ΑΡΘΡΑ

Σταμάτης - Στυλιανός Βλάχος

MSc. Περιβαλλοντολόγος, διαχείριση ενέργειας & περιβάλλοντος, μέλος Οικολογικής Συνεργασίας Δήμου Παλαιού Φαλήρου ECO+  

Η ανιερότητα της προδοσίας

1 28 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2019, 13:15

«Γίνεται κουβέντα για ανθρώπους που προδίνουν την πατρίδα τους, τους φίλους τους, την αγαπημένη τους. Πρέπει καταρχήν να υπάρχει μία ηθική δέσμευση. Το μόνο που μπορεί να προδώσει ένας άνθρωπος είναι η συνείδησή του.»

Joseph Conrad, 1857 – 1924, Βρετανοπολωνός συγγραφέας


Στη μακραίωνη πορεία που διανύουν οι πολιτισμοί μέσω της Ιστορίας, κάλλιστα θα αντιληφθούμε αρκετά γεγονότα, τα οποία στάθηκαν η αιτία στο να πυροδοτήσουν άλλοτε διαμάχες κι εχθροπολεμικές συγκρούσεις μεταξύ κρατών – πόλεων και μεγάλων αυτοκρατοριών με τους γύρω λαούς, άλλοτε εμφυλιοπολεμικούς αναβρασμούς εσωτερικά των μεγάλων αυτών πόλεων κι άλλοτε την βίαιη κατάλυσή τους. Η ιστορία και δη η ανθρώπινη, μέσα από το πέρασμα και τη διαχρονική διαδρομή μεγάλων και σπουδαίων συμβάντων, έχει να περάσει πολλά και ποικίλα νοήματα σχετικά με τον συμπεριφορισμό της ανθρώπινης φύσης και την έμφυτη αντίληψη για το τι είναι δίκαιο και τι άδικο, τι είναι σωστό και τι λάθος. Οι ενέργειες που επιτέλεσαν ορισμένοι παράγοντες και πρόσωπα στην εξέλιξη σημαντικών συμβάντων και τον ρου της Ιστορίας, είναι άξιο συζήτησης, σκέψης και εμπεριστατωμένης μελέτης. Εξέχοντες προσωπικότητες διαδραμάτισαν σπουδαίο και καταλυτικό ρόλο στην ακεραιότητα της αλληλοδιαδοχής ιστορικών γεγονότων, ενώ ορισμένες άλλες, βεβήλωσαν με την ιταμή στάση και συμπεριφορά τους την ακεραιότητα κι εθνική υπόσταση των χωρών τους.

Όντας απλά ένας θεατής της συγκεκριμένης σοβαρής κατάστασης που έχει να κάμει με το Μακεδονικό Ζήτημα αυτό το διάστημα, δεν έχω παρά να προσθέσω την ταπεινή μου άποψη κι απορία γύρω από αυτό τεράστιο κεφάλαιο που επί 27 ολόκληρα χρόνια ταλαιπωρεί δύο λαούς και δη τον ελληνικό. Εντύπωση μου προξένησε το ευχάριστο κι εύμορφο κλίμα που υπήρχε στην υπογραφή της πολύκροτης συμφωνίας στις Πρέσπες. Μέσα σε κλίμα εμφανούς ιλαρότητας, η ευχαρίστηση και η χαρά που αντικατοπτρίζονταν στα πρόσωπα των ευρισκομένων για την επιτυχημένη διεξαγωγή της, καθώς η υπέρμετρη αγαλλίαση που ένιωθαν για την εκπλήρωσή της, ο ελληνικός λαός στην πλειονότητά του βρισκόταν σε αναβρασμό. Μέσα σε ένα κλίμα οργής, αγανάκτησης, αποτροπιασμού κι οδύνης για το ξεπούλημα της ελληνικότητας της Μακεδονίας μας. Κι εδώ βρίσκεται το αντιφατικό σημείο ή καλύτερα να ξεστομίσω, η τραγική ειρωνεία. Ένας λαός, ο ελληνικός, του οποίου το όνομα, η αξιοπρέπεια και η υπόληψη είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με την πορεία του Ελληνισμού ανά τους αιώνες, μέσα από τα φωτεινά κεφάλαια της ανθρώπινης Ιστορίας να εξαπατάται με οικτρό κι επαίσχυντο τρόπο, παραδίδοντας στην άλλη πλευρά το ιερό όνομα μίας ιστορικής περιοχής. Με μία λέξη θα μπορούσα να χαρακτηρίσω την συγκεκριμένη αυτή πράξη ανείπωτου ευτελισμού κι εθνικού ξεπεσμού για το τι «μέλλει γενέσθαι» από εδώ και πέρα: Προδοσία!

Οι Έλληνες, οι κάτοικοι αυτού του τόπου, ένιωσαν το συναίσθημα της προδοσίας μέσα στο μεδούλι τους με την υπογραφή αυτής της ανίερης κι επαίσχυντης Συμφωνίας. Μίας Συμφωνίας, όπου με απλόχερο τρόπο, δίχως κοινό εθνικό αίσθημα, στρατηγική, πολιτική ετοιμότητα και μαχημότητα, παραδώσαμε – με τον πιο ιταμό τρόπο – το όνομα της ιερής αυτής περιοχής σε μία χώρα που πάντοτε φιλοδοξούσε να αποκτήσει με πλάγιες πολιτικές και μέσα για να δείξει με αυτό τον τρόπο μία πλασματική εθνική ταυτότητα και να γίνει το «νόθο παιδί» της πατρίδας του Μεγάλου Αλεξάνδρου και του Φιλίππου ΄Β. Σαν να μην έφθανε αυτό, οι σύγχρονες μεγάλες δυνάμεις, επικροτούν αυτή την κατάπτυστη Συμφωνία και συνδράμουν – με τον τρόπο τους – στην οριστική διεκπεραίωσή της. Η προδοσία έγινε ακόμη πιο βορβορώδης, όταν η πλειοψηφία των βουλευτών του Ελληνικού Κοινοβουλίου, έδωσε ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβερνώσα παράταξη, ώστε να συνεχίσει – λίγες μέρες μετά – την επικύρωση της ξεδιάντροπης κι ατιμωτικής Συμφωνίας, επιζήμια για τα εθνικά συμφέροντα της πατρίδας μας και να δώσει έτσι ένα μεγάλο και πάγιο προβάδισμα στην άλλη πλευρά, εκείνης της FYROM. Με λίγα λόγια, ο Πρωθυπουργός και η Εκτελεστική Εξουσία που εκείνος εκπροσωπεί, πρόδωσε την εμπιστοσύνη και την ακεραιότητα της εθνική μας ταυτότητα κι αξιοπρέπειας με το να υπογράψει περίχαρος – χωρίς να ρωτήσει τον ελληνικό λαό και να σκεφθεί το μέγεθος από το αρνητικό αντίκτυπο της στάσης του – εκείνη την Συμφωνία και μέσα σε κλίμα πρωτοφανούς ιλαρότητας να αισθάνεται ότι έχει καταφέρει να επιλύσει ένα ζήτημα, το οποίο έχει εθνικά, πολιτικά και διαχρονικά κουράσει και τις δύο μεριές.

Προδότες, υπήρχαν αρκετοί στην πάροδο των αιώνων, οι οποίοι προσέθεσαν το λιθαράκι τους στην αποδιοργάνωση του ελληνικού κράτους και τον αποπροσανατολισμό της ελεύθερης κοινής γνώμης, σπέρνοντας έριδες κι εθνική διχόνοια. Από την κλασσική Ελλάδα και τον προδοτικό ρόλο που διαδραμάτισε ο Εφιάλτης στην έκβαση της μάχης των Θερμοπυλών μεταξύ Ελλήνων και Περσών μέχρι και τον Αθηναίο στρατηγό Φρύνιχο, εχθρό και ιδεολογικό αντίπαλο του Σπαρτιάτη στρατηγού Αλκιβιάδη όπου το πάθος του τον παρέσυρε στο σημείο να ανακοινώσει κρυφά στον Σπαρτιάτη ναύαρχο Αστύοχο ότι είναι πρόθυμος ακόμα και να παραδώσει τον αθηναϊκό στόλο στους Πέρσες αν εκείνες τις ώρες ξεκίναγε ναυμαχία. Κι ο λόγος ήταν για ένα γινάτι! Επέμενε στο να αρνηθούν την πρόταση του Αλκιβιάδη για μεταβολή του πολιτεύματος της Αθήνας, όπου στο τέλος υπερίσχυσε η ενάντια άποψη, διότι έβρισκαν την πρόταση του (Αλκιβιάδη) πολύ καλλίτερη, φρονώντας ότι με την αλλαγή αυτή θα διορθώνονταν τα πράγματα και θα σταματούσαν οι μεταξύ Ελλήνων (Χωρών) συμπλοκές που κύρια ευθύνη έφερε πάντα η άπληστη Αθηναϊκή Δημοκρατία. Κι από τον Σπαρτιάτη βασιλιά Δημάρατο, που παρόλο την επιβλητική όψη, την άτεγκτη στρατιωτική του ρώμη και παιδεία, αποδεικνύεται ένας ποταπός προδοτίσκος που θα εργαζόταν ως μυστικός σύμβουλος ασφαλείας της Περσικής Αυλής, καταδιωκόμενος από τα προσωπικά του πάθη και τις απερίσκεπτες εμμονές του που τον ωθούσαν στην εναντίωση και υπόσκαψη της σοφής και (όπως αποδείχτηκε) εθνικώς αποτελεσματικής πολιτικής του συμβασιλέα Κλεομένη έναντι των Περσών, μέχρι και τα πρώτα χρόνια της Ελληνικής Επαναστάσεως, με τον Δ. Νενέκο. Εκείνος, όντας οπλαρχηγός του προκρίτου της Πάτρας Βενιζέλου Ρούφου, (αφού προηγουμένως δολοφόνησε τους συμπολεμιστές του που διεκδικούσαν το ίδιο αξίωμα), μετά την άλωση του Μεσολογγίου, συνεργάστηκε με τον αλβανικής καταγωγής Αιγύπτιο Στρατηγό Ιμπραήμ, ο οποίος του προσέφερε αρκετά προνόμια. Δελεάστηκε, υποσχέθηκε υποταγή κι εν συνεχεία, ο ίδιος, επικεφαλής των αποκαλούμενων «Τουρκοπροσκυνημένων», πολέμησε εναντίον των Ελλήνων, προξενώντας με την προδοτική του στάση, την οργή του Κολοκοτρώνη με το να αντιτείνει την ιστορική φράση: «φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους».

Εκείνο όμως που προκαλεί ιδιαίτερη αίσθηση είναι ότι δημιουργείται ένα διαχρονικό αντίβαρο, ένα «άκρον άωτον» στον διακαή – γενναίο και με υψηλό φρόνημα – αγώνα του Ελληνικού Γένους έναντι κακόβουλων εχθρών και συντεχνιών εκείνου, όπου επιθυμούν την υποδούλωσή και την ολοκληρωτική συντριβή σε όλα τα επίπεδα του ένδοξου και πολύπτυχου πολιτισμού του. Από την μία έχουμε τους ήρωες, τους απλούς πολίτες – κατοίκους που επιθυμούν την απελευθέρωση και την ακεραιότητα της πατρίδας τους από τον κάθε λογής ζυγό του ολοκληρωτισμού κι από την άλλη, τους αντιήρωες, που σκόπιμα, κάτω από την κυριαρχία των παθών και των εμμονών τους, θέλουν σκόπιμα να καταστρατηγήσουν την ιερότητα που κοσμούν οι νόμοι – γραπτοί κι άγραφοι – και να υποτάξουν κάθε σπίθα εθνικού φρονήματος και πνευματικής ελευθερίας, με μόνο μέλημα την ισοπέδωση της εθνικής συνείδησης και την εξύψωση του «εγώ» τους. Κι αυτό, με ένα αρκετά μηχανορραφημένο και με επιδέξιο τρόπο το πετυχαίνει η πράξη της προδοσίας που ασκείται σε βάρος του ίδιου του κράτους, των πολιτειακών θεσμών που διέπουν εκείνο, των ελεύθερων πολιτών, της ομαλότητας κι αρμονίας μίας Πολιτείας.

Η ανίερη κι αποκρουστική πράξη της προδοσίας θεωρούνταν στην Αρχαία Ελλάδα ως: «το πιο βαρύ έγκλημα». Ο προδότης μίας Πόλης – Κράτους στην αρχαιότητα λογιζόταν εκείνος, ο οποίος κατέδιδε διαβαθμισμένες / εμπιστευτικές κι ευαίσθητες πληροφορίες που η Πολιτεία και οι θεσμοί της του είχαν εμπιστευτεί – καθώς τον θεωρούσε σπλάχνο της και αίμα από το αίμα της – σε ξένους, σε αλλότριους και σε επιβουλευτές της Πατρίδος του, για να πάρει προσωπική εκδίκηση σε ένα ζήτημα που δεν συμφωνούσε μαζί της. Ζητούσε απεγνωσμένα να γευτεί την αναγνώριση ακόμα και από τους βαρβάρους (τους ξένους λαούς). Τυφλωμένος συνήθως από μίσος, φθόνο και στενοκεφαλιά για τους συμπολίτες – αδελφούς του, προβαίνει σε ειδεχθείς πράξεις που βλάπτουν τα συμφέροντα της πατρίδας του και της εθνικής υπόστασης που εκείνη αντικατοπτρίζει στις υπόλοιπες χώρες, με αποτέλεσμα να παρασύρεται σε ατραπούς παραπλάνησης και καταστροφής – τόσο για την ασφάλεια της Πολιτείας καθεαυτής, όσο και της δικής του τιμής και υπόληψης.

Η αρχαία ελληνική κοινωνία και οι νόμοι της ήταν αμείλικτοι στο φαινόμενο της προδοσίας. Με την πράξη της προδοσίας στην αρχαία Ελλάδα προσβαλλόταν, ανίερα κι ανεπανόρθωτα, η βαθύτατη ηθική αντίληψη για την πολιτειακή ευδαιμονία και της σταθερότητας των θεσμών. Ακόμα κι αν δεν είχε έμπρακτα αποτελέσματα η προδοσία. Έφτανε η πρόθεση, η απλή διάθεση. Έτσι, ο προδότης δεν είχε θέση ούτε στη ζωή, αλλά ούτε και στο θάνατο. Δεν τον θεωρούσαν ούτε και τυπικά ούτε «κατ’ ανοχήν» άνθρωπο, παρά κάτι σαν απαίσια τερατικό για την ιερή παράδοση κι αφάνταστα επικίνδυνο για τις ομαλές σχέσεις της Κράτους με τους θεσμούς και τους κατοίκους του. Κι έπρεπε, φυσικά, όχι μόνο να χαθεί, άλλα και η εφιαλτική μνήμη του να γίνεται πάντα αντικείμενο «μαύρης κατάρας» εκεί στην ξεχασιά της λήθης. Έπρεπε, με το «κατακουρέλιασμα της «βρωμερής» υπόστασης του», να θεωρηθεί τρανταχτό «παράδειγμα προς αποφυγήν». Θεωρούνταν ένα «άχθος αρούρης» (ομηρική έκφραση – βάρος της γης, άχρηστος άνθρωπος), μία μιασμένη ύπαρξη χωρίς ηθικές αναστολές, ένα κοινωνικό απόβρασμα, που, καίτοι γεννήθηκε άνθρωπος, απέγινε υπάνθρωπος. Επιπλέον, θεωρούταν αδιανόητο για έναν προδότη να φέρει όπλα κι ως ύψιστη ατίμωση η Πολιτεία είχε κάθε δικαίωμα να του τα αφαιρέσει για να τα διαθέσει σε Οπλίτες που πολεμούσαν στην πρώτη γραμμή.

Μάλιστα, με βάση το έντονο και γαλουχημένο εκ προγόνων πολιτειακό αίσθημα των Αρχαίων Ελλήνων, οι προδότες, μετά την ατιμωτική εκτέλεση τους, δεν επιτρεπόταν να λάβουν το ιερό μυστήριο της ταφής, όπως αρμόζει σε πολίτη μίας χώρας. Μπορούμε να καταλάβουμε πόσο μεγάλο, ηχηρό και πόσο συντριπτικό λογιζόταν το μέγεθος της ποινής πού τους επιβαλλόταν, λόγω του ειδεχθούς εγκλήματος της προδοσίας με την αυστηρή απαγόρευση της ταφής εντός των ορίων του άστεως, διότι θεωρούσαν ότι μεταδίδονταν το ρυπαρό νόσημα της προδοσίας στον αιθέρα της πόλης. Μάλιστα, αν ήδη είχε πραγματοποιηθεί ταφή στον προδότη – εχθρό του Έθνους, ο τάφος ξηλωνόταν και τον εξοβέλιζαν μακριά, λογίζοντάς τον ως απόρριμμα ρημαδιασμένο. Στους Αθηναίους, ίσχυε ο νόμος, πού συχνά πραγματοποιούσαν αναφορά σε εκείνον για τους Προδότες, όπου απαγόρευε ρητά, μετά την καταδίκη τους, να ταφούν στην ιερή Αττική Γη. Το ίδιο, σύμφωνα μ’ αυτόν τον νόμο, ίσχυε για τους κλέφτες, τους εγκληματίες, τους αυτόχειρες τους ιερόσυλους κι όσους πάθαιναν ηλεκτροπληξία (οι τελευταίοι, θεωρούνταν τιμωρημένοι από τους θεούς τους ίδιους) (Πηγή: «Ξενοφ., Ελληνικά» 1, 7, 22).

Την ίδια ακριβώς τιμωρία από το κράτος και τους πολιτειακούς θεσμούς είχαν και οι υπερασπιστές – «συμπράκτες» των προδοτών, που εσκαμμένα ή μη, ήθελαν να τους γλιτώσουν ή και να επωφεληθούν οι ίδιοι από τις επικείμενες πράξεις των. Σύμφωνα με τη διήγηση του ξακουστού νομοθέτη στην Αρχαία Σπάρτη Λυκούργου, αναφέρει ότι κι εκείνοι, πού υπερασπίστηκαν τον προδότη και φίλο των Σπαρτιατών ολιγαρχικό Φρύνιχο, κηρύχτηκαν ένοχοι, θανατώθηκαν και τα οστά τους – όπως και του Φρύνιχου – πετάχτηκαν έξω από την πόλη της Αττικής, ενώ εκείνοι, πού σκότωσαν τον προδότη, αθωώθηκαν και κρίθηκε πώς άδικα φυλακίστηκαν. Με αφορμή τη σκληρότατη τιμωρία του Φρυνίχου, έγινε ψήφισμα (Πηγή: Λυκούργος, 112, 115), στο οποίο καταδικάζονταν, προκαταβολικά, οι υπερασπιστές των προδοτών, κι αν ακόμα, οι προδότες εκτελέστηκαν, κι αν τα πτώματα τους πετάχτηκαν μακριά από την πολιτεία, κι αν τέλος, πέρασε καιρός πολύς από την προδοσία τους. Έτσι, οι υπερασπιστές των προδοτών εξισώθηκαν με τους προδότες, αφού δεν δίστασαν να δικαιολογήσουν, βρίσκοντας αβάσιμα ελαφρυντικά ή προσπαθώντας να αμφισβητήσουν την πράξη τους (των προδοτών), ασεβώντας με αυτό τον τρόπο στα ιερά κι όσια της πολιτείας. Τους θεωρούσαν επικίνδυνους και βλαβερούς για το κοινό συμφέρον και συνεπώς για την πολιτειακή ομαλότητα, αφού θέλησαν να μειώσουν και να αλλοιώσουν την καταστρεπτική σημασία της προδοσίας για μία πόλη – κράτος και τους κατοίκους εκείνης.

Επιπρόσθετα, οι ρήτορες δεν έπαυαν να θυμίζουν, εκείνη την εποχή, στο σώμα των δικαστών τον ιερό όρκο που είχαν δώσει και να τους διδάσκουν, πώς από την αυστηρή κι επιμελή εκπλήρωση του καθήκοντος εξαρτάται κι η δική τους εσωτερική ευδαιμονία κι εθνική αγαλλίαση. Ο ρήτορας Αισχίνης υποστηρίζει πώς, ο επίορκος δικαστής αυτοαναιρεί τη δικαιοσύνη πού υπηρετεί και δίνει την ψήφο του σε άλλον. Η άδικη αθώωση ή η δικαστική επιείκεια χαρακτηρίζονται από τον Αττικό ρήτορα Δείναρχο ως περιφρόνηση και καταστρατήγηση των θείων νόμων. Ο Λυκούργος θεωρούσε ότι, ο δικαστής, αν και ψηφίζει μυστικά, ωστόσο ενεργεί ολοφάνερα μπροστά στους θεούς, τονίζοντας έτσι το θείο έργο που καλείται να πραγματοποιήσει. Για αυτό η δίκαιη κι αμερόληπτη ψήφος ονομάστηκε «ευσεβής», όχι μόνο από τον Δείναρχο και τον ξακουστό Δημοσθένη, μα κι από τον Ευριπίδη. Επιτελεί θείο έργο κι ελέγχεται από ανώτερες (θεϊκές) δυνάμεις για την καθολική αρτιότητα κι επίτευξη εκείνου. Η αττική δημοκρατία είχε λάβει αυστηρά μέτρα ενάντια στους δικαστές πού δωροδοκούνταν και ήσαν μεροληπτικοί επί του έργου τους. Ανάθεσε τη δικαστική εξουσία στην Ηλιαία, που αποτελούσε το κυριότερο δικαστήριο του αρχαίου αθηναϊκού κράτους και διέθετε στο σώμα της 6.000 δικαστές (Ηλιασταί) που προέρχονταν από τις 10 Φυλές της Αθήνας (κάθε Φυλή γινόταν δεκτή η συμμετοχή της με 600 μέλη) και με 1.000 που ήσαν αναπληρωματικοί. Έτσι λοιπόν απέφευγε, με κάθε τρόπο, να ορίζει δικαστές για κάθε δίκη και φρόντιζε να τους εκλέγει με κλήρο. Από τα παραπάνω, κάλλιστα παρατηρούμε ότι, οι αρχαίοι πρόγονοί μας είχαν διαμορφώσει με έναν άγραφό, αλλά ιερό νόμο

Τα τελευταία χρόνια η εθνική συνείδηση και φρόνημα των κατοίκων αυτού του τόπου, ο οποίος γέννησε και θεμελίωσε τον αρχαίο και μετέπειτα ελληνικό πολιτισμό και το πολίτευμα της Δημοκρατίας, πλήττονται θανάσιμα από σύγχρονους «αποστόλους» του εθνομηδενισμού. Οι συγκεκριμένοι, υπό τον μανδύα του «δήθεν» προοδευτισμού, αδυνατούν να καταλάβουν τα αγνά συναισθήματα ενός κατοίκου – πολίτη αυτής της χώρας για τον τόπο του και την σπουδαιότητα που αναβλύζουν διάφορα ιστορικά τεκμήρια για την ακεραιότητα και την παγκόσμια ακτινοβολία του Ελληνικού Πολιτισμού στις υπόλοιπες χώρες της υφηλίου. Δεν καθίστανται ικανοί να αναγνωρίσουν ότι εκείνο που συνδέει τον Έλληνα συμπολίτη τους αποτελεί η αγάπη και ο σεβασμός που προτάσσουν για την μητέρα πατρίδα, για τους συμπατριώτες τους, το φυσικό της περιβάλλον και για την πλούσια ιστορία της. Δεν τολμούν να νοήσουν ότι η εκδήλωση εκείνου του συναισθήματος – της ανιδιοτελούς αγάπης για την πατρίδα – πηγάζει αυτάρεσκα μέσα από τα ίδια τους τα κύτταρα που σφυρηλατήθηκαν πάνω στο αμόνι μίας ελεύθερης κι αρτιμελούς εθνικής συνείδησης και πνευματικότητας. Αντίθετα, θα προσπαθήσουν να ποδηγετήσουν τις αλτρουιστικές ιδέες του και να επιχειρήσουν να συντάξουν ένα κατηγορητήριο βορβορώδους οχετού, που μόνο σκοπό έχει την διάδοση ψευδών ειδήσεων και γεγονότων. Επιθυμούν να πλήξουν το άρτιο και συμπαγές ηθικό του και να αλλοιώσουν την εθνική του ταυτότητα. Όμως, δεν είναι έτσι αυτά τα πράγματα! Ή, τουλάχιστον με τον τρόπο που εκείνοι τα εργαλειοποιούν κι ασκούν τη δική τους διαστρεβλωμένη διαχείριση με άφθονο το στοιχείο του προπαγανδισμού και της συκοφαντίας σε εκείνη.

Αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα του πολίτη αυτού του τόπου να συμμετέχει στα δρώμενα που αφορούν τα κοινά της χώρας, να ενημερώνεται για τις εξελίξεις, να παίρνει θέση και να εκφέρει άποψη για εκείνα. Αποτελεί, ναι μεν δικαίωμα, αλλά και ιερή του υποχρέωση και δεν έχει την δυνατότητα κάποιος να του το στερήσει! Εξάλλου, το αναφέρει ρητά και το Σύνταγμα της Ελλάδος στο Άρθρο 5, στην παράγραφο 1 που με αποσαφηνισμένο τρόπο λέει: «Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη». Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη παράγραφο του Άρθρου 5, προστατεύεται η προσωπικότητα και η πνευματική υπόσταση του κάθε ανθρώπου και μάλιστα η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, που αποτελεί το μητρικό δικαίωμα όλων των μερικότερων ελευθεριών. Όλα τα είδη των ατομικών ελευθεριών περιέχονται στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, την οποία και εξειδικεύουν. Πάντως, στη συγκεκριμένη θεμελιώδη διάταξη υπάρχουν τρεις βασικές ελευθερίες, τρία ειδικότερα βασικά δικαιώματα συμμετοχής στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας. Η διάταξη αυτή παρέχει το κριτήριο για διάκριση των δικαιωμάτων σε κοινωνικά, οικονομικά και πολιτικά και το κάθε ένα από αυτά τα δικαιώματα συνιστά επιπρόσθετα μητρικά δικαιώματα των δικαιωμάτων που αναπτύσσονται στους αντίστοιχους χώρους, όπως εκείνοι αφορούν τον κοινωνικό, τον οικονομικό και τον πολιτικό περιβάλλον.

Η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας ενσωματώνει μία ειδικότερη μορφή ελευθερίας, η οποία ως δικαίωμα αποτελεί εξειδίκευση της ανθρώπινης αξίας και υπόστασης, του πρωταρχικού και θεμελιώδους δικαιώματος, της καταστατικής αρχής του δικαιικού μας συστήματος και της απόλυτης και απαραβίαστης αρχής. Το δικαίωμα στην ελεύθερη ανάπτυξη στην προσωπικότητα και την έκφρασή της, αποτελεί δικαίωμα, το οποίο εφαρμόζεται σε όλους τους τύπους των ανθρώπινων εκδηλώσεων, έχει καθολικό χαρακτήρα κι ως φορείς εμπεριέχει όλα τα άτομα. Εξάλλου, αυτό μπορεί να διαπιστωθεί και απ’ την ίδια τη διατύπωση του Συντάγματος, δηλαδή συμμετοχή στην οικονομική, κοινωνική και πολιτική ζωή. Αυτοί οι τρεις τομείς καλύπτουν ολόκληρο το φάσμα της ανθρώπινης δραστηριότητας και μάλιστα στη διάταξη του Συντάγματος προβλέπεται ότι η συμμετοχή αυτή είναι ελεύθερη, δηλαδή το κάθε άτομο έχει την δυνατότητα να επιλέξει αν θα συμμετέχει ή όχι και επιπρόσθετα και τον βαθμό που αυτό θα συμμετέχει. Αποτελεί αναγκαία ευθύνη η έκφραση άποψης και λόγου για τα πολιτικά δρώμενα μίας χώρας, καθώς και την πολιτική που χαράζει εκείνη στο διεθνές στερέωμα επειδή, όπως είχε αναφέρει κι ο Αρχαίος φιλόσοφος Πλάτων: «όσοι αδιαφορούν για τα κοινά είναι καταδικασμένοι να εξουσιάζονται πάντα από ανθρώπους πολύ κατώτερούς τους». Επομένως: «κάθε Λαός είναι άξιος των ανθρώπων που τον κυβερνούν», όπως επιπλέον επισήμανε.

Η βάση, πάνω στην οποία οργανώνεται και δομείται ένα κράτος, μία κοινωνία πολιτών, λογίζεται ως το κοινό αίσθημα των κατοίκων αυτής για προστασία κι ενδελεχή περιφρούρηση των δημοκρατικών αξιών, ιδεών και ιδανικών που διέπουν μία άρτια Πολιτεία. Αυτή η θεμελιώδης βάση είναι ο πατριωτισμός. Η αναγνώριση δηλαδή της κρατικής οντότητας ως δικής μας χώρας, ως δικό μας Κράτος – Πολιτεία, με ισχυρό αίσθημα ευθύνης και φρονήματος. Η έννοια του πατριωτισμού δημιουργεί εκείνες τις προϋποθέσεις, εκείνη τη συλλογική αναγνώριση, εκείνο το σεβασμό και τη προστασία για τα ιερά, την ιστορία, τη παράδοση και τον πολιτισμό, για τα οποία οι πρόγονοι μας έδωσαν τη ζωή τους, ώστε να είμαστε σε θέση εμείς, οι απόγονοί τους να καρπωνόμαστε το ένδοξο παρελθόν που στάθηκε ουραγός για την εθνική αναγέννηση αυτού εδώ του τόπου. Θυσίασαν κι απέταξαν το εγώ τους, προέβαλαν τα αγνά πατριωτικά τους αισθήματα και με περίσσεια ανδρεία, τόλμη, γενναιότητα και συνέπεια των πράξεών τους ξεχύθηκαν ωσάν το γάργαρο γαλάζιο χείμαρρο για να διεκδικήσουν το ύψιστο αγαθό, που είναι η ελευθερία. Η ελευθερία για τη ζωή κι για εκείνα τα ιδανικά αγαθά που θα ικανοποιήσουν την αρμονική συνύπαρξη των κατοίκων της ελληνικής γης και θα επιφέρουν την ηθική και πνευματική αναγέννηση για ένα καλύτερο αύριο.

Πιο αναλυτικά, σύμφωνα με το Λεξικό της κοινής νεοελληνικής του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών του Ιδρύματος «Μανώλη Τριανταφυλλίδη», ο πατριωτισμός λογίζεται ως η απόλυτη πίστη κι αφοσίωση κάποιου στα ιδεώδη του Έθνους στο οποίο είναι ενταγμένος, χωρίς καμία απολύτως διάθεση περιφρόνησης ή υποτίμησης των ιδεωδών, των αρχών, των ιδανικών, της ιστορίας και του πολιτισμού άλλους έθνους. Αποτελεί εκείνο τον εξιδανικευμένο συναισθηματικό δεσμό που αναπτύσσει το άτομο με ένα έθνος. Η προσκόλληση εκείνη που επιδεικνύει το άτομο για τα ιδεώδη και τα ιερά της πατρίδας του, μπορεί να εννοηθεί κι ως «εθνική υπερηφάνεια» ή κι «εθνικό συναίσθημα», δείχνοντας με αυτό τον τρόπο, τις διαφορετικές παραμέτρους και συνιστώσες, τα διαφορετικά χαρακτηριστικά που σχετίζονται με το έθνος, συμπεριλαμβανομένων των εθνικών, πολιτικών, πολιτιστικών ή ιστορικών πτυχών και που συνθέτουν την εθνική ολότητα που ονομάζεται Πατρίδα.

Η έννοια του πατριωτισμού - μπορούμε να κάνουμε λόγο - συνδέεται άρρηκτα με τον εθνισμό (κι όχι εθνικισμό). Αποτελεί εκείνη την ιδεολογική στάση που προωθεί την καλλιέργεια της εθνικής συνείδησης, χωρίς να δείχνει περιφρόνηση απέναντι στην ιστορία και την ταυτότητα άλλων εθνών - κρατών. Υποδηλώνει τον αγνό πατριωτισμό, την αγάπη για τη πατρίδα (φιλοπατρία, την αγάπη για τη γη του πατρός, τη πατρική γη), από το ανόθευτο πατριωτικό αίσθημα που εκπηγάζει, από τη συνείδηση ότι όλοι ανήκουμε σε κάποιο έθνος, σε μία συγκεκριμένη χωρική επικράτεια. Έτσι λοιπόν, κρίνεται αναγκαία κι επιτακτική η προάσπιση των συμφερόντων της χώρας, σε περιπτώσεις που υπονομεύουν και θίγουν τα κυριαρχικά δικαιώματα ενός λαού. Επιπρόσθετα, επιτακτική είναι η προάσπιση και η άρτια προώθηση των θέσεων μίας χώρας, ενός έθνους στη διεθνή σκακιέρα, με παράλληλη διαφύλαξη των στοιχείων εκείνων που θα συνθέτουν τη πολιτιστική ταυτότητα και κληρονομιά της. Τέλος, ο πολίτης που σέβεται τη πατρίδα του, με τη σειρά του, οφείλει να εργάζεται αδιάλειπτα για τη θεμελίωση και προαγωγή της έννομης τάξης, του συνολικού συμφέροντος και την εμπέδωση κι ενίσχυση του δημοκρατικού πολιτεύματος.

Μέσα από τον πατριωτισμό πηγάζει η εθνική συνείδηση, η επίγνωση των κοινών πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων ενός έθνους, που το διαφοροποιούν από τα υπόλοιπα κι έχει να κάμει με το ιστορικό παρελθόν και τη κοινή καταγωγή, με τις αξίες, τις παραδόσεις, τα έθιμα, τη θρησκεία, τη τέχνη, πάνω από όλα την γλώσσα. Όταν ο πολίτης αποκτήσει εθνική συνείδηση, δεν έγκειται στη σφαίρα ενδιαφέροντός του μονάχα το δικό του καλό, αλλά και το συμφέρον της ίδιας της πατρίδας, στην οποία διαβιεί κι αναπνέει. Έτσι, με την αφύπνιση της εθνικής συνείδησης καταλήγουμε στην εθνική αυτογνωσία. Που σημαίνει, την προσπάθεια ενός λαού (για παράδειγμα του ελληνικού) να γνωρίσει τους παράγοντες και τις συνιστώσες εκείνες που διαμόρφωσαν την εθνική του φυσιογνωμία, το εθνικό του προφίλ, ώστε να αναγνωρίζει τα εθνικά πολιτισμικά χαρακτηριστικά που του προσδίδουν ιδιοτυπία, μοναδικότητα, και το διαφοροποιούν από τα υπόλοιπα έθνη – κράτη.

Επιπλέον, για τους Γάλλους φιλοσόφους Marie-Jean-Antoine-Nicolas Caritat, Marquis de Condorcet (Μαρί Ζαν Αντουάν Νικολά ντε Καριτά, μαρκήσιος ντε Κοντορσέ, 1743 – 1794), Denis Diderot (1713 – 1784) και Jean-Jacques Rousseau (1712 – 1778), Έθνος λογίζεται ως μία ένωση ατόμων, τα οποία κυβερνώνται από τους ίδιους νόμους και αντιπροσωπεύονται από την ίδια νομοθετική συνέλευση. Με αυτό τον τρόπο, η ενότητα, η συνοχή και η ταυτότητα μίας εθνότητας πηγάζει από την πολιτική της οργάνωση, που δεν είναι άλλη από το Κράτος. Το κοινό και συλλογικό συμφέρον του λαού αποτελεί το λόγο ύπαρξης και υπεράσπισης του κράτους και αυτοί, οι οποίοι αποδέχονται την έννοια αυτή του δημοσίου συμφέροντος, σχηματίζουν μία κοινότητα, ένα Κράτος, ένα Έθνος. Για τον Γερμανό φιλόσοφο Johann Gottlieb Fichte (Γιόχαν Γκότλιμπ Φίχτε, 1762 – 1814) – όπως και των περισσοτέρων Γερμανών φιλοσόφων του 18ου αιώνα – η ύπαρξη ενός έθνους ως μίας κοινότητας δεν αποτελεί επιλογή των μελών του, αλλά αποτέλεσμα εκείνων των κοινών συνιστωσών, οι οποίες στάθηκαν ικανές στη διαμόρφωση της συνείδησής και συλλογικότητάς τους. Αυτές τις συνιστώσες τις απαρτίζουν η γλώσσα, τα ιδεώδη, η θρησκεία, τα δημογραφικά χαρακτηριστικά (πληθυσμός) και ο πολιτισμός.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον αποτελεί ο Γάλλος ιστορικός και φιλόσοφος, Joseph Ernest Renan (1823 – 1892) που προσέθεσε μία επιπλέον νότα στον όρο και τα χαρακτηριστικά του Έθνους. Το αίσθημα της κοινότητας. Αυτό, το οποίο διακρίνει και διαμορφώνει μία εθνότητα, είναι η κοινή ιστορική συνείδηση, οι θετικές και αρνητικές εμπειρίες κι αλληλεπιδράσεις, οι οποίες δημιουργούν μία κοινή παράδοση, κοινό προσανατολισμό, κοινή ταυτότητα και κοινά αισθήματα υπερηφάνειας ή λύπης. Τέλος, η κοινή επιθυμία των μελών – ατόμων της εθνότητας για τη διαφύλαξη και την αποκλειστική συνέχιση αυτής της κοινής παράδοσης και του αισθήματος της ενότητας, κρίνεται αναγκαία για την ύπαρξη. Ένα άλλο στοιχείο που διακρίνει ο J. E. Renan σε μία εθνότητα, είναι η σχέση της με μία εδαφική έκταση, με μία εθνική επικράτεια, με μία πατρίδα. Με αυτό το συλλογισμό, η πατρίδα αποτελεί το σημείο ταύτισης του Έθνους και Κράτους και είναι συνήθως το σημείο αναφοράς μίας εθνότητας, με την έννοια της σύνδεσης των εμπειριών που έχουν να κάμουν με σαφή ιστορικά γεγονότα κι αλήθειες με μία συγκεκριμένη γεωγραφική έκταση, τοποθεσία ή μέρος.

Επομένως, πρέπει να διευκρινισθεί ότι, Κράτος κι Έθνος αποτελούν δύο συγκεχυμένους και σχεδόν (όχι πάντοτε) ταυτόσημους όρους με εναλλακτική χρήση ο καθένας. Το Κράτος είναι μία πολιτική ενότητα με συγκεκριμένη εδαφική επικράτεια, με σαφή κι αναγνωρισμένα σύνορα, με πληθυσμό και πολιτική οργάνωση με ενιαίο Σύνταγμα. Το Έθνος, από την άλλη, αποτελεί μία ενότητα, μία συνοχή, η οποία απαρτίζεται από τη κοινή ιστορική συνείδηση κι ομοψυχία, με κοινές αξίες, εμπειρίες και ιδανικά, με δημογραφικά χαρακτηριστικά, γλώσσα, θρησκεία και πολιτισμό. Και τα δύο (Κράτος κι Έθνος) όμως συνθέτουν και γνωστοποιούν την ύπαρξη μίας πατρίδας, μίας εθνικής οντότητας που θα δημιουργήσει τα θεμέλια μίας πάγιας ιδεολογίας. Μίας ενιαίας μεθοδολογίας γαλούχησης εθνικών αρχών κι αξιών στους πολίτες, ώστε εκείνοι με τη σειρά τους να διαμορφώσουν μία ενιαία πολιτική και ρητορική, επισφραγίζοντας με αυτό τον τρόπο την υλική και την ιδεώδη υπόσταση της Χώρας. Επισφραγίζουν με αυτό το τρόπο την εθνική ακεραιότητα του χαρακτήρα της.

Αξίζει να αναφερθεί, ότι ο εθνισμός, (και κατ’επέκταση) η φιλοπατρία αποτελούν στις μέρες μας μία αναγκαία στάση και προτεραιότητα για τον ίδιο τον άνθρωπο. Αυτό γιατί, η πληθώρα των προβλημάτων που σχετίζονται με τις οικονομικές και κοινωνικοπολιτικές δομές και που πραγματοποιούν την εμφάνισή τους σε κάθε χώρα, λειτουργούν ανασχετικά προς τη πρόοδο και την ευημερία της, επιτρέποντας την να μένει στάσιμη κι ανοχύρωτη. Επιπλέον, μέσα στα πλαίσια μίας Ενωμένης Ευρώπης, χωρίς σύνορα και με ελλιπείς ελεγκτικούς μηχανισμούς, η εγρήγορση και η επαγρύπνηση των λαών αποκτά ιδιαίτερη σημασία – ιδίως των μικρότερων χωρών, όπως κάλλιστα αποτελεί η Ελλάδα – και η φιλοπατρία γίνεται ο οδηγός ακέραιης αντιμετώπισης οποιασδήποτε προσπάθειας αφανισμού κι αφομοίωσης της εθνικής ταυτότητας. Τέλος, οι αξίες του πνεύματος, των ιδανικών και του αισθήματος που περικλείονται μέσα στην έννοια του έθνους καταποντίζονται από τη σύγχρονο ορθοπολιτικό και μετά-μοντέρνο τρόπο ζωής, που απλώνουν τα πλοκάμια τους σε όλες τις πτυχές και επίπεδα του βίου των πολιτών. Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι η σμίκρυνση του πνεύματος, της εθνικής φυσιογνωμίας και υπόστασης κάθε λαού, των πολιτιστικών ανταλλαγών, η εξάλειψη του πνεύματος ενωτισμού και η παραποίηση του πραγματικού πνεύματος διεθνοποίησης κι αλληλεγγύης.

Με λίγα λόγια, αποτελεί αναπόσπαστο χρέος κι επιταγή η αγάπη προς τη πατρίδα. Ο ενεργός πολίτης, που θα σέβεται το Σύνταγμα, τα ιερά και ιδεώδη της πατρίδας, οφείλει να οξύνει την αντίληψή του για τη διαφύλαξη, τη προστασία και τη προώθηση εκείνων των συνθηκών που θα του επιτρέψουν να ανακτήσει τη χαρακωμένη αξιοπρέπεια και το σεβασμό του ίδιου του εαυτού του πρωτίστως και δευτερευόντως του έθνους – πατρίδας του. Η εθνική ενότητα, η εθνική ομοψυχία απαρτίζουν εκείνα τα συστατικά για τη διαμόρφωση της κοινής εθνικής ταυτότητας των Ελλήνων πολιτών αυτής της χώρας. Οι Έλληνες οφείλουν να αποτάξουν την εθνική διχόνοια και το μίσος, που μπορούν κάλλιστα να γίνουν η αιτία να αποπροσανατολισθούν σε επικίνδυνες κι ανίερες ατραπούς. Να πουν ναι στην εθνική ομόνοια και την εθνική συνείδηση κι αλληλεγγύη για ένα καλύτερο, για ένα ευήμερο μέλλον. Κι όχι στο σαράκι του εθνομηδενισμού που δύναται να ισοπεδώσει οτιδήποτε προκαλεί εθνική υπερηφάνεια και καταξίωση, καθώς και της υποταγής και καταδυνάστευσης των ελεύθερων συνειδήσεων στο τέρας που ανατρέφει ο εθνικισμός. Άλλωστε, για τούτο εδώ το τελευταίο, ο μεγάλος Γάλλος στρατηγός και πολιτικός Charles de Gaulle είχε αναφέρει ότι: «πατριωτισμός είναι όταν η αγάπη για τους δικούς σου ανθρώπους έρχεται πρώτη. Εθνικισμός είναι όταν το μίσος για τους άλλους έρχεται πρώτο».

Καθήκον του λοιπόν αποτελεί να διαφυλάξει, ως «κόρη οφθαλμού», την εθνική του ταυτότητα και υπόσταση, κόντρα στα τέρατα του διχασμού και του διεθνισμού, τα οποία επιθυμούν να τα υφαρπάξουν, να τα οικειοποιηθούν και να τα μετατρέψουν σε ένα αποκρουστικό και persona non grata μόρφωμα. Τάσσεται αναγκαίο, να κατορθώσει να μετατρέψει σε θεματοφύλακα ορθής γνώσης, αλήθειας και λογικής τον ακέραιο ιστορικό πλούτο που προσφέρει το μεγαλείο της Ελληνικής γλώσσης και να κατοχυρώσει τα πνευματικά της δικαιώματα από τυχόν άρπαγες και πλαστογράφους, όπως εκείνους της FYROM, που επιθυμούν να αποσπάσουν – έστω και ψήγματα – από την μεγαλοσύνη της και να μετριάσουν την αυθεντικότητά της. Η Ελληνική γλώσσα, περίτρανα αντικατοπτρίζει την συνέχεια της ταυτότητας του σύγχρονου ελληνισμού κι αποτελεί το κύτταρό εκείνης, όπως υποστήριζε ο διάσημος Έλληνας ιστορικός (που χαρακτηρίζεται ως ο «πατέρας» της Ελληνικής ιστοριογραφίας) Κ. Παπαρρηγόπουλος, ο οποίος συνέδεσε και παγίωσε ιστορικά την αρχαιότητα με την νεότερη Ελλάδα, μέσω του Βυζαντίου. Τις ίδιες απόψεις είχε υποστηρίξει νωρίτερα ο ιστορικός και φιλόλογος Σπυρίδων Ζαμπέλιος, ο οποίος μαζί με τον Παπαρρηγόπουλο αποτελούν τους πατέρες και «Διόσκουρους» της ελληνικής ιστοριογραφίας του 19ου αιώνα.

Για να ενστερνιστείτε ακόμη περισσότερο την σπουδαιότητά της, ο Γάλλος Καθηγητής του Πανεπιστημίου της Σορβόννης Κάρολος Φωριέλ αναφέρει: «η Ελληνική Γλώσσα έχει ομοιογένεια σαν την Γερμανική, είναι όμως πιο πλούσια από αυτήν. Έχει την σαφήνεια της Γαλλικής, έχει όμως μεγαλύτερη ακριβολογία. Είναι πιο ευλύγιστη από την Ιταλική και πολύ πιο αρμονική από την Ισπανική. Έχει δηλαδή ότι χρειάζεται για να θεωρηθεί η ωραιότερη γλώσσα της Ευρώπης». Ή, μήπως προτιμάτε εκείνο, το οποίο είχε επισημάνει ο επιφανέστερος λόγιος άνδρας της Αρχαίας Ρώμης – πολιτικός, ρήτορας και φιλόσοφος – Marcus Tullius Cicero: «εάν οι Θεοί μιλούν, τότε σίγουρα χρησιμοποιούν την γλώσσα των Ελλήνων». Θέλοντας να τονίσει ότι, η Ελληνική γλώσσα έχει τόση μεγάλη αξία κι απήχηση που συνδέεται με τη «μεγαλειότητα» των θεών, κι αυτό, ιδιαίτερα εκείνη την εποχή, όπου στην αρχαία Ρώμη οι θεοί δοξάζονταν από όλους τους ανθρώπους και υποτίθεται πως είχαν την ανώτατη δύναμη και μπορούσαν να ελέγξουν και να αλλάξουν τον κόσμο. Έτσι, με την συγκεκριμένη αλληγορική φράση, η Ελληνική γλώσσα συμβολίζει τη θεία δύναμη και την υπέρτατη αξία. Αποτελεί ένα πάγιο όπλο υπέρ της ιστορικής μνήμης και συνέχειας του ελληνικού κράτους – έθνους και στρέφεται ενάντια σε οτιδήποτε επιθυμεί να πλήξει τα εθνικά συμφέροντα και τους γηγενείς κατοίκους που διαβιούν στον ελλαδικό χώρο. Η Γλώσσα μας λογίζεται ως το πυρομαχικό που κάνει το όπλο αξιόμαχο και πανέτοιμο να μπει στον αγώνα της προστασίας και διαφύλαξης της εθνικής μας ταυτότητας.

Ο πολίτης μίας χώρας οφείλει να τρέφει φιλικά κι αγνά αισθήματα για τον τόπο και τους συμπολίτες του. Επειδή, μαζί με εκείνους θα δημιουργήσουν μία ομάδα, ένα ενιαίο σύνολο που θα άπτεται της πάγιας κι ομαλής λειτουργίας των δημοκρατικών θεσμών και – κατ’επέκταση – των μηχανισμών που διέπουν εκείνους, ώστε να θεμελιώσουν ένα οικοδόμημα που θα στηρίζεται σε ηθικές και πατριωτικές αξίες. Να μεριμνά για την ακεραιότητα της φρόνησης των συμπολιτών του και να επιτάσσει αξίες που θα συμπορεύονται με την εικόνα ενός υγιούς κράτους, που θα αποτελούν αρωγούς για την κοινωνία και να σηματοδοτήσει ως φάρος της εθνικής υπόστασης Έτσι λοιπόν, θα έχει την δυνατότητα να συνασπίσει όλες εκείνες τις συνιστώσες που θα του δώσουν το προβάδισμα να καταφέρει καίρια πλήγματα στην ανιερότητα που πρεσβεύει η προδοσία. Ο επιφανής Έλληνας διπλωμάτης, πολιτικός κι ο πρώτος Κυβερνήτης του νεοσύστατού Ελληνικού Έθνους, Κόμης Ιωάννης Καποδίστριας είχε πει: «η νίκη θα είναι δική μας, αν βασιλεύση εις την ακαρδίαν μας μόνο το αίσθημα το ελληνικό. Ο φιλήκοος των ξένων είναι προδότης». Έχουμε ανάγκη από ενάρετους κι άξιους πολίτες, διότι μόνο εκείνοι θα σταθούν επάξια και με ανδρεία στον στίβο της πάλης ενάντια στην κυριαρχία ζοφερών συμφερόντων, της επιδίωξης υποδούλωσης του πνεύματος και κατάπτωσης της εθνικής ομοψυχίας, όπως σωστά επισήμανε ο Γάλλος ανθρωπολόγος Gustave Le Bon: «υπάρχει ένα αλάνθαστο ένστικτο που δίδασκε στους αρχαίους το φόβο των ξένων. Γνώριζαν καλά ότι η αξία μίας χώρας δεν μετριέται με βάση τον αριθμό των κατοίκων της, αλλά με βάση τον αριθμό των πολιτών της».

Σχόλια Αναγνωστών

1 Προσθήκη σχολίου
Μαρινος 01.12.19
Ο Λαος μας δεν γνωριζει , τι γινεται καθημερινα με τα εγκληματα στη πατριδα απο τους Αλβανους , καθ οτι η Τηλεοραση πληρωνεται μονο για διαφημισεις και για ομοφυλλοφυλια που ψηφιστηκε και στη Βουλη .Η Προδοσια της πατριδας μας , απο τουτα τα αποχαυνωματα που ψηφιζουμε , εχει οπλισθη με φοβιες ,μη τους πουνε ρατσιστες . Θα λεγε κανεις επισης ,οτι οι βουλευτες δεν εχουν παιδια και γι αυτο ειναι τοσο αβουλα σκευασματα . Δεν χορταινουν δηστυχως να μας ξεχειλιζουν με ντροπη ως Ελληνες που ειμεθα .Οι δε επιδοτησεις ( αναριθμητες ) που παιρνουν οι Αλβανοι για να γεννουν ακομα εδω , λες και στειρωσε η Ελληνιδα . Αποχτουν την αναιδεια δε ' σε ενταση να σκοτωνουν για το τιποτα και να γεμιζουν καθε γωνια με Ηρω ι νη και με καθε μορφης Ναρκωτικο . Οι Ελληνες δε ' το παιζουνε . Εν τοιαυτει περιπτωσει ,συνορα μπορει να μην εχουμε ,αλλα εχουμε ομως Ντροπη μεγαλη ,δια την επιμηκυνση και διαπλατυνση του εγληματος κατα τετοιο τροπο ,που η πραγματικοτητα πλεον δυσκολα γινεται αντιληπτη .
Απάντηση
Προσθήκη σχολίου
ΠΡΟΣΘΕΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ!
Απάντηση σε x
* Υποχρεωτικά πεδία* Το vimaonline σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά και άσχετα με το περιοχόμενο του άρθρου σχόλια. Είναι αυτονόητο πως η ομάδα διαχείρισης φέρει ευθύνη μόνο για τα επώνυμα άρθρα των συντακτών και των συνεργατών της.

Σας ευχαριστούμε για την συμμετοχή σας.