανάκαμψής του. Το ζήτημα σε όλο εκείνο το θέμα είναι να παρθεί μία απόφαση, ένα γενναίο πολιτικό ρίσκο, που θα αμβλύνει κατά πολύ την επίδραση της μολυσματικής ασθένειας – ενταγμένης στις μαρξιστικού τύπου μεθοδεύσεις – που παρασιτεί στα ελληνικά πανεπιστήμια. Και το συγκεκριμένο, διότι ο εκάστοτε αρμόδιος υπουργός, μαζί με τους συμβούλους του, θα πρέπει να διαθέτει πολιτική βούληση κι ακέραιο πολιτικό χαρακτήρα, ώστε να ληφθεί μία απόφαση που θα εξοστρακίσει την απειλή του αριστερόστροφου φασισμού και θα συνδράμει στην ανακαίνιση του ακαδημαϊκού πνεύματος και λογικής.

Η λήψη απόφασης και η ανάλογη εφαρμογή εκείνης, θεωρείται μείζον ζήτημα στο χώρο της πολιτικής σκηνής, επειδή με βάση εκείνη κρίνεται η έκβαση του τελικού αποτελέσματος. Καθίσταται ιδιαίτερα σημαντική πράξη που, με τη σειρά της, θα επηρεάσει ένα κομμάτι από τη συνολική πίτα των κοινωνικό-πολιτικών δρώμενων του τόπου και κατ’επέκταση την πορεία της χώρας στο διεθνές στερέωμα. Μάλιστα, η λήψη αποφάσεων, ως φαινόμενο, διατρέχει και χαρακτηρίζει τον άξονα της Πολιτικής. Από ορισμένους βέβαια ταυτίζεται με εκείνη, αφού η Πολιτική ορίζεται και ως η λήψη αποφάσεων με θεσμοθετημένα μέσα για τη διανομή ή ανακατανομή των αξιών, όπως υποστηρίζει ο διάσημος Αμερικανός πολιτικός επιστήμονας David Easton σε επιστημονική του δημοσίευση με τίτλο: «The Political System». Οφείλουμε να αποσαφηνίσουμε ότι, ως αξία (που είδαμε παραπάνω), εκλαμβάνεται καθετί που ενδεχόμενα να διαφέρει, να κινητοποιήσει τη λειτουργία των κρατικών μηχανισμών και να συγκροτήσει στόχο των παραγόντων του πολιτικού αγώνα, όπως κάλλιστα νοούνται η ισχύς ενός κράτους σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, η οικονομία, η υγεία, η παιδεία, ο τομέας του περιβάλλοντος, οι ενεργειακοί πόροι, ο πρωτογενής και δευτερογενής τομέας, η ομόνοια, η ασφάλεια και η διπλωματία. Επειδή όμως, οι καταστάσεις και οι ανάγκες στον χώρο της πολιτικής ποικίλλουν, για αυτό υπάρχουν και διαφορετικές πολιτικές και μέτρα αντιμετώπισης αυτών. Τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται είναι πολύπτυχα κι ενδέχεται συνήθως να είναι προσωπικού ενδιαφέροντος και βλέψεων, εθνικά, κομματικής παρατάξεως, ιδεολογικά, υπηρεσιακής υφής, κοινωνικής αποχρώσεως ή και άλλου τύπου.

Τι λογίζεται όμως ως λήψη απόφασης; Η συγκεκριμένη αυτή έννοια, ορίζεται ως η επιλογή μεταξύ δύο ή περισσοτέρων ενεργειών σύμφωνα με ορισμένους κανόνες μέσα από μία σχηματοποιημένη υπολογιστική διαδικασία. Στόχος μάλιστα εκείνης αποτελεί στο να βρεθεί η καλύτερη κι επικρατέστερη – ερευνητικά – επιλογή κάτω από διαφορετικές σύνοδες συνθήκες. Ένας δεύτερος ορισμός θεωρεί ότι, μία απόφαση αποτελεί επιλογή δράσης μεταξύ πολλών εναλλακτικών λύσεων για τις οποίες υπάρχει αβεβαιότητα. Ο ορισμός αυτός σαφώς υπογραμμίζει την ύπαρξη αβεβαιότητας, αλλά και την ύπαρξη εναλλακτικών λύσεων, με ενδεχόμενο ερώτημα εάν πράγματι εκείνες υπάρχουν. Ενώ, ένας τρίτος ορισμός θεωρεί ότι η λήψη αποφάσεων δεν είναι τίποτε άλλο παρά το αποτέλεσμα από ένα cluster διεργασιών του πολιτικού συστήματος για τη διανομή ή κατανομή αγαθών, υπηρεσιών ή αξιών στο κοινωνικό σύνολο. Ο συγκεκριμένος ορισμός αντιμετωπίζει την πολιτική ή την διοίκηση ως ένα σύστημα, το οποίο δέχεται πληροφορίες, τις αναλύει, τις μελετά, τις επεξεργάζεται, τις αξιολογεί και στο τέλος δημιουργεί μία απόφαση ή μία βάση από δεδομένα, ικανά να κανονίσουν – επιλύσουν τα ζητήματα που προκύπτουν σε ένα κοινωνικό σύνολο. Υπάρχει μία διεργασία εισροής πληροφοριών με τη μορφή δεδομένων στο σύστημα και εκροής αποφάσεων ή συμπερασμάτων – αποτελεσμάτων. Όμως, στην πολιτική πραγματικότητα εκείνο που το οποίο παρατηρείται είναι ένα σύνθετο σύνολο αποφάσεων που συγκροτεί την δημόσια πολιτική και το οποίο διαφοροποιείται κατά τομέα δραστηριότητας. Με αυτή την λογική, πραγματοποιούμε λήψη αποφάσεων στο τομέα της υγείας, κοινωνικής πολιτικής, της παιδείας, του περιβάλλοντος, των υποδομών, της άμυνας κι εξωτερικής πολιτικής.

Κατά το παρελθόν τα προβλήματα που μάστιζαν μία χώρα θεωρούνταν σχετικά απλά ως προς τη μέθοδο επίλυσής τους, που – κατά βάση – στηρίζονταν στην εμπειρία, στη διαίσθηση και τη «κοινή λογική» των ανθρώπων που καλούνταν να το επιτελέσουν. Στον άξονα της σύγχρονης πραγματικότητας που διανύουμε, στο μεταίχμιο της τεχνολογικής εξέλιξης και ερευνητικής καινοτομίας, τα προβλήματα μετετράπησαν σε μία σύνθετης υφής και πολύπλοκης μορφής ζητήματα, που , με τη σειρά τους, ζητούσαν μία επίλυση, η οποία θα βασιζόταν σε επιστημονικές μεθόδους και κριτήρια Έτσι, γεννήθηκαν τα συστήματα λήψης αποφάσεων. Εκείνα, λογίζονται ως, η εφαρμογή επιστημονικών μεθόδων από μικτές ομάδες επιστημόνων και λοιπών ειδικών, σε προβλήματα ελέγχου οργανωμένων συστημάτων – ομάδων – υπηρεσιών – κρατικής οντότητας, ώστε να παρέχουν λύσεις που εξυπηρετούν κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο τους σκοπούς που έχουν τεθεί.

Τα συστήματα λήψης αποφάσεων, διαχείρισης επικείμενης κρίσης και διαπραγμάτευσης συγκροτούν «μικροθεωρίες», με ποικίλη επιστημονική προέλευση, που με τη σειρά τους, έχουν υιοθετηθεί, αναπτυχθεί και χρησιμοποιηθεί στα πλαίσια της επιστήμης των Διεθνών Σχέσεων. Στέκονται ικανά στο να ερμηνεύουν τα φαινόμενα εκείνα που απαρτίζουν το Διεθνές Σύστημα – πόλεμο, κρίση, ανταγωνισμό ή διεθνή συνεργασία – μέσω μίας διαφορετικής σε σχέση με τις υπόλοιπες θεωρίες των Διεθνών Σχέσεων προσέγγισης. Οι εν λόγω θεωρίες εστιάζουν την προσοχή τους στον πολιτικό μικρόκοσμο και προσφέρουν μεθόδους για την παρατήρηση, έρευνα, ανάλυση, μελέτη και την εξαγωγή χρήσιμων συμπερασμάτων για την εκπόνηση της εξωτερικής, αλλά κι εσωτερικής πολιτικής, υπό συνθήκες κανονικές, υπό κατάσταση κρίσεως ή στα πλαίσια διαπραγματεύσεων.

Με βάση την επιστημονική άποψη του Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Μακεδονίας κου Ηλία Ι. Κουσκουβέλη, μία πρώτη χρησιμότητα των θεωριών λήψης αποφάσεων, διαχείρισης κρίσης και διαπραγμάτευσης έγκειται στο ότι επιτρέπουν την διεισδυτική ερμηνεία των φαινομένων του διεθνούς συστήματος από μία διαφορετική σκοπιά. Η δεύτερη συνίσταται στο ότι, μέσω των συμπερασμάτων που εξάγονται κυρίως για τους λόγους που οδηγούν σε λανθασμένες αποφάσεις, μπορούν να συμβάλλουν στη βελτίωση των συνθηκών εκπόνησης των αποφάσεων, είτε στο οργανωτικό, είτε ακόμη, στο προσωπικό επίπεδο. Με το συγκεκριμένο λοιπόν κάλλιστα σχηματίζεται η άποψη ότι, τα συστήματα λήψης αποφάσεων δεν περιορίζονται μόνο στην προώθηση μίας άρτιας εξωτερικής πολιτικής, αλλά έχουν την ικανότητα να χαρακτηρίσουν – σε γενικότερο κι ευρύτερο πλαίσιο – τη λειτουργία του ανθρώπου μέσα σε ένα σύστημα πολιτικής – οικονομικής – κοινωνικής υφής και την αλληλεπίδρασή του με τις αντίστοιχες υπηρεσίες και θεσμούς που τις διέπουν. Συνεπώς, οι παρουσιαζόμενες θεωρίες καθίστανται χρήσιμες για τον καθένα που παίρνει αποφάσεις, στο προσωπικό, κοινωνικό επαγγελματικό κι ευρύτερα πολιτικό τομέα. Είναι σημαντικές, διότι ρυθμίζουν λεπτεπίλεπτα ζητήματα που εδράζονται από την πτυχή της καθημερινότητας, μέχρι σε επιχειρηματικό κι επίπεδο διπλωματικής πολιτικής.

Η θεωρία λήψης αποφάσεων ως διαμορφωμένο πολυκριτηριακό σύστημα στη βάση του, έγκειται στο γεγονός ότι, για να διαθέτει την απαραίτητη εφικτότητα και συμβατότητα πάνω στον συνεκτικό ιστό μίας κοινωνίας, θα πρέπει να απαρτίζεται από μία σειρά παραγόντων – συνιστωσών ή, καλύτερα, από μεταβλητές, κατάλληλες στο να επηρεάσουν καταλυτικά και με θετικό πρόσημο το τελικό αποτέλεσμα της προβλεπόμενης εξίσωσης έτσι ώστε η φόρμουλα να κριθεί επιτυχής. Καθίσταται σαφές ότι, για να δημιουργηθεί η προϋπόθεση ενδεχόμενης επιτυχούς αντιμετώπισης ενός προβλήματος κοινωνικό-πολιτικής υφής – στην περίπτωσή μας εκείνο της ενδοπανεπιστημιακής βίας και βανδαλισμών στα άσυλα της χώρας –, επιδέχεται η εξέταση, έρευνα κι ανάλυση των συγκεκριμένων παραμέτρων, ώστε η λήψη της τελικής απόφασης να ευνοεί με θετικό βαθμό την εξίσωση προς επίτευξη της ομαλής λειτουργίας του συστήματος μίας χώρας και των θεσμικών μηχανισμών που τη διέπουν. Οι αναφερόμενοι στη διεθνή βιβλιογραφία παράγοντες, οι οποίοι σε ορισμένες περιπτώσεις συγκροτούν και συντελεστές ισχύος της πολιτικής σε ένα κράτος, θα μπορούσαν να κατηγοριοποιηθούν σε σύνολα – ομάδες για την καλύτερη και διεισδυτικότερη ματιά ως προς την κατανόηση κι ανάλυση εκείνων των αποτρόπαιων συμβάντων που αφορούν τις κοιτίδες της γνώσης και του πολιτισμού και που οπισθοδρομούν την ομαλή λειτουργία, ανάπτυξή τους και την ενταξιακή τους δυνατότητα σε επιχειρηματικούς κόλπους.

Με τα παραπάνω λοιπόν, διακρίνονται τρεις βασικές ομάδες, ικανές στο να επιχειρήσουν μία ικανή προσέγγιση. Η πρώτη ομάδα έχει να κάμει με τους λεγόμενους υλικούς ή αντικειμενικούς παράγοντες. Σε εκείνους περιλαμβάνονται η γεωγραφία, η οποία συνιστά εμφανή παράμετρο εγχώριου και διεθνούς χαρακτήρα και επηρεάζει τη χάραξη, την υιοθέτηση και την εκτέλεση των πολιτικών εκ μέρους του κάθε παράγοντα εκείνων. Πρόκειται από τους σπουδαιότερους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη στην διοικητική και οικονομική οργάνωση κάθε κράτους. Μάλιστα, το Άρθρο 101 παράγραφος 2 του ΣΤΕ τονίζει δε ότι: «η διοικητική διαίρεση της Χώρας διαμορφώνεται με βάση τις γεωοικονομικές, κοινωνικές και συγκοινωνιακές συνθήκες». Οι πηγές πλούτου, από την άλλη, ως δεύτερος παράγων, λογίζονται ως οι διατιθέμενες πρώτες ύλες, το σημαντικό εργατικό δυναμικό, μεγάλη παραγωγή κι αυξημένα έσοδα, ο ευρύς κι αποδοτικός αριθμός υπηρεσιών του που έχουν την πολυτέλεια να χαράσσει προσοδοφόρες πολιτικές, να συντάσσει προϋπολογισμούς και να διαθέτει τα κατάλληλα κονδύλια για τις εν λόγω πολιτικές, χωρίς εκείνο να έχει αρνητικό αντίκτυπο στους διαφορετικούς τομείς δράσης του. Η στατική οργάνωση της διοίκησης, όπου νοείται η οργάνωση και η αρτιότητα των υπηρεσιών της μέσω επίλυσης καταστάσεων, στις οποίες προβλέπουν το Σύνταγμα και οι βασικοί νόμοι, δηλαδή, το προβλεπόμενο πολιτικό σύστημα. Τελευταίος παράγων αυτής της κατηγορίας συνιστά η θέση που κατέχει το κράτος στο διεθνές σύστημα. Με άλλα λόγια, η πολιτική, οικονομική και στρατηγική του θέση και οι επικερδείς συμμαχίες που έχει συνάψει με χώρες κι οργανισμούς (ως μέλος), όπως χαρακτηριστικά – στην περίπτωση του ελληνικού κράτους – συνιστούν ο ΟΗΕ, η ΕΕ, το ΝΑΤΟ, οι Δυτικοί οικονομικοί και πιστωτικοί οργανισμοί, όπως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου, η Παγκόσμια Τράπεζα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ). Μάλιστα, η σπουδαιότητα της σημασίας στη συμμετοχή αυτών των οργανισμών φαίνεται από την επιτακτική προσπάθεια που καταβάλλουν τα κράτη της Κεντρικής κι Ανατολικής Ευρώπης να ενταχθούν σε εκείνους.

Η δεύτερη ομάδα εντάσσει τους έμψυχους ή λειτουργικούς παράγοντες. Σε εκείνους περιλαμβάνονται η λειτουργία του πολιτικού συστήματος, όπου πρόκειται για τον τρόπο, με τον οποίο λειτουργεί αυτή η οργάνωση ή σε γενικότερο πλαίσιο, οι δημόσιοι θεσμικοί φορείς, με σαφή πρωτοκαθεδρία στη λήψη αποφάσεων να κατέχει η Εκτελεστική Εξουσία (σε σχέση με τις υπόλοιπες δύο). Ο δεύτερος έμψυχος παράγων έχει να κάμει με τον πληθυσμό, το μέγεθος και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά εκείνου. Διότι, είναι διαφορετική υπόθεση να διοικείς μία χώρα 10 εκατομμυρίων κατοίκων από μία άλλη ενός δισεκατομμυρίου. Είναι προφανώς διαφορετικές οι ανάγκες της διοίκησης στις μεγαλουπόλεις και διαφορετικές στην επαρχία, όπου κατά τεκμήριο ο αριθμός των διοικουμένων ατόμων Το μέγεθος και η ποιότητα του πληθυσμού σηματοδοτούν συντελεστή ισχύος για την αμυντική, την εξωτερική κι εγχώρια πολιτική κάθε χώρας. Τελευταίος παράγων, που εντάσσεται στους λειτουργικούς, αποτελεί η εσωτερική και διεθνής κατάσταση της χώρας στο διεθνές πολιτικό-οικονομικό περιβάλλον. Οι ρυθμοί λειτουργίας του όποιου δημόσιου φορέα είναι διαφορετικοί σε κατάσταση πολεμικής σύρραξης, ειρηνικής περιόδου, συμφιλίωσης ή πόλωσης. Η ύπαρξη διαμάχης κι εμφύλιας σύρραξης στο εσωτερικό μίας χώρας, εμποδίζει την ενασχόληση με τα προβλήματα που άπτονται του εξωτερικού περιβάλλοντος και συχνά επιτρέπει την ανάμιξη ξένων δυνάμεων στο εσωτερικό εκείνης.

Τρίτη κατηγορία συγκροτούν παράγοντες που αφορούν – θα λέγαμε – το πρόσωπο ή την ψυχοσύνθεση του λήπτη της απόφασης. Λογίζονται ως υποκειμενικοί παράγοντες. Ένας τέτοιος παράγων είναι ο φόβος αποτυχίας ή η ευθυνοφοβία που διέπει των λήπτη που είναι να πάρει μία απόφαση, ο οποίος είτε αναβάλλει την απόφαση, είτε μεταβιβάζει την ευθύνη της σε άλλους. Υπάρχουν οι προσωπικές φιλοδοξίες, από τις οποίες προκύπτει η ανάδειξη ή προαγωγή ή δόξα εκ μέρους του λήπτη της απόφασης, με αποτέλεσμα να αναλαμβάνει δυσανάλογους προς τις δυνατότητές του κινδύνους που μπορεί να επιφέρουν ολέθριες συνέπειες. Ο τρίτος παράγων έχει να κάμει με την δυσπιστία, την οποία εκφράζουν οι ηγέτες, λαοί ή κράτη στις μεταξύ τους σχέσεις, που επηρεάζει θεμελιακά τις λαμβανόμενες αποφάσεις είτε εκείνες αφορούν το εσωτερικό περιβάλλον της χώρας, είτε το εξωτερικό κι αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα. Οι αντικρουόμενες αντιλήψεις, μεταξύ στελεχών ομάδας – για παράδειγμα πολιτικής – το αν θα εφαρμόσουν μία δυναμική επίλυση στο ζήτημα της ενδοπανεπιστημιακής βίας στα ελληνικά πανεπιστήμια ή υπέρ μίας μετριοπαθούς διπλωματικής αντιμετώπισης, γίνεται κατανοητό ότι η ομάδα αυτή ενώ η αναζήτηση ομοφωνίας (άλλος παράγων) επιζητεί μία τάση μεταξύ των μελών σε μία ενδεχόμενη συμφωνία μεταξύ τους. Αυτή η τάση αποκλείει τις απόψεις της μειοψηφικής ομάδας και μπορεί να οδηγήσει στο να παρθούν λανθασμένες αποφάσεις. Στη διαδικασία λήψης αποφάσεων εμπλέκονται και τα ειδικά συμφέροντα υπηρεσιών, όπου μία οργανωμένη διοικητικά ομάδα (παράδειγμα: γραφειοκρατικές υπηρεσίες) μπορεί να προσδιορίζει ανταγωνιστικά τα συμφέροντά της έναντι μίας άλλης. Αυτός ο ανταγωνισμός μπορεί να αποβεί μοιραίος για την ορθότητα της λήψης των αποφάσεων. Και τέλος, έχουμε τα ήθη και ιδεολογία. Καθίσταται σαφές ότι, ορισμένες αποφάσεις γίνονται εν μέρει αποδεκτές κι εν μέρει απορρίπτονται από κάθε πολιτισμικό και ιδεολογικό ιδίωμα. Η ηθική κρίνεται τελείως διαφορετική σε περίοδο ειρήνης και σε περίοδο πολέμου και διαφορετική για τους νικητές και τους ηττημένους.

Όπως παρατηρήσατε, η σύγχρονη επιστήμη των Διεθνών Σχέσεων διαθέτει ένα ευρύ βεληνεκούς οπλοστάσιο από πάγιες επιστημονικές μεθόδους μελέτης κι αντιμετώπισης μίας κρίσης σε εγχώριο επίπεδο και μία αρχιτεκτονική οικοδόμησης μέτρων και θεμελίωσης εκείνων, όπου θα μας επιτρέψουν να το επιτύχουμε – και σε υψηλό βαθμό μάλιστα. Αλλά το ζήτημα δεν τοποθετείται επακριβώς στην επιλογή κι αξιολόγηση των συγκεκριμένων εκείνων εργαλείων και πρακτικών marketing που θα εφαρμοσθούν για εξεύρεση επιθυμητής λύσης για αυτά τα θλιβερά συμβάντα σε πρώτο πλάνο. Έγκειται – πρωτίστως – στην επιθυμία του ανώτερου άρχοντα στο αξίωμα, μαζί και των συμβούλων του, στο να αποφασίσουν να πάρουν το ρίσκο, την ριψοκίνδυνη εκείνη επιτελική απόφαση που θα σταθεί αρωγός στην επίτευξη του πολυπόθητου αποτελέσματος: εκείνου της κάθαρσης από διάφορα παραβατικά στοιχεία και πρακτικών ολοκληρωτισμού, της άρτιας λειτουργίας του πανεπιστημιακού ιδρύματος και των θεσμικών οργάνων που το διέπουν, την αποκατάσταση του χαμένου κύρους τους, την ανάκτηση του στοιχείου του ευγενούς ανταγωνισμού σε γνώση κι επιστημονικότητα με τα ακαδημαϊκά ιδρύματα υπόλοιπων χωρών, όπως και στην προοπτική να αναπτύξουν υγιείς γέφυρες εμπιστοσύνης και συνεργασίας μεταξύ τους.

Η ελληνική παιδεία και γνώση, ιδιαίτερα μέσω του ακαδημαϊκού πνεύματος, συνιστούν το «άλφα και το ωμέγα» για την ανάπτυξη και διατήρηση του ελληνικού πολιτισμού, της ελληνικής ταυτότητας και τη διαιώνισή αυτών ανά τους αιώνες. Η γνώση – και δη η ακαδημαϊκή – βοηθάει να ανοικτούν νέοι ορίζοντες στην αναζήτηση του ανθρώπου προς επίτευξη του ορθού και κοινού καλού στο και στέκεται αρωγός στην κατάκτηση της νοητικής και ψυχικής ευδαιμονίας. Επιτρέπει στον άνθρωπο να αναγεννηθεί μέσα από τις στάχτες του μονόπλευρου εγωισμού και της λήθης και να αποκτήσει μία ευρύτερη, πιο αντικειμενική, ταυτόχρονα αντίληψη του κόσμου που τον περιβάλλει. Έτσι μόνο θα συνειδητοποιήσει – με γνώμονα την αριστεία – την αλήθεια που κρύβεται πίσω από κάθε λογής σύμπτωμα ή πρόβλημα που επιδέχεται μία καινοτόμα λύση. Κι εκείνο έρχεται σε πλήρη αντίθεση με δυνάμεις του αριστερόστροφου ολοκληρωτισμού, οι οποίες επιθυμούν να καταλύσουν κάθε έννοια δημοκρατίας κι ομαλής διεξαγωγής ακαδημαϊκών προγραμμάτων που άπτονται της θεσμικής λειτουργίας του Πανεπιστημίου, ως κοιτίδας γνώσης και πολιτισμού, με το να προσπαθούν να κηλιδώσουν τη φήμη αυτού, δημιουργώντας εστίες προπαγανδισμού στην ελληνική κοινωνία και τον υπόλοιπο κόσμο.

Οφείλουμε να αναφέρουμε ότι, σε μία σύγχρονη κοινωνία, όπου οι αντιφάσεις της ιδεολογικής προσέγγισης ορισμένων καταστάσεων, διεπόμενης από ιδεοληπτικής υφής στοιχεία με εκείνη της πραγματικότητας που επιζητεί εξηγήσεις αλήθειας, χωρίζονται από μία βαθειά αβυσσική εννοιολογική τάφρο. Εκεί λοιπόν, πραγματοποιούν την είσοδό τους μηχανισμοί που θα μας βοηθήσουν να αντιληφθούμε ορισμένα ζητήματα με πιο αντιληπτική ματιά και θα μας δώσουν τη δυνατότητα να ανταπεξέλθουμε με υψηλό ποσοστό επιτυχίας στην εύρεση λύσης αποδοτικής για το κοινωνικό σύνολο, την πολιτική και ακαδημαϊκή ηγεσία, ώστε να αποκατασταθεί η ομαλότητα στο χώρο της τριτοβάθμιας παιδείας. Οι δύο πανεπιστημιακοί καθηγητές δεν καθίσταται δυνατό να φέρουν την «άνοιξη», διότι δεν έχουν – από μόνοι τους – την ικανότητα να ανταπεξέλθουν στις διογκώμενες προκλήσεις που θέτουν οι άξονες του αριστερόστροφου φασισμού που λυμαίνουν με τις ιδεοληπτικές ακαθαρσίες τους πανεπιστημιακούς χώρους και την ανώτατη παιδεία. Οι αποσυνάγωγες και μικρόνοες πρακτικές εκείνων των κύκλων υπερισχύουν ποσοτικά της θέλησης αυτών των καθηγητών στο να επιτύχουν τη χρυσή τομή μεταξύ φοιτητών – καθηγητών – πολιτική ηγεσίας – θεσμικών οργάνων, αλλά όχι όμως και ποιοτικά! Και το κλειδί του τελευταίου βρίσκεται στο γεγονός ότι, η ενδελεχής συνεργασία μεταξύ πολιτών, κρατικών θεσμικών φορέων (δικαστές, αστυνομία), πολιτικής και πανεπιστημιακής ηγεσίας, νουνεχών φοιτητών θα σταθεί κινητήριος δύναμη στο να συνδράμουν στον μετριασμό του αποτροπιαστικού φαινομένου βίας και βανδαλισμών στα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης της χώρας και να επιτελέσουν τα πρώτα σκιρτήματα αποφασιστικότητας ως προς την παραδειγματική τιμωρία αυτού του φαινομένου και των ηθικών αυτουργών του. Με αυτό τον τρόπο, συγκροτούν ένα πολυπληθές σμήνος από πολλά χελιδόνια που θα σταθούν ικανά να σηματοδοτήσουν τον ερχομό της άνοιξης της γνώσης, του πνεύματος, της ορθής σκέψης, με μόνο μέλημα, να αυξήσουν την επικράτεια της παιδείας και να αναπτύξουν δεσμούς επικοινωνίας κι αλληλεγγύης με λοιπά ακαδημαϊκά ιδρύματα, ερευνητικά ινστιτούτα, επιχειρηματικούς κλάδους και την ίδια την κοινωνία.

Συνελόντι ειπείν: ο συνδυασμός άρτιων επιστημονικών εργαλείων και πολιτικής βούλησης για το πρόβλημα της βίας και βανδαλισμών στα ελληνικά ακαδημαϊκά ιδρύματα συγκροτούν την επιτομή της ορθής κι εμπεριστατωμένης αντιμετώπισης εκείνων των θλιβερών συμβάντων και συνδράμουν στην εκπόρευση κατάκτησης της ομαλότητας στο χώρο της παιδείας.
 

Σχόλια Αναγνωστών

0 Προσθήκη σχολίου

Δεν υπάρχουν ακόμα σχόλια για αυτό το άρθρο.

ΠΡΟΣΘΕΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ!
Απάντηση σε x
* Υποχρεωτικά πεδία* Το vimaonline σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά και άσχετα με το περιοχόμενο του άρθρου σχόλια. Είναι αυτονόητο πως η ομάδα διαχείρισης φέρει ευθύνη μόνο για τα επώνυμα άρθρα των συντακτών και των συνεργατών της.

Σας ευχαριστούμε για την συμμετοχή σας.