ΑΡΘΡΑ

Σταμάτης - Στυλιανός Βλάχος

MSc. Περιβαλλοντολόγος, διαχείριση ενέργειας & περιβάλλοντος, μέλος Οικολογικής Συνεργασίας Δήμου Παλαιού Φαλήρου ECO+  

Κοινωνικός φθόνος και ζήλια

0 7 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2018, 15:19

«Μία από τις χειρότερες αιτίες εχθρότητας είναι η λύσσα και η ποταπή επιθυμία να δεις να υποκύπτει, αυτός που τολμάει να αντιστέκεται σ’αυτό που σε συνθλίβει.»

Albert Camus, 1913 - 1960, Γάλλος φιλόσοφος, λογοτέχνης & συγγραφέας, Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας 1957


Οι κοινωνίες των ανθρώπων αλλάζουν με τη πάροδο των χρόνων. Δεν είναι στατικές. Συνεχώς μεταβάλλονται. Άλλοτε προς το καλύτερο, άλλοτε προς το όχι και τόσο καλό. Μεγάλο ρόλο και συμβολή σε αυτό το ζήτημα αποτελεί η αλματώδης εξέλιξη της τεχνολογίας, η οποία έχει συνδράμει στην εξέλιξη του χαρακτήρα και της συμπεριφοράς των ατόμων που διαβιούν σε αυτή. Ο γρήγορος ρυθμός και τρόπος ζωής, η ταχεία επίλυση των προβλημάτων, οι γρήγορες κι επιπόλαιες αποφάσεις σε κρίσιμα ζητήματα (τις περισσότερες φορές) της επικαιρότητας, η μανία για τη κατάκτηση της επιτυχίας – με κάθε κόστος καμιά φορά – και τη φήμης, η ανάδειξη της ιδεοληψίας, ως μέσου επικράτησης έναντι των ελεύθερων ιδεών κι απόψεων, η υποστήριξη παρωχημένων προτύπων έχουν οδηγήσει τον άνθρωπο σε ένα διαρκή στίβο ικανοποίησης του εγωισμού του και συνάμα της ηθικής και ψυχικής αυτοκαταστροφής του.

Αυτή η παραφροσύνη του να πραγματοποιείται επίδειξη των σωματικών και πνευματικών ικανοτήτων σε ένα σύνολο ατόμων, σε μία ομάδα, σε μία παρέα, συνδεόμενη με τον σύγχρονο ναρκισσισμό και πατρονάρισμα, οδηγεί τον άνθρωπο σε αυτοκαταστροφικές τάσεις, τόσο για τον ίδιο, όσο και για το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο. Η υπερβολική ζήλεια και η κακεντρέχεια που εμφανίζουν ορισμένες ομάδες ατόμων σε άλλα άτομα που κατέχουν ενδεχομένως μία ανώτερη οικονομική και κοινωνική θέση ή και αξίωμα – ή αν προτιμάτε, ένα επίπεδο συνετού λόγου κι ορθής οξύνοης σκέψης για την καλύτερη κι ακέραιη αντιμετώπιση ζητημάτων που άπτονται της ομαλής λειτουργίας του ακαδημαϊκού και κοινωνικού βίου, δημιουργεί μία κοινωνική αστάθεια, έναν αποπροσανατολισμό και μία στείρα κοινωνική αντιπαράθεση με απώτερο θύμα την ίδια την ελευθερία και την αξιοπρέπεια της υπόστασης του ανθρώπου. Όλα τα παραπάνω υπακούουν στο αποκρουστικό κι ερεβικό συναίσθημα της μοχθηρίας ή καλύτερα, του φθόνου.

Πιο συγκεκριμένα, ως φθόνος ορίζεται η έντονη, σε υπέρμετρο βαθμό, λύπη και δυσαρέσκεια για τα αγαθά ή την ευτυχία των άλλων ατόμων – είτε αφορά την επαγγελματική και ακαδημαϊκή τους πορεία, είτε τις διαπροσωπικές τους σχέσεις ή και τα δύο σε ορισμένες περιπτώσεις. Υπάρχουν αρκετά παραδείγματα που συνδέονται με το παγερό και σκοτεινό συναίσθημα του φθόνου. Από τη δημοφιλή λαϊκή ρήση: «να ψοφήσει η κατσίκα του γείτονα», υποδηλώνοντας την ιδιοτέλεια και τη χαιρεκακία του ενός να ταπεινώσει και να συνθλίψει την επιτυχία κι ευτυχία του γείτονά του, μέχρι τον φθόνο που έθρεφε ο Κάιν για τον αδελφό του Άβελ στη διδασκαλία της Παλαιάς Διαθήκης, φονεύοντας τον, λόγω της επιτυχίας του στην καλλιέργεια του εδάφους και της ιδιαίτερης αγάπης που είχε ο Θεός για εκείνον. Μέχρι και τα βίαια επεισόδια κι αψιμαχίες που ξέσπασαν – για πολλοστή φορά – πριν από περίπου δύο εβδομάδες, μεταξύ ανθρώπων της έννομης τάξης και των γνωστών – αγνώστων που εντάσσονται στον αντιεξουσιαστικό χώρο, αμαυρώνοντας έτσι την επέτειο της εορτής του Πολυτεχνείου και δημιουργώντας εχθρικό κλίμα με κύριο στοιχείο την ανάδειξη του εθνικού διχασμού μεταξύ των κατοίκων – πολιτών αυτού του τόπου.

Φθονεροί και χαιρέκακοι άνθρωποι δεν έλειψαν από καμιά εποχή και περίοδο της Ιστορίας του ανθρωπίνου γένους, όπως κι από καμία κοινωνική οργάνωση και δομή. Ίντριγκες, δολοπλοκίες, δολοφονίες, χειραγώγηση ανθρώπων με σκοπό την εκμετάλλευση και την υποδούλωση, πόλεμοι, γενοκτονίες, διωγμοί και βίαιες μετατοπίσεις πληθυσμών, όλες αυτές οι αποτρόπαιες κι απεχθείς πράξεις που συνέβησαν στο πέρασμα των αιώνων κι εξακολουθούν να λαμβάνουν χώρα μέχρι σήμερα, συνθέτουν το ακριβές πορτραίτο – προφίλ του φθόνου. Το κίνητρο – ή καλύτερα – ο κινητήριος μοχλός όλων εκείνων των οδυνηρών γεγονότων της ιστορίας το απετέλεσε το συναίσθημα του φθόνου. Μάλιστα, ένα κοινό χαρακτηριστικό μεγάλων αντρών όπως χαρακτηριστικά ήταν οι: Ναπολέων Βοναπάρτης, Ιούλιος Καίσαρας και Μέγας Αλέξανδρος, ήταν ότι στη καρδιά τους φώλιαζε ο φθόνος – θα μπορούσαμε να κάνουμε λόγο – για άλλους επιφανείς άνδρες και τα κατορθώματα που εκείνοι επιτέλεσαν. «Ο Ναπολέων φθονούσε τον Καίσαρα, ο Καίσαρας φθονούσε τον [Μέγα] Αλέξανδρο και ο Αλέξανδρος, τολμώ να πω, φθονούσε τον ανύπαρκτο Ηρακλή», όπως χαρακτηριστικά είχε γράψει ο Άγγλος φιλόσοφος Μπέρτραντ Ράσελ.

Ο φθόνος λογίζεται ως ένα δηλητηριώδες και αυτοκαταστροφικό συναίσθημα, που όσο πιο έντονο γίνεται, τόσο πιο πολύ διαβρώνει την ψυχή, το νου και το χαρακτήρα του ατόμου που φθονεί. Του δημιουργεί θολά τοπία κι αυτό συνεπάγεται την εξαιρετική δυσκολία να ξεχωρίσει την πραγματικότητα και να ανταπεξέλθει στην αλήθεια εκείνης. Διαβρώνει τους ορίζοντες της ηθικής κι αξιοκρατίας, με μόνο μέλημα τη πορεία σε ένα ατέρμονο μένος σε καθετί που δεν κατανοεί ή αδυνατεί να ερμηνεύσει. Ο φθόνος πραγματοποιεί την εμφάνισή του με ανάμεικτα συναισθήματα ζήλιας και κακίας. Φθόνος είναι η πλημμυρίδα σκέψεων που παράγουν κακότητα, επιθυμίες καταστροφής ή απώλειας οποιωνδήποτε αγαθών έχει κάποιος και όχι εμείς. Είναι ο δόλος που υφαίνει ο κατατρεγμένος από τα πάθη της κακεντρέχειας και μισαλλοδοξίας για την επιτυχία του άλλου.

Αν θελήσουμε να δώσουμε έναν πρόχειρο ορισμό για το τι είναι ο φθόνος, θα λέγαμε πως είναι η λύπη, η πικρία, η μειονεξία για την προκοπή του άλλου, την υπεροχή του άλλου, τα τάλαντα, τα αγαθά του πλησίον. Φθόνος, είναι και η χαιρεκακία για τη δυστυχία και τους πειρασμούς των συνανθρώπων μας. Ο υλικός πλούτος, η διακεκριμένη θέση στην κοινωνική διαστρωμάτωση, η σωματική διάπλαση κι ωραιότητα, η πνευματική συγκρότηση και διαύγεια, η βαρύτητα μιας άρτιας προσωπικότητας, οι υψηλότερες κατακτήσεις, οι επιτυχίες και τόσα άλλα γίνονται αφορμές να προκληθεί στην καρδιά του φθονερού αβάσταχτος πόνος. Ο φθόνος, ως σκοτεινό πάθος, λογίζεται ως το αντίθετο συναίσθημα της συμπόνιας. Έτσι, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι, συμπόνια είναι ο πόνος για τη δυστυχία και τα δεινά του άλλου, ενώ φθόνος, είναι ο πόνος για την ευτυχία, τις χαρές και τη θαλπωρή του άλλου.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η άποψη του Αρχαίου Έλληνα φιλοσόφου Σωκράτη (470 – 399 π.χ.), όπου ορίζει τον φθόνο ως: «το παιδί της αλαζονείας, εργάτης της εκδίκησης, αρχηγός μυστικής επανάστασης και διαρκές βάσανο της αρετής. Ο φθόνος είναι βόρβορος της ψυχής, δηλητήριο κι υδράργυρος που φθείρει τη σάρκα κι αποξηραίνει τον μυελό των οστών. Είναι το έλκος της ψυχής.». Για εκείνον, αυτή η λέξη αποτελεί τη λάσπη, την έντονη δυσοσμία, τη δυσωδία, τον βούρκο που βρίσκεται στον πυθμένα, στο κατώτατο επίπεδο των υδάτινων εκτάσεων (λιμνών, ποταμών). Αποκαλύπτεται η έσχατη ηθική κατάπτωση και διαφθορά του ανθρώπου, όπου πλήττεται άμεσα ο νους και η ψυχή του από τη νοσηρή ασθένεια του φθόνου. Πλήττεται η υπόστασή του στους βορβορώδεις βάλτους εκείνου του απόπατου συναισθήματος. Ο Αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος Αντισθένης (444 – 365 π.Χ.) ανέφερε χαρακτηριστικά για τους φθονερούς: «Όπως από τη σκουριά ο σίδηρος, έτσι κι οι φθονεροί απ’ το χαρακτήρα τους κατατρώγονται».

Ο Αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος Αριστοτέλης (384 – 322 π.Χ.) στο έργο του «Ρητορική» αναφέρει τον φθόνο ως την έντονη ζήλεια, τον ασταμάτητο, τον αδιάκοπο κι άπαυτο πόνο που προκαλεί η τύχη και η ευημερία του άλλου στη πορεία του βίου του. Εύστοχα διακρίνει δύο ψυχολογικούς τύπους ανθρώπων που είναι υπόδουλοι στο φοβερό και σκοτεινό πάθος του φθόνου. Στη πρώτη κατηγορία ανήκουν οι φιλόδοξοι, γιατί δεν υποφέρουν, δεν μπορούν να κατανοήσουν να τους ξεπερνούν σε φήμη, δόξα, σε πλούτη κι αρετές οι άλλοι άνθρωποι. Στη δεύτερη, οι μικρόψυχοι και οι ανικανοποίητοι, διότι όσα αγαθά κι αν διαθέτουν στον βίο τους, πάντα τα ξένα των άλλων τους φαίνονται καλύτερα, μεγαλύτερα, ελκυστικότερα, με ένα διακαή πόθο να τα αποκτήσουν, σε αρκετές των περιπτώσεων με αθέμιτα μέσα και σκοπούς.

Σε άλλη σκοπιά με τον Αριστοτέλη, κινήθηκε ο Γερμανός φιλόσοφος Immanuel Kant (Ιμμάνουελ Καντ) που υποστήριξε ότι ο φθόνος είναι: «μία απροθυμία να δει κάποιος την δική του ευημερία, επισκιάζοντας την από την ευημερία κάποιου άλλου, επειδή το πρότυπο που χρησιμοποιεί δεν έχει εγγενή σχέση με την δική του ευημερία, παρά μόνο στο πλαίσιο σύγκρισης της δικής του ευημερίας με των άλλων». Δηλαδή, στην ανικανότητα της αντίληψης της δικής του αξίας και δυνατοτήτων και την αδυναμία προώθησης άρτιων δεξιοτήτων, με αποτέλεσμα να επιδίδεται σε ένα αλγεινό αγώνα φθόνου και συκοφάντησης του ορθού. Στη μέση οδό κινήθηκε ο Βρετανός φιλόσοφος και μαθηματικός Bertrand Arthur William Russell (ή Μπέρτραντ Ράσελ, 1872 – 1970) υποστηρίζοντας ότι αποτελεί μία από τις κυριότερες μορφές κι αιτίες της δυστυχίας και κατάπτωσης του ανθρώπου. Απεφάνθη ότι, η ανθρώπινη φύση διακατέχεται, από μία «συνήθη και πλέον ατυχή πλευρά», συμπεραίνοντας ότι δεν λογίζεται μόνο αυτός που φθονεί και ζηλεύει την ευτυχία και την ευημερία του άλλου βυθισμένος στη λήθη της δυστυχίας, αλλά επιθυμεί να διασπείρει έριδες κι επιβουλές και στον περίγυρό του.

Επιπλέον, ο φθόνος αποτελεί σοβαρό και κατακριτέο αμάρτημα στους κόλπους της Εκκλησίας και του Χριστιανικού δόγματος. Λογίζεται ως ένα από τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα της Χριστιανικής Πίστης, διότι σύμφωνα με τη διδασκαλία των εκκλησιαστικών γραφών, μπορούν να στερήσουν τη θεία χάρη και να οδηγήσουν στην αιώνια καταδίκη της ψυχής του ανθρώπου. Χαρακτηριστικά, το βιβλίο της Εξόδου (20:17) αναφέρει: «Δεν θα εποφθαλμιάς το σπίτι του γείτονά σου, δε θα επιθυμείς την γυναίκα του γείτονα σου, αρσενικό η θηλυκό σκλάβο, ή βόδι, ή γαϊδούρι, ή κάτι που ανήκει στο γείτονά σου».

Σύμφωνα με τα εκκλησιαστικά κείμενα από το ειδεχθές και θανάσιμο αμάρτημα του φθόνου γεννιούνται άλλα πέντε αμαρτήματα. Το πρώτο και χειρότερο αποτελεί το μίσος, που μπορεί να οδηγήσει τον φθονερό άνθρωπο ακόμη και στη δολοφονία. Το δεύτερο αμάρτημα είναι η καταλαλιά, που ερμηνεύεται ως η κακολογία, η κατηγορία του πλησίον σου με πιβουλιά. Μάλιστα, ο Μέγας Βασίλειος αναφέρει ότι: «καταλαλιά είναι να μιλάς εναντίον ενός αδελφού που δεν είναι παρών, με σκοπό να τον συκοφαντήσεις, ακόμα και αν είναι αλήθεια αυτό που λες». Ο Άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος (αποκαλείται επίσης και Άγ. Ιάκωβος ο Δίκαιος) συμβουλεύει λέγοντας: «Αδελφοί, μην καταλαλείτε ο ένας εναντίον του άλλου. Αυτός που καταλαλεί εναντίον του αδελφού του, ή κρίνει τον αδελφό του, καταλαλεί ενάντια στον νόμο, κρίνει τον νόμο. Αν όμως κρίνεις τον νόμο, δεν τηρείς τον νόμο, αλλά είσαι κριτής του. Ένα είναι ο νομοθέτης που μπορεί να σώσει και να καταστρέψει. Εσύ ποιος είσαι, που κρίνεις τον άλλον;».

Το τρίτο αποτελεί την κατάκριση, διότι ο φθονερός κοιτάζει πάντα να κατηγορήσει, να καταστρατηγήσει, να διαβάλει και να μειώσει εκείνον που φθονεί και τις πράξεις του. Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός δίνει εντολή λέγοντας: «Μην κρίνετε για να μην κριθείτε. Για το κρίμα που κρίνετε θα κριθείτε και με το μέτρο που μετράτε θα μετρηθείτε. Τι βλέπεις το ξυλαράκι στο μάτι του αδελφού σου, ενώ το δοκάρι στο δικό σου μάτι δεν το καταλαβαίνεις;». Το τέταρτο είναι η χαιρεκακία, η χαρά για τις συμφορές και την ηθική και πνευματική κατάπτωση του άλλου και το πέμπτο αμάρτημα αποτελεί η κατάθλιψή, η οποία γίνεται αιτία να κυριεύει τη ψυχή του φθονερού και να τον κατατρώει σιγά – σιγά, όπως η σκουριά οξειδώνει τον σίδηρο.

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος (ή Νανζιανζηνός κι ο ένας από τους Τρεις Ιεράρχες) τονίζει σοφότατα, ότι το πάθος του φθόνου λογίζεται ταυτόχρονα ως το πλέον άδικο και το πλέον δίκαιο άδικο, διότι κακοποιεί τους καλούς και τους φαρμακώνει. Δίκαιο, διότι πρωτίστως, βασανίζει εκείνους τους άφρονες που το καλλιεργούν και επιθυμούν να το διοχετεύσουν. Ειδικότερα, για το αμάρτημα της κατακρίσεως (που απορρέει από τον φθόνο), ο Άγιος αναφέρει: «τίποτα δεν είναι τόσο ευχάριστο για τους ανθρώπους, όσο το να κατακρίνουν τις πράξεις των άλλων». Και ο Χρυσόστομος λέει ότι: «με την κατάκριση ανατράπηκαν και βυθίστηκαν ψυχές».

Επιπλέον, ο Απόστολος Παύλος για την κατάκριση, διδάσκει σε όλους ότι: «αυτός που κατακρίνει, δεν μπορεί να απολογηθεί. Διότι για το κρίμα που κατακρίνει τον άλλον, κατακρίνει τον εαυτό του. Γιατί τα ίδια κάνει και αυτός που κρίνει. Και συ άνθρωπε που κρίνεις αυτούς που κάνουν τέτοιες πράξεις και κάνεις αυτά, νομίζεις ότι θα γλυτώσεις την κρίση του Θεού; Ο καθένας κουβαλάει το δικό του φορτίο». ο Χρυσόστομος παραινεί λέγοντας: «ας μη γινόμαστε λοιπόν πικροί δικαστές των άλλων, για να μη ζητηθούν και από μας ευθύνες. Γιατί έχουμε αμαρτήματα μεγαλύτερα από κάθε συγγνώμη. Επομένως, καλύτερα να ελεούμε εκείνους που έκαναν ασυγχώρητα αμαρτήματα, για να εξασφαλίσουμε κι εμείς οι ίδιοι από πριν για τον εαυτό μας τέτοιο έλεος. Κι όμως, όσο κι αν φιλοτιμηθούμε, ποτέ δεν θα μπορέσουμε να προσφέρουμε τέτοια φιλανθρωπία, την οποία χρειαζόμαστε εμείς από τον φιλάνθρωπο Θεό…γιατί όποιος μιλάει με φροντίδα και ακρίβεια για τον συνάνθρωπό του, πολύ περισσότερο θα έχει τον Θεό να κάνει το ίδιο για αυτόν. Ας μη μιλάμε λοιπόν ο ένας εναντίον του άλλου».

Ο Άγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος (γνωστός και ως Ιωάννης της Αντιόχειας) παραλληλίζει το αμάρτημα του φθόνου ως εκείνο το αδυσώπητο θηρίο που δεν βλάπτει μόνο τους άλλους, αλλά κυρίως τον ίδιο το φορέα του. Ο φθονερός, βασανίζεται και υποφέρει ψυχοσωματικά με την αρτιότητα των άλλων ανθρώπων. Χαρακτηριστικά αναφέρει: «όπως το ξύλο τρώγεται από το σκουλήκι και ο σκόρος τρώει το μαλλί, έτσι και ο φθόνος καταφλογίζει τα κόκαλα και την ψυχή των φθονερών που είναι χειρότεροι από τα θηρία και τους δαίμονες». Τόσο βδελυκτικό πάθος θεωρεί το φθόνο ο ιερός πατήρ, σε σημείο που να υποστηρίζει ότι αν κάποιος διενεργεί θαύματα, νηστεύει διαρκώς, ελεεί ακατάπαυστα, έχει χαμαικοιτία και δουλαγώγηση σώματος και θεωρείται ίσος με τους Αγγέλους, είναι όμως επιρρεπής στο φθόνο, τότε χάνει το μισθό του και εξομοιώνεται με τον μιαρότερο άνθρωπο. Διότι, ο φθόνος αφαιρεί την εσωτερική ειρήνη, ταράζει, αναστατώνει τα νερά της γαλήνης και γεμίζει θλίψη, οργή, οδύνη τον κάτοχό του. Από τη φύση του είναι αίτιος του κακού και εχθρός του καλού.
Με βάση τα παραπάνω σχόλιά και σκέψεις μου για το συναίσθημα του φθόνου, βρίσκομαι στη θέση να θέσω ένα ερώτημα: μίσος ή φθόνος, είναι το συναίσθημα που εκδηλώνουν εκείνες οι συλλογικότητες του αντιεξουσιαστικού χώρου που λυμαίνουν – χρόνια τώρα – τους χώρους του πανεπιστημιακού ασύλου και ασκούν βία σε φοιτητές και θεσμούς που διέπουν τη λειτουργία; Το ένα δεν αποκλείει το άλλο, θα μου πείτε. Ή, μάλλον, συνήθως το ένα προϋποθέτει το άλλο. Καταστροφές δημόσιας περιουσίας, βανδαλισμοί ακαδημαϊκών εγκαταστάσεων, βιαιοπραγίες, εισβολή και κατάληψη εσωτερικών πανεπιστημιακών χώρων, κηρύγματα μίσους και μισαλλοδοξίας με βήμα ολοκληρωτισμού και καταλυτικής αμετροέπειας ως προς τον τρόπο εκφοράς αυτών, συνθέτουν ένα πλάνο διαστρέβλωσης ηθών κι αξιών, ένα σκηνικό σπίλωσης κάθε έννοιας ισορροπίας και υγιούς μετάβασης σε ένα πραγματικά ευήμερο Κράτος - Πολιτεία που θα διέπεται από τις αρχές της Δημοκρατίας και κατά συνέπεια της αξιοκρατίας.
Η προσπάθεια εκείνων των συλλογικοτήτων να πλήξουν καθετί άρτιο και στέρεο ιδανικό που προσφέρουν οι πανεπιστημιακοί χώροι, επικαλούμενοι – όπως πάντα – το όνομα της Ελευθερίας και των δικαιωμάτων, προκαλεί ρωγμές στα θεμέλια που κοσμούν τη σκέψη, την επιστημονική λογική και την ελεύθερη έκφραση. Οι πράξεις τους καταλύουν τη δημοκρατία και το φως της γνώσης που εκπέμπουν εκείνα τα ιδρύματα, ακριβώς επειδή φθονούν το μέτρο και την αλήθεια που εκείνα διδάσκουν. Μισούν και φθονούν τους νουνεχείς φοιτητές, οι οποίοι θέλουν να προοδεύσουν, να προκόψουν με το σπαθί τους και να αποκτήσουν επάξια μία θέση στη κοινωνία και το κοινωνικό γίγνεσθαι με το να βρουν μία αξιοπρεπή εργασία για να βιοπορισθούν και να δημιουργήσουν τη δική τους οικογένεια αργότερα. Επειδή, πολύ απλά, εφαρμόζουν το ιδεολόγημα του: «αν δεν είσαι μαζί μας, δεν ενστερνίζεσαι τις απόψεις και τη θεωρία μας, είσαι εναντίον μας» κι άρα χαρακτηρίζουν τον φοιτητή αυτόν που θα αρνηθεί να υποκύψει στη στρεβλή κοσμοθεωρία τους απλά ως, «φασίστα». Φευ!

Μισούν και φθονούν το σύστημα αξιών που διέπει μία δημοκρατική χώρα, επειδή σε αυτό βλέπουν έναν εχθρό που θέλει να τους κυβερνήσει και να τους υποδουλώσει. Έναν ανύπαρκτο εχθρό, ένα εχθρό φάντασμα, βγαλμένο από το ντουλάπι του χρόνου και της ιστορίας, απλά και μόνο για να δικαιολογήσουν το δικό τους φθόνο και μίσος για το καθετί κανονικό και ορθό που βρίσκεται μέσα σε ένα πλαίσιο ομαλής λειτουργίας των θεσμών και της θαλπωρής των πολιτών. Με την καταλαλιά τους επιθυμούν να δημιουργήσουν αποπροσανατολισμό στη κοινή γνώμη, να διασπείρουν διχόνοια και μετέπειτα να κατορθώσουν με εύκολο τρόπο και τακτική να χειραγωγήσουν το αίσθημα, επιβάλλοντας τις ανίερες εθελότυφλες ιδεοληψίες και ιδεολογήματά τους και να κυριαρχήσουν στο πολιτικό και κοινωνικό γίγνεσθαι αυτού εδώ του τόπου. Αυτοί οι σύγχρονοι πραιτοριανοί ονειρεύονται την υφαρπαγή του πολιτεύματος της Δημοκρατίας και των θεσμών που διέπουν εκείνη και να την προσαρμόσουν στα δικά τους μέτρα και σταθμά, δημιουργώντας με αυτό τον τρόπο ένα καταστρεπτικό μόρφωμα.

Μήπως το χαιρέκακο συναίσθημα του φθόνου, που ασκεί ο φθονερός στον πλησίον του, κρύβει κι έναν θαυμασμό; Έναν ερεβικό θαυμασμό για ό,τι ο ίδιος δεν ήταν ικανός να πετύχει και να κατακτήσει στον μέχρι τώρα βίο του; Η διάσημη Αμερικανίδα συγγραφέας και φιλόσοφος Ayn Rand είχε χαρακτηριστικά αναφέρει: «Μετριότητα» δεν σημαίνει μέτρια νοημοσύνη. Είναι μία μέτρια νοημοσύνη που μισεί και φθονεί αυτούς που είναι καλύτεροι».

Ή, μήπως να σταθούμε σε εκείνο που είχε επισημάνει ο περιβόητος Γάλλος συγγραφέας, ποιητής και δραματουργός του 19ου αιών Victor Hugo: «οι κακοί άνθρωποι φθονούν και μισούν. Είναι ο δικός τους τρόπος να θαυμάζουν»; Πράγματι, ο φθονερός έχει καταδικάσει τον εαυτό του να απεχθάνεται ότι δε πρεσβεύει το δικό του αποσαθρωμένο σύστημα κανόνων και ιδεών. Βρίσκεται σε μία διαρκή πάλη με τον ίδιο του τον εαυτό και σε μία διηνεκή λήθη στο να αντιληφθεί τις συνέπειες των δυσάρεστων πράξεών του, με λογικό αποτέλεσμα να παλιμπαιδίζει, να δημιουργεί κλίμα ταραχών και να καταλογίζει ευθύνες σε ανθρώπους, οι οποίοι κατέχουν δεξιότητες κι άρτια γνώση πέραν των δικών τους ορίων κι αντίληψης. Σημαντική μερίδα ατόμων του αντιεξουσιαστικού χώρου αρέσκονται στο να επιβάλλουν τη παραφροσύνη τους διαμέσου της καλλιέργειας του εθνικού διχασμού, επιθυμώντας να καταρρίψουν τον υγιή ρου της ιστορίας και να διαμορφώσουν το μίσος και το φθόνο ως κυρίαρχα συναισθήματα στο να πατάξουν εκείνους που διαθέτουν τα πτερά της αλήθειας και της σοφίας, όπως πολύ εύστοχα ο γνωστός πνευματώδης Έλληνας λογοτέχνης και δοκιμιογράφος Εμμανουήλ Ροΐδης είχε αναφέρει: «Στην Ελλάδα, άπαντες οι έχοντες ονύχια αγωνίζονται να σπαράξωσιν τους έχοντες πτερά»

Σε τελική ανάλυση, οι πράξεις κι ο τρόπος σκέψης καθορίζουν αυτό που είμαστε. Καθορίζουν την ύπαρξή μας, την υπόστασή μας, τον τρόπο με τον οποίο συνυπάρχουμε με τους συνανθρώπους μας σε μία κοινωνία και με τη ψυχική και πνευματική μας υπόσταση. Όσο μπορούμε να πράττουμε στις σκέψεις και στις πράξεις μας με σύνεση και σωφροσύνη. Με ειλικρίνεια κι εντιμότητα, με γνώση κι ευγενή άμιλλα. Όχι με ζήλεια, με καταλαλιά και με κατάκριση, όχι με φιλαργυρία και με μεγαλορρημοσύνη. Οι καιροί είναι και θα παραμείνουν δύσκολοι κι αλγεινοί. Ο άνθρωπος όμως, οφείλει να ξεπεράσει, να συνθλίψει και να υπερνικήσει τα ευμεγέθη και δαιδαλώδη εμπόδια που τοποθετούνται στο διάβα του. Η κοινωνία οφείλει να υπακούσει στη φωνή της ακέραιης λογικής και σκέψης και σε συνεργασία με τη Πολιτεία να εμπεριστατωθεί στην μεθοδική επίλυση ζητημάτων που άπτονται της ασφάλειας των κατοίκων και της ομαλότητας. Η κοινωνία συνεχώς διαμορφώνεται. Εμείς τη διαμορφώνουμε κι εμείς θα τη βγάζουμε νικητή, αδιάκοπα κι ενάντια στο τέρας του φθόνου και των παθών που εκείνος σπέρνει!
9
 

Σχόλια Αναγνωστών

0 Προσθήκη σχολίου

Δεν υπάρχουν ακόμα σχόλια για αυτό το άρθρο.

ΠΡΟΣΘΕΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ!
Απάντηση σε x
* Υποχρεωτικά πεδία* Το vimaonline σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά και άσχετα με το περιοχόμενο του άρθρου σχόλια. Είναι αυτονόητο πως η ομάδα διαχείρισης φέρει ευθύνη μόνο για τα επώνυμα άρθρα των συντακτών και των συνεργατών της.

Σας ευχαριστούμε για την συμμετοχή σας.