ΓΙΟΡΤΑΖΟΥΝ: 4 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2021, 20:58

ΑΡΘΡΑ

Σταμάτης - Στυλιανός Βλάχος

MSc. Περιβαλλοντολόγος, διαχείριση ενέργειας & περιβάλλοντος, μέλος Οικολογικής Συνεργασίας Δήμου Παλαιού Φαλήρου ECO+  

Ασύμμετρες απειλές και η ασυμμετρία της κατάστασης…

0 20 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2018, 10:24

«Οι περισσότεροι άνθρωποι φοβούνται το κακό όνομα, αλλά λίγοι φοβούνται τη συνείδησή τους.»

Πλίνιος ο Πρεσβύτερος, 23 – 79 μ.Χ., Ρωμαίος φυσιοδίφης, συγγραφέας & φιλόσοφος


Οι τραγικές καταστάσεις, τις οποίες διανύει το ελληνικό κράτος και οι πολίτες του, πληθαίνουν χρόνο με το χρόνο, μήνες με τους μήνες. Αφαίμαξη του ομαλού βίου των πολιτών αυτού του κράτους, με υπέρογκη φορολογία και καρατόμηση των συντάξεων για την αντιμετώπιση του εθνικού μας χρέους, αύξηση ΕΝΦΙΑ, αχρείαστη γραφειοκρατία που κωλύει την άρτια λειτουργία της κρατικής μηχανής, αχρείαστα επιδόματα – χάδι σε δημοσίους υπαλλήλους και διοικητές ΔΕΚΟ, κατασπατάληση κρατικού προϋπολογισμού σε ανούσιες πράξεις που εξυπηρετούν τις κομματικές – και μόνο – αναγκαιότητες του κυβερνώντος κόμματος, το φλέγον ζήτημα του μεταναστευτικού, το αιχμηρό αγκάθι των εθνικών θεμάτων με τις γείτονες χώρες (Τουρκία, Αλβανία, Σκόπια) και το αποκορύφωμα; Η ανείπωτη τραγωδία που σημειώθηκε στο αττικό λεκανοπέδιο από μεγάλη εστία πυρκαγιάς που εντοπίστηκε στους οικισμούς Μάτι, Κόκκινο Λιμανάκι και Νέο Βουτζά, με τραγικό απολογισμό 91 νεκρούς (έως τώρα), τραυματίες, αρκετούς αγνοούμενους κι εκτεταμένες καταστροφές.

Το συγκεκριμένο αποτρόπαιο συμβάν που συνέβη στην καρδιά της Ελλάδας, θεωρώ ότι δεν είχε ανάλογο επακόλουθο στο παρελθόν! Εκατόμβη νεκρών, μερικοί από τους οποίους είναι εξαιρετικά δύσκολο να ταυτοποιηθούν από τις ιατροδικαστικές μελέτες, λόγω της εκτεταμένης απανθράκωσης που έχουν υποστεί, ενώ υπάρχει μεγάλος φόβος η λίστα με τους θανόντες να μεγαλώσει. Αρκετοί συνάνθρωποί μας εξακολουθούν να νοσηλεύονται σε διάφορα νοσοκομεία της Αττικής, ορισμένοι εκ των οποίων διασωληνωμένοι σε Μονάδες Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ) σε κρίσιμη κατάσταση. Μεγάλος είναι κι ο αριθμός αγνοουμένων, με τη κορύφωση της αγωνίας στα μάτια συγγενών και φίλων, οι οποίοι συνεχίζουν τον δικό τους αγώνα για την εύρεση αυτών στις καμένες εκτάσεις της περιοχής και στη θάλασσα. Παράλληλα, δεν υπάρχει επίσημη ανακοίνωση από πλευράς κυβέρνησης για τον ακριβή αριθμό των αγνοουμένων, με τους συγγενείς να βρίσκονται βυθισμένοι στο απόλυτο σκοτάδι. Οι οικογένειες των θυμάτων συνεχίζουν να απευθύνουν εκκλήσεις προς τις Αρχές για την τύχη των δικών τους ανθρώπων, μέσα από τα ΜΜΕ και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (Social Media).

Πλήγμα έχει υποστεί και το Περιβάλλον της ευρύτερης περιοχής με την καταστροφική επέλαση της πύρινης λαίλαπας. Κρανίου τόπος, θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε τη συγκεκριμένη τραγική κατάσταση, δίχως υπερβολές. Απόκοσμες εικόνες από κατεστραμμένα και ισοπεδωμένα σπίτια, χωράφια και οικόπεδα που έχουν παραδοθεί ολοκληρωτικά στις φλόγες καταστώντας τα ακατάλληλα για καλλιέργεια, διάσπαρτα κουφάρια αυτοκινήτων και μηχανών σε όλο το μήκος των εκεί δρόμων, λιωμένη άσφαλτος από τη δημιουργία υπερβολικά υψηλών θερμοκρασιακών φορτίων, σε μερικά σημεία ενδέχεται να έχει δημιουργηθεί επιταχυνόμενη διάβρωση με πιθανή υποβάθμιση του εδαφικού ορίζοντα και μείωση της γονιμότητάς του (χαρακτηριστικό του μεσογειακού κλίματος με ξηρά και θερμά καλοκαίρια, στο οποίο συμβαίνουν πολλές κι επαναλαμβανόμενες, κατά μικρά ή μεγαλύτερα διαστήματα δασικές πυρκαγιές). Τέλος, η εκτεταμένη καταστροφή στο πανέμορφο δάσος ρητινοφόρων κωνοφόρων δένδρων που απαρτίζονταν κατά κύριο λόγο από πεύκα, αλλά και ολική καταστροφή της άγριας πανίδας και χλωρίδας του δασικού οικοσυστήματος σε ευρύτερο πλαίσιο. Όλα τα παραπάνω συνθέτουν τον καμβά μίας ανελέητης τραγωδίας και καταστροφής, δίχως τελειωμό. Μία εικόνα που θα μπορούσε κάλλιστα να παρομοιασθεί με εκείνη ενός απεχθούς πολεμικού τοπίου, που όμοιά της είχε δημιουργήσει στο παρελθόν και ο περίφημος Ισπανός ζωγράφος P. Picasso στο έργο του Guernica (Γκερνίκα), όπου απεικόνιζε την απανθρωπιά, τη βιαιότητα, τη σκληρότητα και την απόγνωση του πολέμου, όταν Γερμανοί πιλότοι της αεροπορίας των εθνικιστών βομβάρδισαν την κωμόπολη Γκερνίκα της Χώρας των Βάσκων.

Οι κάτοικοι της παθούσας περιοχής, αλλά κι όλοι εμείς, οι κάτοικοι της ευρύτερης ελληνικής επικράτειας, δεν μπορούμε να πιστέψουμε και να αντιληφθούμε πλήρως το συγκεκριμένο τραγικό συμβάν. Η κατάσταση είναι συγκλονιστική, διότι δεν μας δίδεται η δυνατότητα να καταλάβουμε το μέγεθος αυτής της τραγωδίας, ιδιαίτερα όταν εκείνη έχει λάβει μέρος στη πρωτεύουσα της χώρας, την Αθήνα. Ένας ολόκληρος οικισμός (Μάτι) έχει σβηστεί από τον χάρτη. Αυτές οι αποτρόπαιες κι απόκοσμες εικόνες έχουν σοκάρει την πλειονότητα των ανθρώπων, ακόμη και σε όλη την υφήλιο, παραθέτοντας πλήθος ερωτημάτων για την αιτία δημιουργίας της φονικής πυρκαγιάς και την ολέθρια κατάληξη που είχε πάνω στους κατοίκους και τον περιβάλλοντα χώρο. Θρήνος κι οδύνη, χωρίς τελειωμό, με τις έρευνες να προχωρούν, τόσο στη χέρσο, όσο και στη θάλασσα για εύρεση τυχόν στοιχείων που να πιστοποιούν την ύπαρξη ζωής και με τις ελπίδες να εξανεμίζονται όλο και πιο πολύ στο να το πετύχουν. Η Ελλάδα έχει βαρύ ιστορικό με ανθρώπινα θύματα και την έντονη υφή της καταστροφής του περιβάλλοντος που με τέτοιο απεχθή τρόπο περιβάλλει την καθημερινότητά των Ελλήνων κατοίκων.

Από την άλλη πλευρά, η Κυβέρνηση να προσπαθεί – με μάταιο τρόπο – να δώσει μία ικανοποιητική και πειστική απάντηση για τη συγκεκριμένη πανωλεθρία που έχει υποστεί σε εθνικό επίπεδο η χώρα μας και οι κάτοικοί της. Αδυνατεί, με λίγα λόγια, να αποδώσει τον ακριβή αριθμό των θανόντων συμπολιτών μας, καθώς και των αγνοουμένων, δυσχεραίνοντας την ήδη σοβαρή κατάσταση. Δε φτάνει μόνο αυτό, αλλά επιδίδεται σε ένα ανούσιο σόου επικοινωνιακής πολιτικής, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι υπεύθυνοι για αυτή την τραγωδία είναι η μεγάλη ένταση των ανέμων που πνέουν σε αυτή τη περιοχή και που είναι και οι πιο δυνατοί της τελευταίας 8ετίας. Ενώ λάδι στη φωτιά έρχονται να ρίξουν οι δηλώσεις του Υπουργού Υποδομών και Μεταφορών Χ. Σπίρτζη, λέγοντας ότι φταίνε η ρυμοτομία και τα αυθαίρετα κατασκευαστικά έργα της περιοχής, όπως και η δήλωση του Αναπληρωτή Υπουργού Προστασίας του Πολίτη Ν. Τόσκα, υπογραμμίζοντας την αρτιότητα της όλης επιχείρησης, ότι όλα πήγαν σύμφωνα με το σχέδιο κι ότι δεν βλέπει πουθενά το παραμικρό λάθος. Φευ!

Εμπρηστικές είναι και οι δηλώσεις του ΥΠ.ΕΘ.Α. Π. Καμμένου, ο οποίος με προκλητικό κι απαράδεκτο τόνο επιτέθηκε στους πυροπαθείς κατοίκους του Ματιού, επιρρίπτοντάς τους ευθύνες για άναρχη δόμηση και απουσία πολεοδομικού σχεδίου, προκαλώντας έτσι την αγανακτισμένη οργή τους. Επιπλέον, υποστήριξε ότι οι ένοπλες δυνάμεις, η αστυνομία και οι υπηρεσίες έδρασαν με εμπεριστατωμένο σχέδιο την κατάλληλη στιγμή, ενώ άφησε αιχμές για την αρτιότητα της συντήρησης των πυροσβεστικών αεροσκαφών (Canadair CL-215), προκαλώντας την σφοδρή κριτική του Συλλόγου Μηχανικών Αεροσκαφών της ΠΑ. Το κερασάκι στη τούρτα έρχεται να προσθέσει η δήλωση του Πρωθυπουργού της Ελλάδας Α. Τσίπρα μιλώντας για ασύμμετρες απειλές κι ότι θα πρέπει να κατανοήσουμε καλύτερα τις επικείμενες καταστάσεις και να τις αξιολογήσουμε, υποτιμώντας με αυτό τον τρόπο τη νοημοσύνη και την αξιοπρέπεια του ελληνικού λαού.

Περίτρανα λοιπόν αποδεικνύεται η ανικανότητα του κυβερνώντος κόμματος να ανταπεξέλθει στη σοβαρότητα και τον επαγγελματισμό που αποπνέει η κατάσταση, όταν με τις επαίσχυντες δηλώσεις τους κατηγορούν έμμεσα τους απλούς πολίτες / παραθεριστές / κατοίκους των πληγεισών περιοχών από τη πύρινη λαίλαπα. Η δημιουργία πλασματικών εχθρών και κακόβουλων εχθρικών πράξεων, κατά την Κυβέρνηση, βρίσκονται στα πρόσωπα των απλών κατοίκων της περιοχής, στην άναρχη δόμηση που εκείνοι δημιούργησαν, στο μη κατάλληλο σχέδιο ρυμοτόμησης, στην κάκιστη συντήρηση των πυροσβεστικών αεροσκαφών Canadair από τους μηχανικούς της ΠΑ, ακόμη και στον «κακό» καιρό με τις βάναυσες κλιματολογικές συνθήκες. Αλλά, όταν η Κυβέρνηση, δηλαδή η Εκτελεστική Εξουσία αυτού του τόπου, επιρρίπτει ευθύνες στον ίδιο της τον λαό, σε αυτούς τους απλούς πολίτες κι όχι στα αρμόδια υπουργεία και τους υπουργούς, στην Υπηρεσία Πολιτικής Προστασίας, στους αρχηγούς των σωμάτων ασφαλείας (ΛΣ, ΠΣ, ΕΛ.ΑΣ.) για τη συγκεκριμένη τραγική κατάσταση και υπερασπίζεται τη θέση της εκτελώντας «πολιτικές κωλοτούμπες», τότε δικαιολογούνται τα λόγια του Ελβετού φιλοσόφου Jean-Jacques Rousseau που είπε: «είναι επικίνδυνο να έχεις δίκιο, όταν η εξουσία έχει άδικο».

Ακραία καιρικά φαινόμενα θα έχουμε εις το διηνεκές. Όπως και σε πολλές άλλες χώρες του εξωτερικού άλλωστε. Και πάντοτε θα υπάρχει ο λεγόμενος «αστάθμητος παράγοντας». Δεν είναι δυνατό να γνωρίζεις περισσότερα από την ίδια τη Φύση ή να έχεις τη δυνατότητα να μπορείς να μπεις στη νόηση και τον συλλογισμό ενός εμπρηστή, ώστε να αποτρέψεις αυτό να συμβεί. Ούτε να αρέσκεσαι στο να προσπαθείς να κατασκευάζεις μη άρτια επιχειρήματα και πρόχειρου τύπου σχέδια για να κολακέψεις τον χαρακτήρα και τα θέλω των εν δυνάμει ψηφοφόρων σου, παρέχοντας έτσι φρούδες ελπίδες και υποσχέσεις για καλυτέρευση των συνθηκών στον καθημερινό του βίο. Πάντοτε θα επικρατούν ασύμμετρες καταστάσεις κι απειλές, που θα προσπαθούν να επιφέρουν αποσταθεροποίηση κι αποπροσανατολισμό στη χώρα. Αυτός είναι άλλωστε κι ο λόγος ύπαρξής τους. Στο χέρι μας είναι να ορθοποδήσουμε και να κατορθώνουμε να επιτύχουμε την συμμετρία εκείνη που θα αποδώσει καρπούς μέσα από εμπεριστατωμένα διαρθρωτικά σχέδια και πρακτικές, για την επίτευξη ενός υγιούς κράτους και της ομαλής και ευήμερης διαβίωσης των πολιτών του σε αυτό. Θα πρέπει να τη χαράξουμε, να τη σβήσουμε και να την αναχαράξουμε – εάν χρειασθεί – ή και να τη διορθώσουμε όπου εκείνο κρίνεται αναγκαίο, ώστε να ανακαλύψουμε σιγά-σιγά τον «συμμετρικό» μας εαυτό και τα πραγματικά μας θέλω σε όλο αυτό τον κυκεώνα των δεινών που συμβαίνουν.

Μιας που μίλησα όμως για συμμετρία της κατάστασης παραπάνω, ας δούμε πως θα μπορούσε να κατασκευασθεί και να προσαρμοσθεί ένα εμπεριστατωμένο κι ολιστικό σχέδιο διαχείρισης πυρκαγιών που αφορούν τα δάση και τις δασικές εκτάσεις εκτενέστερα. Ένα σχέδιο, που θα μπορούσε να συμβάλλει με το λιθαράκι του στη καλυτέρευση – ενός μέρους τουλάχιστον – των δασικών περιοχών, που μαστίζονται κάθε χρόνο από τον εφιάλτη της πύρινης λαίλαπας. Οι παράγοντες που καθορίζουν τον κίνδυνο πυρκαγιάς χωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Οι µόνιµοι και οι μεταβλητοί. Οι µόνιµοι παράγοντες λογίζονται το υπάρχον κλίµα, η ακτινοβολία του ηλίου, οι φυσικοί κίνδυνοι, η τοπογραφική διαμόρφωση του ανάγλυφου, το είδος της καύσιµης δασικής ύλης και η έκθεση στον άνεµο που επικρατεί και που είναι σχεδόν αμετάβλητοι για µία συγκεκριμένη περιοχή. Οι μεταβλητοί όµως παράγοντες, στην ορισμένη αυτή περιοχή, μεταβάλλονται από µέρα σε µέρα και από χρόνο σε χρόνο. Τέτοιοι παράγοντες θεωρούνται οι καιρικές συνθήκες, η υγρασία της καύσιµης δασικής ύλης και οι εξαιρετικοί κίνδυνοι (κυρίως ανθρωπογενούς προελεύσεως). Η διαχείριση των ∆ασικών πυρκαγιών – μπορούμε να κάνουμε λόγο – περιλαμβάνει όλες εκείνες τις δραστηριότητες που αφορούν την πρόληψη, την ανίχνευση, την αναγνώριση, την διαδικασία του συντονισμού των ενεργειών, την ελάττωση του κινδύνου και την αποτελεσματική κατάσβεσή αυτών των πυρκαγιών.

Η πρόληψη αρχίζει µε την ακριβή γνώση και κατανόηση των συνθηκών του προβλήματος που όµως δεν είναι καθόλου απλή υπόθεση. Εν τούτοις, η γνώση των αιτιών βοηθάει αρκετά, γιατί όταν γνωρίζει κανείς τις αιτίες µπορεί να πάρει κατά πάσα πιθανότητα και τα κατάλληλα προληπτικά µέτρα. Στη χώρα μας, οι βασικότερες αιτίες έναρξης των πυρκαγιών – κατά κύριο λόγο – προκαλούνται από αμέλειες που είναι: τσιγάρα και σπίρτα, καύση ξερόκλαδων σε χωράφια και λοιπά αγροτικά οικοσυστήματα, από το καπνογόνο μηχάνημα των μελισσών (ειδικό μηχάνημα αναισθητοποίησής τους), από σπινθήρες μηχανών, από ασυναίσθητους εκδρομείς (κυνηγοί), από εργαζόμενους στην ύπαιθρο, ατύχημα από τα ηλεκτροφόρα καλώδια της ΔΕΗ – ΟΣΕ, από πεδία βολής του στρατού (όλμους μικρού και μεσαίου διαμετρήματος, ασκήσεις με άρματα μάχης, ρουκέτες και βόμβες), από την ανεξέλεγκτη καύση σκουπιδιών. Επιπρόσθετα, πυρκαγιές μπορεί να υπάρξουν από ενδεχόμενο δόλο, δηλαδή έπειτα από εμφανή πρόθεση πυρπόλησης (εμπρησμού), από διάφορες άγνωστες αιτίες κι από κεραυνούς (φυσικά καιρικά φαινόμενα).

Επιπλέον, τα μέτρα πρόληψης για τις δασικές πυρκαγιές θα μπορούσαν να συνοψιστούν κάλλιστα σε βασικές οδηγίες / συμβουλές. Το προσωπικό που έχει σχέση τόσο µε την πρόληψη, όσο και µε την κατάσβεση, πρέπει απαραίτητα να αποτελείται από νέα άτομα, δυνατούς, πρόθυµους άντρες, με ισχυρό φρόνημα και θέληση, οι οποίοι να έχουν την δυνατότητα να απολαμβάνουν μία οικονομική ανταμοιβή (μίσθωση) και να τους παρέχεται η κατάλληλη εκπαίδευση με όλα τα απαραίτητα μέσα και σύγχρονες – καινοτόμες τεχνικές. Πρέπει να επιτελείται ενημέρωση του κοινού µε διάφορους τρόπους, όπως διάλεξη σε σχολικές και στρατιωτικές μονάδες, µε διάφορες οµιλίες σε σχετικές ημερίδες, με εποχιακές διαφημίσεις, με φυλλάδια και κάλεσμα ειδικών επιστημόνων σε εκπομπές των ΜΜΕ υψηλής τηλεθέασης. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν και οι ανακοινώσεις που µπορούν να γίνονται από την τηλεόραση και το ραδιόφωνο ή ακόµα και από τα µέσα μεταφοράς. Φράσεις όπως: «Παρακαλώ µην πετάτε από το παράθυρο αναµµένα τσιγάρα ή σπίρτα», µπορεί να είναι ιδιαίτερα χρήσιµες και σε ικανοποιητικό βαθμό αποδοτικές.

Επιπλέον, η ∆ασική Υπηρεσία οφείλει να χρησιμοποιεί ευκρινείς πινακίδες µε διάφορες εικονογραφημένες παραστάσεις (σκίτσα, πανοραμική άποψη δασικής έκτασης) ή φράσεις που µπορεί να είναι µόνιµου ή µη τύπου. Οι ∆ασικοί Υπάλληλοι στις περιοχές - τομείς που υπηρετούν, πρέπει να προσπαθούν να αναπτύξουν γέφυρες επικοινωνίας κι εξυπηρέτησης με τους περιοίκους, τους εκεί εργαζόμενους και τους επισκέπτες / τουρίστες, ώστε να επικρατήσει ενδυνάμωση των σχέσεων φιλίας κι αλληλεγγύης. Με τη φιλία και την άρτια κι εποικοδομητική συζήτηση επιλύονται πολλά προβλήματα και δημιουργείται ένας τύπος συνδετικού ιστού ανάμεσα στον υπάλληλο του κράτους και τη τοπική κοινωνία. Έχει να κάνει με την διαχείριση (marketing) επικοινωνίας και του συντονισμού στη λήψη καίριων αποφάσεων. Τέλος, η ελληνική δικαιοσύνη και τα αρμόδια Δικαστήρια οφείλουν να ερευνήσουν εις βάθος τις υποθέσεις ενόχων για δημιουργία πύρινων εστιών και να αποδοθούν ευθύνες, πάντα μέσα στα σωστά πλαίσια της νομοθεσίας και των διατάξεών της, όπως αυτό ορίζει σε μία δημοκρατική Πολιτεία. Το συγκεκριμένο είναι το τελευταίο, αλλά πολλές φορές αναγκαστικό και αποτελεσματικό μέτρο πρόληψης.

Η ανίχνευση των ∆ασικών πυρκαγιών περιλαμβάνει τον εντοπισµό µίας εστίας πυρκαγιάς και στη συνέχεια την αναγγελία της πληροφορίας αυτής στο Κέντρο Ελέγχου και Πληροφοριών ή την αρμόδια Προϊστάμενη αρχή. Διαθέτει την δυνατότητα να μπορεί να πραγματοποιείται από ειδικά παρατηρητήρια, τα οποία βρίσκονται διάσπαρτα σε διάφορες δασικές εκτάσεις της χώρας και όσο το δυνατόν σε θέσεις µε τη µεγαλύτερη εποπτεία (πανοραμική άποψη), με χρήση ειδικών αεροσκαφών κι ελικοπτέρων, που φέρουν ειδικά ατρακτίδια μέτρησης, όπου αρκετές φορές η χρήση τους επιτελείται σε συνδυασμό με τα παρατηρητήρια στο έδαφος για καλύτερη εποπτεία και συντονισμό της κατάστασης. Από μετεωρολογικούς δορυφόρους που με βάση τα ειδικά εξαρτήματα που φέρουν, τους δέκτες τους (π.χ. AVHRR), παρέχουν χρήσιμες και ζωτικές πληροφορίες / δεδομένα για µικρές ή μεγάλες εστίες πυρκαγιών σε απομακρυσμένες κι απομονωμένες κυρίως περιοχές όπου αεροπλάνα και ελικόπτερα είναι δύσκολο να πετάξουν. Από ραντάρ, που δείχνουν συνήθως τις περιοχές, στις οποίες πέφτουν κεραυνοί και επομένως υπάρχει κίνδυνος πυρκαγιάς, από συχνές και προγραμματισμένες περιπολίες εδάφους στην ευρύτερη περιοχή της δασικής εκτάσεως, οι οποίες γίνονται με αυτοκίνητα ή πεζοπόρες κι απαρτίζονται από ειδικούς παρατηρητές και τέλος, λοιποί συνεργάτες, στους οποίους συγκαταλέγονται τα αεροσκάφη της ΠΑ, οι Δήμαρχοι των ΟΤΑ, οι αστυνομικοί διευθυντές, το μηχανικό του στρατού, οι ειδικές δυνάμεις και πεζοπόρα τμήματα του ΕΣ, οι απλοί πολίτες.

Η ελάττωση του κινδύνου περιλαμβάνει µέτρα όπως: η δημιουργία περίοπτων δρόµων και αντιπυρικών ζωνών, η απομάκρυνση της ζωντανής ή νεκρής υποβλάστησης ή των υπολειμμάτων των υλοτομικών διεργασιών, καθώς και η υγρασία της καύσιµης δασικής ύλης. Οι δρόµοι και οι αντιπυρικές ζώνες έχουν ως σκοπό τη διάσπαση της συνέχειας της καύσιµης ύλης. Φυσικά οι δρόµοι χρησιμοποιούνται και ως αντιπυρικές ζώνες και οι αντιπυρικές ζώνες ως βοηθητικοί δρόµοι για τη διακίνηση των ανθρώπων και των μηχανών τους. Υπάρχουν όµως περιπτώσεις που πυρκαγιές υπερπηδούν τις αντιπυρικές ζώνες, για αυτό και κατά την κατασκευή τους πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή και σημασία στο πλάτος τους. Οι αντιπυρικές ζώνες ή λωρίδες ορίζονται οι φυσικές ή τεχνητές λωρίδες, στις οποίες απομακρύνεται όλη ή σχεδόν όλη η καιγόμενη δασική βλάστηση µε σκοπό τη διακοπή της συνέχειας της καιγόμενης δασικής ύλης. Οι αντιπυρικές ζώνες µπορούν να κατηγοριοποιηθούν στις: α) ζώνες µε γυµνό έδαφος µε απομάκρυνση όλης της βλάστησης, β) ζώνες µε μεγάλα πυκνά και αραιά δέντρα µε απομάκρυνση των πυκνών θάµνων αλλά µε φύτευση µικρής ή αραιής βλάστησης που αν πάρει φωτιά δίνει µικρή έρπουσα πυρκαγιά (δε συνίσταται για την Ελλάδα), γ) ζώνες µε φυλλοβόλα δέντρα σε δάση κωνοφόρων και δ) συνδυασµός των προηγούμενων.

Κατά την κατασκευή τους θα πρέπει να λαµβάνεται υπόψη: η πυρκαγιά που δίνει η εκάστοτε καιγόµενη ύλη, η διάβρωση του εδαφικού ανάγλυφου, η αισθητική αξία του τοπίου, καθώς και η εξυπηρέτηση σκοπών όπως η ευκολία διακίνησης / μεταφοράς ανθρώπων, µηχανών. Το πλάτος των αντιπυρικών ζωνών ποικίλει και µπορεί να είναι 1-3-10-20 ή και 100 µέτρα και εξαρτάται από την καιγόµενη δασική ύλη, την τοπογραφική διαμόρφωση και κυρίως το κόστος. Κατά τη διάνοιξη των αντιπυρικών ζωνών πρέπει να λαμβάνονται υπόψη: η κλίση των πλαγιών, οι άνεµοι που επικρατούν στην περιοχή, καθώς και η πιθανή προέλευση της πυρκαγιάς. Για αυτό άλλωστε και πρέπει να ενισχύονται τα φυσικά εµπόδια όπως: δρόµοι, μονοπάτια, ποτάµια, ρυάκια, καλλιεργημένες ζώνες ή ζώνες υλοτομημένες µε γραµµές δικτύου της ∆ΕΗ.

Όσον αφορά στα υπολείμματα των υλοτοµιών πρέπει να τονισθεί πως, αυτά πρέπει να απομακρύνονται, επειδή η κυριότερη αιτία που η Ελλάδα έχει τόσες πολλές καταστροφικές πυρκαγιές στο ενεργητικό της αποτελεί η ύπαρξη άφθονου υπορόφου. Η απομάκρυνση αυτού µπορεί να γίνει µε διάφορους τρόπους όπως: μηχανική απομάκρυνση - μηχανική κοπή και καύση του νεκρού υλικού δηλαδή - ζιζανιοκτόνα, όργωµα, θρυμματισμό µε κατάλληλες μηχανές τεμαχισμού µέσα στο δάσος, βόσκηση με οικόσιτα ζώα αλλά και ελεγχόμενη καύση. Ειδικά όσον αφορά στο τελευταίο, πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή γιατί υπάρχουν παραδείγματα, όπου μεγάλες πυρκαγιές ξεκίνησαν µετά από τέτοιου είδους προσπάθειες.

Η κατάσβεση των δασικών πυρκαγιών µπορεί να πραγματοποιηθεί είτε από το έδαφος, είτε µε τη βοήθεια εναέριων δυνάμεων και διακρίνεται σε διάφορες μεθόδους, ανάλογα με το είδος και την εξέλιξη του πύρινου μετώπου. Έτσι, έχουμε την άμεση προσβολή, όπου σε µικρές πυρκαγιές µπορεί να γίνει κατάσβεσή τους µε χτυπήματα, με νερό, χηµικές ουσίες ή χώµα όταν το κατάλληλο προσωπικό και µέσα πλησιάσει την πυρκαγιά. Μετά το σβήσιµο γίνεται επιθεώρηση της πυρκαγιάς γιατί υπάρχει περίπτωση αυτή να σιγοκαίει και να δηµιουργηθούν νέες εστίες (αυτανάφλεξη). Τη παράλληλη μέθοδο, για μεγαλύτερης έντασης πυρκαγιές που είναι δύσκολο κανείς να τις πλησιάσει. Κατασκευάζονται αντιπυρικές γραµµές (οι αντιπυρικές γραµµές είναι πρόχειρες κατασκευές που κατασκευάζονται πριν ή κατά τη διάρκεια της πυρκαγιάς µε σκοπό την προσωρινή διακοπή της συνέχειας της καύσιµης δασικής ύλης) µε τα χέρια ή µε κατάλληλα μηχανήματα (μπουλντόζες, εκσκαφείς, γκρέηντερς). Την έμμεση μέθοδο, όπου βρίσκει τρόπο εφαρμογής σε μεγάλες πυρκαγιές. Προσωπικό και μηχανήματα αποσύρονται κατά µήκος των δρόµων και αφήνεται η ενδιάμεση βλάστηση να καεί. Πολλές φορές χρησιμοποιούνται αντίπυρα (αντιφωτιά), αλλά στην περίπτωση που η πυρκαγιά υπερπηδήσει το δρόµο ή την αντιπυρική λωρίδα τότε το προσωπικό έχει να αντιμετωπίσει δύο πυρκαγιές. Για αυτό, χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή κατά τη χρησιμοποίηση αντιφωτιάς – κατάλληλες συνθήκες (άνεµος) και έµπειρο προσωπικό, δηλαδή.

Σύμφωνα με τους Chandler et al. (1983) και Pyne (1984) στις δημοσιεύσεις τους: “Forest Fire Behavior and Effects” και “Introduction to Wildland Fire. Fire Management in the United States” αντίστοιχα, η κατάσβεση µιας πυρκαγιάς πρέπει να γίνεται στην αρχή όταν είναι ακόµα µικρή η εστία. Όταν τα αεροπλάνα φτάσουν νωρίς, καταβρέχουν την καύσιµη ύλη ή ρίχνουν χημικές επιβραδυντικές ουσίες κατευθείαν στην εστία της πυρκαγιάς, ώστε να κρυώσει η καύσιµη ύλη ή στις νέες εστίες ή ακόµα και πιο μπροστά από το μέτωπο της πυρκαγιάς, ώστε να ενισχυθεί ή να δημιουργηθεί µία καινούρια αντιπυρική γραµµή. Ο κίνδυνος των ∆ασικών πυρκαγιών στην Ελλάδα θεωρείται εξαιρετικά μεγάλος και δε δύναται να αντιμετωπιστεί εξ‘ολοκλήρου, γιατί αποτελεί φαινόμενο συνδεδεμένο µε την Ελληνική πραγματικότητα. Άλλωστε, παρά τις όλες αρνητικές και αποδεδειγμένες επιπτώσεις του, φαίνεται να αποτελεί αναγκαίο κακό. Εν τούτοις, η σωστή πρόληψη και οι κατάλληλοι επαγγελματικοί κι άρτια εμπεριστατωμένοι χειρισµοί µπορούν να βοηθήσουν, ώστε οι δασικές πυρκαγιές να πάψουν να θεωρούνται τόσο επικίνδυνο φαινόμενο. Τα σημερινά τεχνολογικά επιτεύγματα και τα µέσα που διαθέτει ο άνθρωπος µπορούν άλλωστε, να αποτελέσουν πολύτιµο αρωγό του σε αυτήν την προσπάθεια. Να σηµειωθεί όµως, πως χωρίς την ευαισθητοποίηση των απλών πολιτών και τη συνεργασία όλων των εμπλεκομένων ειδικών φορέων, δεν µπορεί να επέλθει το επιθυμητό αποτέλεσµα στο άµεσο µέλλον.

Η εκδήλωση, διάδοση και η εξέλιξη των πύρινων εστιών των δασών και δασικών εκτάσεων συνιστά ένα πολυσύνθετο χωρικό φαινόμενο, το οποίο επηρεάζεται από ένα πλήθος περιβαλλοντικών, ανθρωπογενών και χωρικών παραγόντων. Συνεπώς η αποτελεσματική διαχείριση τους απαιτεί την κατανόηση και την αποκλειστική μελέτη των λειτουργιών του καθενός παράγοντα ξεχωριστά, των αλληλεπιδράσεών τους, καθώς και των χώρο-χρονικών δοµών και αλληλοσυσχετίσεων. Σε αυτή την περίπτωση, απαραίτητο κρίνεται ένα σύστημα πληροφοριών μία βάση δεδομένων, καθώς παρέχει κρίσιµες πληροφορίες σε τέτοια µορφή και µε τέτοιο τρόπο, που να υποστηρίζει άρτια την επιχειρησιακή δράση και τις αποφάσεις σε έκτακτες καταστάσεις (από τη διαδικασία του να οριοθετηθεί ενός κινδύνου στο χώρο, µέχρι τα διάφορα επίπεδα διαχείρισης σε όλα τα κλιµάκια λήψης αποφάσεων), πόσο µάλλον σε ένα φαινόμενο όπως οι δασικές πυρκαγιές που συμβαίνουν αρκετές φορές σε ορεινό εδαφικό ανάγλυφο και τόσο η ανίχνευση και ο εντοπισµός, όσο και η πρόσβαση σε κάποια σηµαντική θέση καθίσταται προβληματική. Έτσι λοιπόν, τη λύση σε αυτό το ιδιαίτερα δυσχερές και πολυεπίπεδο ζήτημα καλούνται να το αντιμετωπίσουν οι σύγχρονες τεχνολογίες που έχουν αναπτυχθεί με γνώμονα τη προστασία του περιβάλλοντος έναντι των φυσικών καταστροφών και είναι τα Γεωγραφικά Συστήματα Πληροφοριών, η Δορυφορική Τηλεπισκόπηση με τη παροχή δορυφορικών εικόνων υψηλής ευκρίνειας και το σύστημα GPS.

Σύμφωνα με τον Δινάκης & άλλοι (2002) σε δημοσίευσή τους: «Η χρήση Τεχνολογιών GPS σε Περιβάλλον GIS για τη Προστασία Δασικού Περιβάλλοντος», το πρόβληµα κατά τη διαχείριση των δασικών πυρκαγιών αρχικά εστιάζεται στον εντοπισµό της θέσης τους στην ευρύτερη περιοχή. Πιο ειδικά, χρειάζονται: το μέτωπο της πυρκαγιάς, οι πιθανές θέσεις όπου εκδηλώθηκε το φαινόμενο και η διεύθυνσή της. Στη συνέχεια είναι απαραίτητο για διάφορους λόγους (μετακινήσεις για ανεφοδιασµό σε καύσιµα, νερό, υλικά, ενίσχυση δυνάμεων κοκ.) το κέντρο επιχειρήσεων να γνωρίζει τις θέσεις των υπηρεσιακών οχημάτων, αλλά και πεζοπόρων τµηµάτων που συμμετέχουν. Ο προσδιορισµός των παραπάνω θέσεων γίνεται συνήθως είτε µε πολιτικούς και δασικούς χάρτες, είτε περιγραφικά (τοπωνύμια, χαρακτηριστικά σηµεία). Σε περιπτώσεις δε κακής ορατότητας (λόγω καπνού ή της ίδιας της φωτιάς), δυσκολεύει ο εντοπισµός µίας θέσης ακόµα και για κάποιον που θεωρείται άριστος γνώστης της περιοχής. Τα προβλήματα γίνονται πολύ πιο σύνθετα όταν συμμετέχουν στις επιχειρήσεις άτοµα από άλλες περιοχές (εθελοντές, έκτακτο προσωπικό, ξένα κλιμάκια, ενισχύσεις από άλλες περιοχές) καθώς και όταν γίνεται περιγραφή θέσεων και καθοδήγηση σε αυτές από μακριά (κέντρο επιχείρησης, έδρες υπηρεσιών κτλ). Έτσι οι τυπικές διαδικασίες σε µία τέτοια περίπτωση µπορεί να αποβούν πολύ δύσκολες.

Αξίζει να σημειωθεί πως, µέσω του συστήματος APRS (Automatic Position Reporting System) είναι δυνατή η ασύρµατη μετάδοση γεωγραφικών δεδομένων µέσω υφιστάμενων κόµβων (γνωστών ως nodes), µε την µορφή ειδικών πακέτων τα οποία αναφέρονται και ως beacon-packets. Αυτά τα πακέτα (τύπου beacon) είναι δυνατόν να αναμεταδοθούν, μεταφέροντας γεωγραφικά δεδομένα θέσης (γεωγραφικές συντεταγμένες φ,λ), οι οποίες συλλέγονται από µια συσκευή GPS. Μέσω του APRS, δηλαδή, είναι δυνατόν σταθµοί οι οποίοι βρίσκονται πολύ μακριά, να λαµβάνουν τα δεδομένα αυτά εφόσον διαθέτουν ένα πρόγραµµα υποδοχής δεδομένων ΑPRS και µε κυριότερο πλεονέκτημα την πλέον οικονοµική μετάδοση δεδομένων µιας και η μεταφορά αυτή βασίζεται σε συστήµατα ραδιοερασιτέχνη (amateur radio packets), τα οποία μεταφέρονται δωρεάν.

Κρίνεται αναγκαίο να τονισθεί ότι, η συλλογή και επεξεργασία δεδομένων, ποιοτικών και ποσοτικών, που αφορούν τη χωρική κατανοµή χαρακτηριστικών του περιβάλλοντος αποτελεί ένα σηµαντικό µέρος των ανθρώπινων επιστημονικών δραστηριοτήτων. Από τη χρησιμοποίηση γραφικών συµβόλων και χαρτών για την αναπαράσταση πληροφοριών του περιβάλλοντος έχουµε περάσει σε ένα ηλεκτρονικά υποστηριζόμενο στάδιο που περιλαμβάνει την ηµιαυτοµατοποιηµένη καταγραφή δεδομένων, τα πολύπλοκα χωρικά και µη μοντέλα επεξεργασίας και τις σύγχρονες μεθόδους απόδοσης αυτών. Οι τρεις βασικές αυτές λειτουργίες στηρίζονται και επιτυγχάνονται στα πλαίσια ενός καλά οργανωμένου συστήματος το οποίο ονοµάζεται Γεωγραφικό Σύστηµα Πληροφοριών.

Έτσι λοιπόν, σύμφωνα με τους Burrough (1986) και Star & Estes (1990) στις δημοσιεύσεις τους: “Principles of Geographical Information Systems for Land Recourses Assessment” και “Geographic Information Systems: An Introduction” αντίστοιχα, Γεωγραφικό Σύστηµα Πληροφοριών (ΓΣΠ) ορίζεται εκείνο το πληροφοριακό σύστηµα το οποίο είναι κατάλληλα σχεδιασμένο έτσι ώστε να επεξεργάζεται δεδομένα τα οποία αναφέρονται µε χωρικές ή γεωγραφικές συντεταγμένες. Ένα ΓΣΠ αποτελείται από ένα σύστηµα στήριξης βάσεων δεδομένων µε συγκεκριμένες δυνατότητες για χωρικά αναφορικά δεδομένα και από ένα σύστηµα λειτουργιών επεξεργασίας και απόδοσης αυτών των δεδομένων.

Τα ΓΣΠ θεωρούνται πολύ χρήσιµα στη διαχείριση των δασικών πυρκαγιών. Παίζουν έναν καίριο ρόλο στην χαρτογράφηση τους, στην ανάλυση των εναλλακτικών στρατηγικών αντιµετώπισής τους, όπως επίσης και των άµεσων τακτικών και στρατηγικών στο πεδίο και µπορούν να κάνουν την πληροφορία δυνατή, ώστε να αποτελέσει την εισαγωγή κατά τη διαδικασία της λήψης των αποφάσεων οριοθετώντας τη σχέση μεταξύ των πληροφοριών. Παρέχουν τη δυνατότητα να µπορούν να χρησιμοποιηθούν στην ανάπτυξη της πληροφορίας και του συστήματος υποστήριξης αποφάσεων, κατά την παρακολούθηση και πρόβλεψη της δραστηριότητας των πυρκαγιών καθώς και στην ενίσχυση της αποδοτικότητας κατά τη διαχείρισή των.

Με τη χρήση των ΓΣΠ – κατά τον Βασιλάκο & άλλους (2001) σε δημοσίευση τους: «Σχεδιασμός Δικτύου Ανίχνευσης Δασικών Πυρκαγιών με χρήση Γεωγραφικών Συστημάτων Πληροφοριών» – οι πυρκαγιές µπορούν να παρακολουθούνται και να αναλύονται ακόµα και σε μεγάλες περιοχές µε έγκαιρο και λεπτομερή τρόπο µε τη χρήση της χωρικής ανάλυσης. Κατά την πρόληψη – πυροπροστασία, τα ΓΣΠ µπορούν να χρησιμοποιηθούν στον εντοπισµό των επικίνδυνων περιοχών και στη δημιουργία χαρτών επικινδυνότητας, έτσι ώστε τα µέτρα προφύλαξης να εντατικοποιηθούν σε συγκεκριμένες περιοχές. Επίσης, τα ΓΣΠ καθιστούν δυνατή την χωροθέτηση σταθµών πυρανίχνευσης, τόσο επανδρωμένων όσο και αυτόµατων. Κατά την καταστολή, βοηθούν στο συντονισµό των δυνάμεων πυρόσβεσης. Παρέχουν στοιχεία (π.χ. μετεωρολογικά, θερμικά) σε πραγματικό χρόνο και χρησιμοποιώντας βάσεις δεδομένων που παρέχουν πληροφορίες για την καύσιµη ύλη, τις κλιματολογικές συνθήκες και την τοπογραφία της παθούσας περιοχής, µπορούν να υπολογίσουν την εξέλιξη της πυρκαγιάς µε τη δημιουργία διάφορων μοντέλων διάδοσής της. Μετά την πυρκαγιά, χρησιμοποιώντας ΓΣΠ, οι υπεύθυνοι διαχείρισης µπορούν να υπολογίσουν τη δασική έκταση που έχει καεί και να εκπονήσουν ένα σχέδιο ολοκληρωμένης προστασίας κι ολιστικής διαχείρισής της.

Εγκαθιδρύοντας έναν κεντρικό οργανισµό, η διαχείριση των δασικών πυρκαγιών µπορεί να λειτουργήσει σε ικανοποιητικό βαθμό. Πολλοί άνθρωποι µε διαφορετικές επαγγελµατικές δεξιότητες, διαφορετική πολιτιστική και εκπαιδευτική εµπειρία και διαφορετικές πολιτικές αρμοδιότητες, θα έχουν την ευκαιρία να λαµβάνουν µέρος σε αυτόν τον οργανισµό και να επωφελούνται από αυτές τις µελέτες. Αυτοί µπορεί να είναι: Επιστήμονες, Τεχνικοί, Πολιτικοί, Διαχειριστές Καταστροφών σε τοπικό, περιφερειακό και εθνικό επίπεδο, Εκπαιδευτικοί, ΜΜΕ, Εµπορικά ενδιαφέροντα, Εταιρείες ανάπτυξης περιβαλλοντικών εργαλείων και µέλη.

Η συγκεκριμένη εφαρμογή είναι πολύ χρήσιµη, ώστε να καταστούν κατανοητές οι δυνατότητες και η ευκολία των ΓΣΠ σε διάφορα θέµατα που άπτονται της έρευνας και επιστημονικής μελέτης. Στο τομέα των δασικών πυρκαγιών, τα ΓΣΠ δεν χρησιμοποιούνται µόνο στον καθορισµό των επικίνδυνων περιοχών ή την επάρκεια των παρατηρητηρίων, αλλά μπορούν επιπλέον να χρησιμοποιηθούν: στην ανάλυση της πιθανής / ενδεχόμενης εξάπλωσης, σε μοντέλα εξάπλωσης που υποστηρίζουν τις στρατηγικές διαχείρισης δασικών πυρκαγιών σε πρότυπα και χρονικά πλαίσια για την προβλεπόµενη συμπεριφορά της πυρκαγιάς, στο να καθορίζουν τις πιθανές γραμμές ελέγχου βασιζόμενα σε τοπογραφικά χαρακτηριστικά, στο να καθορίζουν τις περιοχές που απαιτούν αποκατάσταση, να ορίζουν τις κριτικές αξίες που απαιτούν προτεραιότητα ως προς την προστασία, στην ανάλυση των «Τι αν (what if)» σεναρίων και να προσχεδιάζουν τις πιθανές εστίες πυρκαγιών.

Τα ΓΣΠ, με άλλα λόγια, µπορούν να εμπλακούν πετυχημένα, ως ένα σύγχρονο εργαλείο χωρικής επεξεργασίας και μοντελοποίησης δεδομένων του περιβάλλοντος, στη γεωγραφική ανάλυση εµφάνισης πυρκαγιών και εκτίµησης του κινδύνου αυτών. Χωρικά δεδομένα όσον αφορά: την κατανοµή στο χώρο και στο χρόνο της κάλυψης δασών και δασικών εκτάσεων, μετεωρολογικών δεδομένων, της τοπογραφίας της περιοχής και άλλων περιβαλλοντικών παραγόντων, µπορούν µε ευκολία και με ταχύτητα να συνδυασθούν και επεξεργασθούν στα πλαίσια µιας καλά δομημένης τράπεζας πληροφοριών µέσω των εργαλείων και πλεονεκτημάτων που προσφέρουν τα γεωγραφικά συστήµατα πληροφοριών, η επιστήµη της πληροφορικής και η ψηφιακή αυτόµατη επεξεργασία. Η ανάπτυξη μοντέλων ακριβείας που θα χρησιμοποιούνται από τις τοπικές υπηρεσίες µπορεί να θεωρηθεί ως η ειδοποιός διαφορά μεταξύ ζωής και θανάτου στις καταστάσεις έκτακτης ανάγκης. Τα ΓΣΠ µπορούν ακόµα και να σώσουν ζωές, να αποτρέψουν την καταστροφή περιουσιών και να βοηθήσουν στη διατήρηση των φυσικών πόρων.

Σύμφωνα με τον Καθηγητή του Τμ. Δασολογίας & Φυσικού Περιβάλλοντος Γήτα Ι. (2007) σε δημοσίευσή του: «Γεωγραφικά Συστήματα Πληροφοριών και Τηλεπισκόπηση στη Δασική Πράξη», η Τηλεπισκόπηση ορίζεται ως η επιστήµη και τεχνική συλλογής και καταγραφής δεδομένων για αντικείμενα, µε τα οποία τα συστήµατα καταγραφής δεν έχουν φυσική επαφή μεταξύ τους, καθώς και ανάλυσης αυτών για την εξαγωγή χρήσιµων πληροφοριών. Με την Τηλεπισκόπηση ουσιαστικά καταγράφεται η ενέργεια η οποία ανακλάται ή εκπέμπεται από ένα αντικείμενο. Η δορυφορική τηλεπισκόπηση έχει συνεπώς το δυναμικό να υποστηρίζει τόσο πολύπλοκα μοντέλα προσομοίωσης, όσο και περιβαλλοντικές και γεωτεχνικές μελέτες, οι οποίες εξαρτώνται από τη δυνατότητα παρακολούθησης κατανομών περιβαλλοντικών παραμέτρων μέσω καταγραφών σε κατάλληλες χωρικές και χρονικές κλίμακες και ανάλυσης των αντίστοιχων δεδομένων. Πολλοί είναι οι δορυφόροι που χρησιμοποιούνται σήµερα για την καταγραφή διαφόρων φαινομένων και ειδικά της εξάπλωσης των πυρκαγιών, οι σημαντικότεροι από τους οποίους χαρακτηριστικά είναι οι: ERS-1, JERS-1, QUICKBIRD, LANDSAT-5, EARLYBIRD, SPOT.

Στην όλη διαδικασία συλλογής στοιχείων µε τη βοήθεια της τηλεπισκόπησης το βασικό ρόλο παίζουν οι δέκτες. Υπάρχουν δύο ειδών δέκτες, οι παθητικοί και οι ενεργητικοί, ανάλογα µε τη δυνατότητα που έχουν για την εκποµπή ηλεκτρομαγνητικής (Η/Μ) ακτινοβολίας. Ιδανικό είδος δορυφόρων για τηλεπισκοπικά συστήµατα µε παθητικούς ή ηλεκτρο-οπτικούς δέκτες είναι οι δορυφόροι µε πολική ηλιοσύγχρονη (sun-synchronous) τροχιά, στους οποίους η γωνία µεταξύ του ήλιου και του επιπέδου της τροχιάς του δορυφόρου διατηρείται σταθερή κι έτσι εξασφαλίζεται η σταθερότητα της γωνίας της ηλιακής ακτινοβολίας, σε δεδομένο γεωγραφικό πλάτος, για µικρό χρονικό διάστηµα. Παράδειγμα αποτελούν οι δορυφόροι Landsat και Spot που η κυριότερη των χρήσεων τους θεωρείται η κάθε μορφής χαρτογράφηση περιλαμβάνοντας εκείνες των χρήσεων γης, βλάστησης, των δασικών πυρκαγιών.

Οι ενεργητικοί δέκτες είναι γνωστοί ως radar με την ακριβέστερη ονοµασία τους να είναι Synthetic Aperture Radar (SAR). Οι δέκτες SAR είναι ενεργά συστήµατα εικόνας, μεταδίδουν δηλαδή ένα σήµα στη µικροκυµατική περιοχή του Η/Μ φάσµατος (μικροκύματα) και μετρούν την ένταση και άλλα χαρακτηριστικά του επιστρεφόμενου σήµατος µετά την αντανάκλαση του στην επιφάνεια της γης. Επειδή οι δέκτες αυτοί είναι ενεργοί και η λειτουργία τους έγκειται σε μεγαλύτερα µήκη κύµατος από τα ηλεκτρο-οπτικά, έχουν τη δυνατότητα να πραγματοποιούν ευκρινείς μετρήσεις (λήψεις) µέσα από σύννεφα, ομιχλώδεις σχηματισμούς, καταιγίδες, χαλάζι, ανεμοθύελλες κοκ. Για αυτό το λόγο, οι κυριότερες εφαρμογές τους αφορούν περιοχές µε μεγάλη νεφοκάλυψη, ομιχλώδεις ακτογραμμές και σκοτεινές πολικές περιοχές. Συνήθως οι δορυφόροι διαθέτουν ένα από τα δύο συστήµατα δεκτών και επομένως µπορούν να λειτουργούν ή στην ορατή και υπέρυθρη ή στη µικροκυµατική περιοχή του Η/Μ φάσµατος.

Με απλά λόγια, οι δορυφόροι διαθέτουν χιλιάδες μικροσκοπικούς ανιχνευτές που μετρούν τα ποσά της Η/Μ ακτινοβολίας που αντανακλώνται στην επιφάνεια της γης και τα οποία ονομάζονται φασµατικές μετρήσεις. Κάθε φασµατική μέτρηση (αντανάκλαση) καταχωρείται σαν ένας αριθµός, ο οποίος εν συνεχεία αναμεταδίδεται σε σταθµούς εδάφους και μετατρέπεται µέσω υπολογιστών σε χρώµατα ή διαβαθμίσεις της ασπρόμαυρης κλίµακας (gray scale). Έτσι δημιουργείται η δορυφορική εικόνα που αναπαρίσταται από ένα τρισδιάστατο πίνακα και σε κάθε θέση του υπάρχει μία τριάδα αριθμών κυμαινόμενοι από το διάστημα 0 μέχρι 255 και αντιπροσωπεύουν τη συμμετοχή των τριών βασικών χρωμάτων (κόκκινο =R, πράσινο =G, μπλε =B).

Με αυτή τη μέθοδο, οι ψηφιακές εικόνες απεικονίζονται µέσω προσθετικών έγχρωμων σύνθετων μοντέλων (ψευδέχρωμες εικόνες) χρησιμοποιώντας τα τρία βασικά χρώµατα και τον συνδυασμό τους. Το γεγονός αυτό δίνει τη δυνατότητα ανάλογα µε τον αντίστοιχο συνδυασµό των τριών από τα 7 συνολικά φασµατικά κανάλια του θεµατικού χαρτογράφου (του δορυφόρου Landsat, για παράδειγμα), για καλύτερη ανάδειξη και συνεπώς ανάλυση και ερμηνεία διαφορετικών χαρακτηριστικών της γήινης επιφάνειας ενδιαφέροντος.

Έτσι λοιπόν, ο συνδυασμός των καναλιών (RGB) δίνει ξεχωριστά χρωματικά αποτελέσματα για χαρακτηριστικά βλάστησης, τις αστικές περιοχές, να αναδεικνύουν διαφορές στην θερμοκρασία υδάτινων επιφανειών, εντοπισμό πετρελαιοκηλίδων, εντοπισμό ρέουσας λάβας ηφαιστείων, διάκριση ορυκτών πετρωμάτων, εκπομπές αερίων από ηφαίστεια και υδροθερμικές αναβλύσεις, το έδαφος που εμπεριέχει περισσότερη εργασία, τα κωνοφόρα σε αντίθεση με τα υπόλοιπα φυλλοβόλα δένδρα, κοκ. Η επιλογή λοιπόν των φασµατικών καναλιών που θα χρησιμοποιηθούν κάθε φορά γίνεται µε βάση το σκοπό για τον οποίο απαιτούνται πληροφορίες. Όσον αφορά στις δασικές πυρκαγιές, αυτές μπορούν να παρακολουθούνται και να αναλύονται σε μεγάλες περιοχές µε έγκαιρο και επωφελή τρόπο µε τη χρήση δορυφορικών εικόνων σε συνδυασµό µε χωρική ανάλυση και ψηφιοποίηση της τοπολογίας, όπως αυτή παράγεται από τα ΓΣΠ. Οι μέθοδοι διεργασίας των ψηφιακών εικόνων, όπως ανάλυση φασµατικού προφίλ, δείκτες βλάστησης και πολυφασµατική ταξινόμηση, µπορούν να χρησιμοποιηθούν από τον ανιχνευτή των δορυφορικών εικόνων αφού αποκτηθούν πριν και µετά την πυρκαγιά.

Το δορυφορικό Παγκόσμιο Σύστημα Εντοπισμού Θέσης (Global Positioning System – GPS) αποτελεί ένα εύχρηστο και χρήσιμο εργαλείο για τη µελέτη των φαινοµένων των φυσικών καταστροφών µε ένα πλήθος εφαρμογών. Τα πλεονεκτήματα του που ενισχύουν την ολοένα και συχνότερη χρήση του είναι τα εξής: η υψηλή του ακρίβεια, η συνεχής του διαθεσιμότητα, στη πληρότητα της αυτοματοποιημένης διαδικασίας, στην άρτια λειτουργικότητά του κάτω από όλες τις καιρικές συνθήκες. Το GPS δίνει ακριβή πληροφορία για τη θέση ενός σηµείου µια δεδομένη χρονική στιγµή, παρέχοντας τις οριζόντιες συντεταγμένες του σηµείου (Χ,Υ), το υψόµετρό του (Ζ) και το χρόνο λήψης του σήµατος από το δορυφόρο. Οι κυριότερες εφαρµογές του εντοπίζονται στην προετοιμασία έναντι ενός φυσικού φαινομένου, στα σχέδια έκτακτης ανάγκης, στην άμεση απόκριση σε µία φυσική καταστροφή, στην καταγραφή µίας φυσικής καταστροφής και των συνεπειών της και στην παρακολούθηση φυσικών κινδύνων, όπως χαρακτηριστικά είναι ο σεισµός, η ηφαιστειακή δραστηριότητα, οι κατολισθήσεις μεγάλων τεμάχων / πρανών, οι δασικές πυρκαγιές.

Ειδικότερα όσον αφορά τις δασικές πυρκαγιές, µε τη βοήθεια του GPS γίνεται εύκολα η σύνταξη χαρτών µε τις ζώνες επικινδυνότητας µίας περιοχής, µε τοποθέτηση σε χάρτη των ακριβών συντεταγμένων των σημείων προς μέτρηση. Έτσι κρίνεται δυνατή: η προετοιμασία έναντι στον κίνδυνο, ο κατάλληλος κι άρτιος επαγγελματικός σχεδιασµός σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης και ο γενικότερος χωροταξικός σχεδιασµός της περιοχής, ώστε να πραγματοποιηθεί η ενδεχόμενη εξάλειψη του κινδύνου.

Για να αντιληφθεί κανείς τη χρήση του GPS στο στάδιο της απόκρισης ενός κινδύνου πυρκαγιάς, αρκεί να αναφερθεί στο χαρακτηριστικό παράδειγμα της πόλης του Σικάγο, όπου στα οχήµατα του κέντρου έκτακτων αναγκών (κέντρο 911) έχει τοποθετηθεί εξοπλισµός αυτόµατου εντοπισμού οχήματος (Automatic Vehicle Location- AVL). Με τη χρήση αυτού παρέχεται πλούτος πληροφορίας και δεδομένων σχετικά µε το ποιο όχηµα είναι πιο κοντά στο σηµείο ανάγκης, θέσεις των πυροσβεστικών κρουνών, κατευθύνσεις δρόµων, µε αποτέλεσµα να μειώνεται ο χρόνος απόκρισης.

Σηµαντική είναι και η χρήση του GPS για την καταγραφή του μεγέθους της καταστροφής και της αξιολόγησής της. Με το GPS αποτυπώνονται άµεσα οι πληγείσες περιοχές και συντάσσονται έτσι χάρτες που µπορούν να χρησιμοποιηθούν για την αξιολόγηση των ζηµιών. Σηµαντική σε αυτό τον τοµέα είναι η συμβολή των ΓΣΠ και των δορυφορικών εικόνων. Οι μετρούμενες συντεταγμένες GPS µπορούν να ενσωματωθούν σε µία χωρική βάση δεδομένων ΓΣΠ, παρέχοντας έτσι κατάλληλα ενημερωμένους χάρτες σε πραγματικό χρόνο (real time data) και µαζί µε τις δορυφορικές εικόνες, να δώσουν μία άµεση εκτιμώμενη εικόνα της πύρινης καταστροφής. Γενικά, οι δορυφορικές εικόνες, τα ΓΣΠ και η παρακολούθηση µε σύστημα GPS ενσωματωμένα όλα σε ένα υπολογιστικό σύστηµα έκτακτης ανάγκης, µπορούν να προσφέρουν ένα σηµαντικό κι αποτελεσματικό εργαλείο για την άμεση απόκριση σε μία καταστροφή. Οι εικόνες σε συνδυασµό µε υπάρχοντες χάρτες µπορούν να «φορτωθούν» σε ένα πρόγραμμα σε φορητό υπολογιστή, συνδεδεμένο µε ένα δέκτη GPS και να αποτελέσουν ένα σηµαντικό εργαλείο για τις επιχειρήσεις έκτακτης ανάγκης.

Να σημειωθεί πως για την καταπολέμηση μεγάλων εστιών πυρκαγιών κρίνεται αναγκαίο κι επιτακτικό να υπάρχουν ακριβή δεδομένα άµεσα όσον αφορά την κατεύθυνση της φωτιάς, τις θέσεις παράταξης των δυνάµεων, τις θέσεις / τοποθεσίες κτιρίων. Για την καταγραφή επιπλέον πληροφορίας, η χαρτογράφηση γίνεται µε χρήση GPS δέκτη χειρός λαµβάνοντας σήµα στο στρατιωτικό κώδικα Υ για μεγαλύτερη ακρίβεια. Τα δεδομένα εισάγονται αµέσως σε ΓΣΠ λογισµικό για τη μετέπειτα απεικόνισή τους σε χάρτες. Έτσι οι χάρτες που προκύπτουν παρέχουν πληροφορία τόσο στο κέντρο διαχείρισης, όσο και στους υπεύθυνους για την τελική αποτίµηση των ζηµιών.

Για την αντιμετώπιση της έναρξης και μετέπειτα της εξάπλωσης μίας δασικής πυρκαγιάς, στην οποία υπάρχει εμπλοκή αρκετών φορέων από πλευράς διαχειριστικού σχεδίου, απαιτούνται ορθολογικές και ποσοτικοποιηµένες πληροφορίες που να οδηγούν σε αποτελεσματικές και εκλογικευμένες δράσεις, κυμαινόμενες σε αληθινό χρόνο. Η ανάλυση εργαλείων αντιμετώπισης κρίσεως στην περίπτωση αυτή εμπλέκει συνήθως επιχειρησιακά συστήµατα που βασίζονται σε ειδικευόμενο λογισµικό προσομοίωσης και ποσοτικοποίησης της χωρικής εµπειρίας. Τα Συστήµατα ∆ιαχείρισης Κρίσεων καθίστανται ευρέως γνωστό ότι βοηθούν στις αποφάσεις που πρέπει να ληφθούν από τους εμπλεκόμενους φορείς διαχείρισης κρίσεων, παρέχοντας ορθολογικές και ποσοτικοποιηµένες πληροφορίες βασιζόμενες στις συγκεκριμένες τοπικές συνθήκες και τις πιθανολογούμενες συνέπειες.

Κατά τους Ξανθόπουλος & Μανάση (2001) στη δημοσίευσή τους: «Μεθοδολογία δημιουργίας μοντέλων καύσιµης ύλης για την πρόβλεψη της συμπεριφοράς των δασικών πυρκαγιών», η πρόβλεψη της συμπεριφοράς των δασικών πυρκαγιών παρέχουν σημαντικό βοήθημα για την καλή διαχείριση αυτών τόσο όσον αφορά την αντιμετώπιση τους (σχεδιασµός της αντιμετώπισης, εκπαίδευση προσωπικού) όσο και όσον αφορά τη γενικότερη πρόληψή τους (διαχείριση δασικής καύσιµης ύλης, εκτίµηση κινδύνου, προδιαγεγραμμένη καύση). Περιστατικά δασικών πυρκαγιών είναι γνωστό ότι προκαλούν ανεπανόρθωτες ζηµιές σε περιοχές μεγάλης οικολογικής σηµασίας. Κατά συνέπεια, η ανάπτυξη ενός λειτουργικού συστήματος για τη διαχείριση τέτοιων περιστατικών είναι μείζονος σηµασίας για τους φορείς και τους τελικούς χρήστες. Η πιο σηµαντική συνιστώσα ενός τέτοιου ολοκληρωμένου συστήματος που διαχειρίζεται αποτελεσματικά τις δασικές πυρκαγιές είναι το εργαλείο προσομοίωσης που έχει διττή σηµασία : ένα µαθηµατικό πρότυπο διακριτού τρόπου επέκτασης για τον υπολογισµό των συνεπειών που εμπλέκονται και ένα ασαφές σύστηµα για τον υπολογισµό της ταχύτητας εξάπλωσης της φωτιάς συναρτήσει αλληλεπιδρώντων παραγόντων όπως τα χερσαία χαρακτηριστικά, ο τύπος της βλάστησης και η πυκνότητά του, καθώς επίσης και οι μετεωρολογικές συνθήκες

Βασική και πλέον ουσιώδης συνιστώσα ενός τέτοιου συστήματος είναι το εργαλείο προσομοίωσης δασικών πυρκαγιών. Η προσομοίωση δασικών πυρκαγιών είναι μεγάλης σηµασίας για 2 βασικούς λόγους: ο ένας είναι καθαρά επιχειρησιακός και αφορά τον υπολογισµό της εξάπλωσης της πυρκαγιάς κατά τη διάρκεια του γεγονότος, ενώ ο δεύτερος έχει να κάνει µε τη χρήση και συμβολή ενός τέτοιου εργαλείου στη λήψη αποφάσεων κατά τη διάρκεια των κρίσεων που συνδέονται µε πύρινες εστίες πυρκαγιών.

Διάφορες μέθοδοι μοντελοποίησης της καύσιμης ύλης διερευνώνται ανά τον κόσμο για τη διαχείριση των δασικών πυρκαγιών, με δεκατρία (13) μοντέλα καύσιμης ύλης (ΜΚΥ) να έχουν αποτελέσει σταθμό, τα οποία αναπτύχθηκαν αρχικά για το Σύστηµα Πρόβλεψης Συμπεριφοράς Πυρκαγιάς BEHAVE, όπου η ταξινόμηση της βλάστησης βασίστηκε σε επιτόπια μέτρηση της καύσιµης ύλης. Τα μοντέλα καύσιµης ύλης µπορούν να χρησιμοποιηθούν στην εκτίµηση συμπεριφοράς πυρκαγιών είτε σε εφαρμογές που αφορούν προληπτικό σχεδιασµό, είτε σε πραγματικές επιχειρήσεις καταστολής αυτών, λαµβάνοντας υπόψη την τοπογραφία και τις μετεωρολογικές συνθήκες. Η ποσότητα της κατακείµενης νεκρής καύσιµης ύλης (δηλαδή κλαδιά διαμέτρου µέχρι 7,5 εκατοστά και φυλλοτάπητας), η χορτο-ποώδης βλάστηση και οι ιστάμενοι ζωντανοί θάµνοι (βλαστοί διαμέτρου µέχρι 0,5 εκατοστά και φύλλωµα) ταξινομούνται σε τύπους καυσίµου, τα λεγόµενα μοντέλα καύσιµης ύλης. Ένα μοντέλο καύσιµης ύλης προέρχεται από την ταξινόμηση των ειδών βλάστησης σύµφωνα µε τις φυσικοχημικές ιδιότητές τους κατά την καύση και χρησιμοποιείται για να ταξινομηθεί η βλάστηση που είναι επιρρεπής στη φωτιά.

Σήµερα υπάρχει πληθώρα συστημάτων για την πρόβλεψη της συμπεριφοράς των πυρκαγιών. Αυτά διαφέρουν σηµαντικά μεταξύ τους τόσο ως προς τις αρχές δημιουργίας τους (εµπειρικά, στατιστικά, ηµι-εµπειρικά, φυσικά), όσο και ως προς τις συνθήκες και δυνατότητες εφαρμογής τους. Το ευρύτερα χρησιμοποιούμενο σήµερα μοντέλο πρόβλεψης της συμπεριφοράς της φωτιάς είναι το ηµι-εµπειρικό μοντέλο του Rothermel. Σε αυτό βασίσθηκαν τα νομογράμματα πρόβλεψης συμπεριφοράς της φωτιάς του Albini, το πρωτοπόρο για την εποχή του και ακόµη χρησιμοποιούμενο σύστηµα πρόβλεψης της συμπεριφοράς πυρκαγιών µε Η/Υ που ονοµάσθηκε BEHAVE, αλλά και το σύγχρονο σύστηµα προσομοίωσης της εξάπλωσης των πυρκαγιών στο χώρο που ονοµάσθηκε FARSITE. Παρά το γεγονός ότι η συνιστώσα του ανέμου συχνά περιλαμβάνεται στα µαθηµατικά πρότυπα διάδοσης δασικών πυρκαγιών ελάχιστοι ερευνητές έχουν µελετήσει την επιρροή των κλίσεων στη συμπεριφορά της φωτιάς. Για την αξιολόγηση της αποδοτικότητας των µαθηµατικών προτύπων γίνονται όλο και πιο συχνά εργαστηριακά πειράματα δασικών πυρκαγιών. Τα εργαστηριακά πειράματα θεωρούνται ότι είναι µία καλή βάση για τις µελέτες µαθηµατικών προτύπων για την εξάπλωσή τους.

Τα μοντέλα πυρκαγιών που έχουν αναπτυχθεί εδώ και 30 χρόνια περίπου, προκύπτουν από σύνθετες αλληλεπιδράσεις των καιρικών / κλιματολογικών συνθηκών, του τύπου της βλάστησης, της υγρασίας του καυσίµου και της τοπογραφίας. Πολλά μοντέλα που προσομοιώνουν την εξάπλωση της πυρκαγιάς βασίζονται σε αρχές της θερμοδυναμικής που απαιτούν λεπτοµερή πληροφόρηση για την ταχύτητα του τοπικού ανέµου, την τοπογραφία, τη σχετική υγρασία, την υγρασία του καυσίµου και τη δοµή και πυκνότητα της καύσιµης ύλης. Τα μοντέλα αυτά είναι σχεδιασμένα να προβλέπουν την τοπική εξάπλωση των πυρκαγιών εδάφους για περιορισμένες χρονικές κλίµακες (δηλαδή για λίγες ώρες), ενώ η χρησιμότητά τους για προβολή πυρκαγιών μεγάλης χρονικής διάρκειας παραµένει προβληµατική.

Ενδεικτικά, το σύστηµα BEHAVE, σύμφωνα με τον Καθηγητή του Τμημ. Γεωγραφίας κο Καλαμποκίδη & άλλους (2004), αποτελεί ένα υπολογιστικό πρόγραµµα φιλικό προς το χρήστη και αποτελείται από µια συλλογή µαθηµατικών μοντέλων (αλγορίθμων) που περιγράφουν τη φωτιά και το περιβάλλον της, και χρησιμοποιείται κυρίως για την πρόβλεψη της συμπεριφοράς µιας πυρκαγιάς µε σκοπό τη διαχείρισή της. Προϋποθέτει την περιγραφή των δασικών καυσίµων µε ένα συγκεκριμένο τρόπο, όπου τα χαρακτηριστικά κάθε δασικού τύπου περιγράφονται µε ορισμένες µέσες τιµές. Το σύνολο των αντιπροσωπευτικών αυτών τιµών ονοµάζεται «μοντέλο καύσιµης ύλης». Η ακρίβεια των προβλέψεων συμπεριφοράς µιας πυρκαγιάς από το BEHAVE εξαρτάται σε μεγάλο βαθµό από την ποιότητα των δεδομένων που δίδονται σε αυτό και στα οποία βασίζονται οι υπολογισµοί. Ένα από τα υποσυστήματα του BEHAVE, ονομαζόμενο NEWMDL, επιτρέπει τη δημιουργία τοπικών μοντέλων καύσιµης ύλης. Για να αξιοποιήσει ο χρήστης αυτή την δυνατότητα χρειάζεται μετρήσεις της καύσιµης ύλης που τον ενδιαφέρει οι οποίες όµως , δεν είναι συνήθως άµεσα διαθέσιµες και η συλλογή τους είναι κοπιώδης. Η μέθοδος στηρίζεται στην εκτίµηση της βιομάζας, ειδικότερα των θάµνων, µε τη βοήθεια αλλοµετρικών εξισώσεων. Η βιομάζα των θάµνων είναι η εξαρτημένη μεταβλητή ενώ το ποσοστό της φυτοκάλυψης και το ύψος των θάµνων είναι οι ανεξάρτητες μεταβλητές.

Όταν επιτευχθεί η εκτίµηση των διαφόρων σεναρίων εξέλιξης της πυρκαγιάς, ο σχεδιασµός µιας απαραίτητης υποδοµής, καθώς και η βέλτιστη διαχείριση των πόρων, τότε το μοντέλο προχωρά σε µια εκτίµηση του κόστους των απωλειών οφειλομένων στην καταστροφή του περιβάλλοντος. Οι προσομοιώσεις αυτές βασίζονται σε ένα ισχυρό εργαλείο εκτίµησης εξάπλωσης της φωτιάς όπου υπολογίζεται η μετάδοση της και τα χαρακτηριστικά της σε κάθε κελί. Εκτιµώνται το µήκος της φλόγας, η θερµότητα ανά επιφάνεια και η ένταση της φωτιάς, παράμετροι σηµαντικοί στην εκτίµηση των απαιτούμενων δυνάµεων που χρειάζονται για την αποτελεσματική καταπολέμηση και κατάσβεση της. Επίσης, γίνεται υπολογισµός ενός δείκτη που καθορίζει την σπουδαιότητα µιας δασικής πυρκαγιάς για κάθε πυρκαγιά στην περιοχή. Αυτή η τιµή εξελίσσεται µε τον χρόνο σαν τις αλλαγές που συμβαίνουν στο μέγεθος της περιμέτρου της πυρκαγιάς, την τοποθεσία και την ένταση της.

Ο δείκτης αυτός βοήθα στιγμιαία στην προσαρμογή των διατιθέμενων πόρων και την βέλτιστη κατανοµή της. Επιπλέον, κριτήρια όπως η διοίκηση της περιοχής και η διαθεσιμότητα των οµάδων καταπολέμησης λαμβάνονται υπόψη. Οι μονάδες καταπολέμησης της πυρκαγιάς κατανέµονται και αποστέλλονται σύµφωνα µε τον βαθμό σπουδαιότητας κάθε πυρκαγιάς. Συχνά υπάρχουν περιορισμένοι πόροι σε σχέση µε αυτούς που απαιτούνται εξαιτίας είτε της έλλειψης διαθέσιµων µονάδων, είτε της υπερβολικής ζήτησης σε ηµέρες αιχµής. Στις περιπτώσεις αυτές, η καταπολέμηση της φωτιάς δεν είναι 100% επιτυχής, µε αποτέλεσµα τη διαφυγή της. Το σύστηµα τότε εκτιµά το μέγεθος της φωτιάς που πρέπει να εµφανιστεί έτσι ώστε να απορροφήσει όλους τους διαθέσιμους πόρους για την ασφαλή και επιτυχή κατάσβεσή της.

∆ιάφορα μοντέλα εκτίµησης κατανοµής πόρων λαµβάνουν υπόψη τους την αύξηση της περιμέτρου της φωτιάς και εκτιµούν τις απαιτούμενες μονάδες καταπολέμησης της και κατάσβεσης της. Tο σύστηµα προσομοιώνει τον κίνδυνο εµφάνισης πυρκαγιάς σε µια ορισμένη περίοδο προσομοίωσης. Αυτό το χρονικό διάστηµα μεταβάλλεται από µία µέρα µέχρι μερικούς µήνες. Στοιχεία όπως το κλίµα και ο άνεµος που εκτιµώνται από πιθανολογικούς υπολογισμούς, µπορεί να διαφέρουν από τα πραγματικά σε κάποια προσομοίωση. Έτσι, το μοντέλο προσομοίωσης εφαρμόζεται για την ίδια προσομοίωση αρκετές φορές και κάθε φορά προστίθεται µία πολύ µικρή στοχαστική μεταβολή. Τα αποτελέσµατα της προσομοίωσης παρουσιάζονται σε µορφή πινάκων και γραφικών. Σε αυτά περιλαμβάνονται στοιχεία εξέλιξης καιρού και άνεµου, κατανοµή εμφανίσεων πυρκαγιών, µέσες τιµές ανάπτυξης αυτών, όπως το μέγεθος, οι γραµµές έντασης και η σπουδαιότητα κάθε πυρκαγιάς. Επιπλέον, λαμβάνονται αναφορές σχετικά µε την χρήση των πόρων και την βέλτιστη κατανοµή τους. Τελικά, τα αποτελέσματα της προσομοίωσης δίνουν: το συνολικό εκτιμώμενο οικονομικό κόστος, τους διαθέσιμους πόρους (ανθρώπινο δυναμικό, τεχνολογία, κλωβοί διοίκησης, μεταφορικά μέσα, λοιπές εγκαταστάσεις) που χρησιμοποιήθηκαν για την αντιμετώπιση και καταπολέμηση, το κόστος των πόρων που χρησιμοποιήθηκαν, το κόστος των ζημιών (από περιβαλλοντική υποβάθμιση, καμένες εκτάσεις, κατεστραμμένες ιδιοκτησίες, κατεστραμμένοι δρόμοι κι οδικές αρτηρίες), το κόστος συντήρησης της υποδομής που έχει επιλεγεί.

Στο τελικό στάδιο έχουμε το χωρισμό των διάφορων χαρακτηριστικών που δημιουργούνται από τη προσομοίωση σε θεματικές ομάδες. Η κάθε θεµατική οµάδα χρησιμοποιεί µια βάση δεδομένων ως χώρο αποθήκευσης. Αναλυτικότερα η κάθε οµάδα περιέχει τα παρακάτω στοιχεία: τα βασικά χαρακτηριστικά, αποτελούνται από τα όρια της περιοχής που μας ενδιαφέρει για τη μελέτη, οι ισοϋψείς, το οδικό δίκτυο, τα ρέματα, τα μονοπάτια, τα όρια οικισμών και τα διοικητικά όρια. Τα χαρακτηριστικά συνθηκών, που συγκαταλέγονται οι ζώνες βλάστησης, δηλαδή τα διάφορα είδη κι ο βαθμός επικινδυνότητας, δασική κάλυψη, κάλυψη από καλλιέργειες, κάλυψη από θάμνους, βαθμός κάλυψης χερσαίου τμήματος περιοχής. Η Υποδομή – Κατασκευές, που περιλαμβάνει τη θεματική ομάδα των κτιριακών κατασκευών και μεμονωμένων κτισμάτων, εκκλησίες, αρχαιολογικούς χώρους, μοναστήρια, μνημεία, χώροι αναψυχής (γήπεδα, σταθμοί ξεκούρασης, σημεία πανοραμικής θέας, διάφορα πάρκα), σιδηροδρομικό δίκτυο και δίκτυα κοινής ωφελείας. Τη Διαχείριση – Προστασία, που περιλαμβάνει τη θεματική ομάδα των σταθμών πυροσβεστικής και δασική υπηρεσίας, ειδικά παρατηρητήρια, ζώνες ευθύνης υπηρεσιών και παρατηρητηρίων, αντλιοστάσια, ειδικές δεξαμενές, συστήματα παροχής νερού (κρήνες, πυροσβεστικοί κρουνοί, πηγές, γεωτρήσεις), κανάλια άρδευσης, πιθανές περιοχές για εκδήλωση πυρκαγιών (εμπειρική εκτίμηση) και κινούμενα χαρακτηριστικά (χρήστες).

Κάλλιστα συμπεραίνουμε ότι, η τεχνολογία σε αυτό το σημείο μας έχει δείξει το καλό της πρόσωπο. Εκείνο της ακέραιας και σωστής πληροφόρησης επί θεμάτων που άπτονται του περιβάλλοντος και δη της αντιμετώπισης φυσικών καταστροφών. Πάντα εναρμονισμένη στην υπηρεσία του ανθρώπου και των αναγκών του. Πάντα έτοιμη να συνεισφέρει στην αναγνώριση εκείνων των αιτιών που υψώνονται ως ένα αδιευκρίνιστο εμπόδιο για την βαθύτερη κατανόηση κι ερμηνεία της κατάστασης, με απώτερο σκοπό να επέλθει μία διεξοδική λύση που θα εξασφαλίσει την ισορροπία των δυνάμεων του δίπολου Φύση - Άνθρωπος. Η σωστή μεταχείριση της τεχνολογίας η άμιλλα και η συνεργασία όλων των εμπλεκόμενων φορέων κι απλών πολιτών μπορούν να αποδώσουν καρπούς που θα οδηγήσουν στην επίτευξη κερδοφόρων αλμάτων αλλαγής για μία κοινωνία, η οποία όχι μόνο θα αγαπά και θα σέβεται το περιβάλλον, τη Φύση, αλλά πολύ περισσότερο τον ίδιο της τον εαυτό!

Ο ελληνικός λαός έχει δοκιμαστεί σκληρά τα τελευταία χρόνια. Πολλές φορές με αδυσώπητο και μη ακραιφνή τρόπο. Αλλά χάρη στην επιμονή και την αφοσίωσή του στα θεμελιώδη ιδανικά που απαρτίζουν το ελληνικό πνεύμα και φιλότιμο, κατορθώνει να προσπεράσει τα οδοφράγματα και να ανατρέψει στην υπόσχεση Σήμερα, η σφοδρή οικονομική κρίση που μαστίζει τη χώρα μας, η αποδιάρθρωση της κοινωνικής συνοχής, η ανασφάλεια και η αβεβαιότητα για το μέλλον, η αδυναμία κατανόησης της σύνθετης πραγματικότητας, αναμενόμενα δημιουργούν ευνοϊκές συνθήκες ενίσχυσης της απαισιοδοξίας, δημιουργώντας ένα κλίμα μυστικισμού και πλασματικής κατανόησης μιας κατάστασης που δεν βασίζεται σε ορθά κριτήρια. Στο χέρι μας βρίσκεται να σταθούμε όχι μόνο στο ύψος των περιστάσεων, αλλά και των προκλήσεων, ώστε να υπερασπιστούμε καταλυτικά την ομορφιά αυτού του τόπου. Ο σχηματισμός ενός «συνταγματικού τόξου», η οικοδόμηση κοινωνικής και πολιτειακής συναίνεσης και η ακέραια πολιτική συνεννόηση επανδρώνουν το άρμα της προοπτικής για μία Ελλάδα του ήθους και αξιών. Άλλωστε, δε μπορούν παρά να σταθούν αληθινά τα λόγια του Sir W. Churchill: «ένας αισιόδοξος βλέπει μια ευκαιρία σε κάθε καταστροφή. Ένας απαισιόδοξος βλέπει μια καταστροφή σε κάθε ευκαιρία».
 

Σχόλια Αναγνωστών

0 Προσθήκη σχολίου

Δεν υπάρχουν ακόμα σχόλια για αυτό το άρθρο.

ΠΡΟΣΘΕΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ!
Απάντηση σε x
* Υποχρεωτικά πεδία* Το vimaonline σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά και άσχετα με το περιοχόμενο του άρθρου σχόλια. Είναι αυτονόητο πως η ομάδα διαχείρισης φέρει ευθύνη μόνο για τα επώνυμα άρθρα των συντακτών και των συνεργατών της.

Σας ευχαριστούμε για την συμμετοχή σας.