ΑΡΘΡΑ

Σταμάτης - Στυλιανός Βλάχος

MSc. Περιβαλλοντολόγος, διαχείριση ενέργειας & περιβάλλοντος, μέλος Οικολογικής Συνεργασίας Δήμου Παλαιού Φαλήρου ECO+  

Επαίσχυντες πολιτικές και συμφωνίες…

1 12 ΙΟΥΛΙΟΥ 2018, 17:44

«Οι αρχές της στρατηγικής είναι να ξέρεις το πεδίο της μάχης, να ξέρεις τις δυνάμεις του αντιπάλου σου και να κάνεις κάτι που ο αντίπαλός σου δεν περιμένει.»

Σουν Τσου, ~5ος αιών π.Χ., Κινέζος στρατηγός & θεωρητικός της στρατηγικής

Μία λαϊκή ρήση που χρησιμοποιούμε συχνά στο καθημερινό μας λεξιλόγιο, λέει ότι: «ο εχθρός του καλού είναι το καλύτερο». Φυσικά και είναι! Και πάντοτε θα είναι. Μέσα από τη συγκεκριμένη λαϊκή ρήση, προκύπτει η διακαής κι επιτακτική ανάγκη που επιχειρεί ο άνθρωπος για καλυτέρευση του επιπέδου αξιών και αυτοπραγμάτωσής του, με απώτερο προορισμό την αριστεία και την επίτευξη της ολοκλήρωσης του χαρακτήρα και του εσωτερικού του κόσμου. Ο σύγχρονος κόσμος γύρω μας είναι πολύπλοκος και αινιγματικός και συχνά είναι δύσκολο να τον κατανοήσουμε και ακόμα δυσκολότερο να τον εξερευνήσουμε και να τον χειριστούμε διεξοδικά. Αυτό επιτάσσει στο να αναπτύξουμε εξειδικευμένους και αποτελεσματικούς μηχανισμούς και τα κατάλληλα εργαλεία, ώστε να μας δοθεί η δυνατότητα να ανταπεξέλθουμε στις ολοένα αυξανόμενες απαιτήσεις και ανάγκες μίας κοινωνίας πολιτών, ενός κράτους και καλύτερης διευθέτησης ζητημάτων που αφορούν τον πολιτισμό και τη ζώσα οικονομία του. Αυτό όμως, με τη σειρά του, συνεπάγεται κι ορισμένους κινδύνους, που μπορούν να αποβούν καταστρεπτικοί για την εξέλιξη και την ανάδειξη της προσωπικότητας ενός ατόμου, ενός μικρού κοινωνικού συστήματος οργάνωσης ή ακόμη κι ενός Κράτους - Έθνους!

Για αυτό λοιπόν, απαιτείται η επίδειξη αμέριστης προσοχής και κατανόησης της επικείμενης σοβαρής κατάστασης, που πρόκειται να αποτελέσει θέμα σοβαρής συζήτησης. Όταν επίκειται μία σοβαρή κι άκρως σημαντική διεθνής συμφωνία και πρόκειται να τεθούν όροι, προτάσεις και διατάξεις πάνω στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και οι δύο πλευρές, κρίνεται απαραίτητο κι επιτακτικό, να αξιολογήσουν προσεκτικά, με εμπεριστατωμένη μελέτη και μέθοδο το ζήτημα αυτό. Να εξετάσουν τα δυνατά κι αδύνατα σημεία της Συνθήκης, να διερευνήσουν τυχόν παρανοήσεις και παραλείψεις στα κείμενα των προτάσεων, την άμεση και εξονυχιστική εξακρίβωση της ορθότητας κι αρτιότητας των διατάξεων Κάθε διεθνής συμφωνία, λοιπόν, έχει θετικά και αρνητικά στοιχεία για τις δύο πλευρές. Κατά συνέπεια, σοβαρή αξιολόγηση μίας συμφωνίας σημαίνει ζύγισμα των θετικών και των αρνητικών στοιχείων για κάθε μία από τις συμβαλλόμενες πλευρές, καθώς, επίσης, και το κατά πόσο οι διευθετήσεις αντιστοιχούν με την πραγματικότητα της διαφοράς. Πόσο ικανοποιητικός είναι δηλαδή ο βαθμός προσέγγισης του επίμαχου ζητήματος που τίθεται στον τάπητα των διαπραγματεύσεων. Κάτι που δεν έγινε στην προκείμενη περίπτωση του σκοπιανού ζητήματος, το οποίο εξακολουθεί να ταλαιπωρεί την πατρίδα μας, την Ελλάδα για 27 συνεχή χρόνια τώρα!

Ο λόγος; Η ιστορική υπογραφή της συμφωνίας για το ονοματολογικό της πΓΔΜ, παρουσία των πρωθυπουργών Ελλάδας (Αλέξη Τσίπρα) και πΓΔΜ (Ζόραν Ζάεφ), των Υπουργών Εξωτερικών της Ελλάδας (Νίκου Κοτζιά) και Σκοπίων (Νικολά Ντιμιτρόφ), καθώς και του ειδικού απεσταλμένου του Γ.Γ. του Ο.Η.Ε. κου Matthew Nimetz. Η τελετή της συμφωνίας έλαβε χώρα σε παράκτια ειδυλλιακή περιοχή στις Πρέσπες, μέσα σε ένα κλίμα εμφανούς χαράς εκ μέρους όλων των παραβρισκόμενων την ίδια στιγμή όπου ο ελληνικός λαός, στην συντριπτική πλειονότητά του, διακατέχονταν από συναισθήματα οργής, αγανάκτησης, έντονου συναισθηματικού πόνου, βαθιάς θλίψης κι οδύνης για το χαμό και της εθνικής αξιοπρέπειας των Ελλήνων πολιτών αυτής της χώρας, αλλά και των απανταχού Ελλήνων σε όλη την υφήλιο. Μα, το σημαντικότερο και το περισσότερο αποτρόπαιο από όλα αυτά τα αρνητικά συναισθήματα ήταν η προδοσία που ένιωσαν βαθιά στο μεδούλι τους. Προδόθηκαν οικτρά όλοι οι Έλληνες! Όχι από τη χώρα των Σκοπίων, αλλά από την κυβερνώσα παράταξη, στην οποία είχαν παραθέσει ψήφο εμπιστοσύνης πριν από τρία περίπου χρόνια. Έχασαν τη γη κάτω από τα πόδια τους! Δε μπορούσαν να πιστέψουν την κατάσταση στην οποία είχαν περιέλθει, ακούγοντας την ντροπιαστική και άκρως προδοτική συμφωνία που υπέγραψαν για την εκχώρηση του ονόματος «Μακεδονία» στη γείτονα χώρα ως το πλέον επίσημο όνομα αυτού του κράτους.

Το συγκεκριμένο ζήτημα είναι πολυφασματικό και πολυεπίπεδο, εκτός από σοβαρό. Απαιτεί διεξοδική κι εμπεριστατωμένη συζήτηση, με κατάλληλα επιχειρήματα κι επιστημονικές μελέτες από εξειδικευμένο προσωπικό. Σε καμία περίπτωση δεν αφήνεται να εννοηθεί η αυθεντικότητα της Μακεδονίας ως μη ελληνική. Η συμφωνία που υπογράφθηκε μεταξύ άλλων προβλέπει: το επίσημο όνομα θα είναι «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας», το οποίο θα είναι το συνταγματικό όνομα και θα χρησιμοποιείται erga omnes, όπως προβλέπεται στο Άρθρο 1 της συμφωνίας. Το σύντομο όνομα θα είναι: «Βόρεια Μακεδονία». Το νέο όνομα, δηλαδή, θα χρησιμοποιείται έναντι όλων στο εξωτερικό και στο εσωτερικό, ενώ η πΓΔΜ υποχρεούται, ουσιαστικά, να αλλάξει την ονομασία όλων των θεσμών της και των κρατικών ή συνδεδεμένων με το κράτος οργάνων της, ακόμη και του Θεάτρου των Σκοπίων. Ως ιθαγένεια προσδιορίζεται η: «Μακεδονική/Πολίτης της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας», όρος ο οποίος θα αναγράφεται σε όλα τα ταξιδιωτικά έγγραφα. Η γλώσσα, όπως αναγνωρίστηκε από την «Τρίτη Συνδιάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για την Τυποποίηση των Γεωγραφικών Ονομάτων», το 1977, θα είναι η «Μακεδονική». Τέλος, στο άρθρο 2 της συμφωνίας προβλέπεται ρητά ότι, η Ελλάδα δεν θα αντιταχθεί στην ένταξη της γείτονος χώρας υπό τη νέα ονομασία και τις ορολογίες σε διεθνείς, πολυμερείς και περιφερειακούς οργανισμούς και θεσμούς, όπου η Ελλάδα είναι μέλος.

Το σημείο, το οποίο έχει προκαλέσει έντονη συζήτηση και υψηλή αντιπαράθεση είναι το Άρθρο 7 της πολύκροτης συμφωνίας. Σε αυτό αναφέρονται πως Αθήνα και Σκόπια «αναγνωρίζουν ότι η εκατέρωθεν αντίληψή τους» ως προς τους δύο αυτούς όρους: «Μακεδονία» και «Μακεδόνας», ότι: «αναφέρεται σε διαφορετικό ιστορικό πλαίσιο και πολιτιστική κληρονομιά». Εκεί γίνεται διαχωρισμός ανάμεσα στην αρχαιότητα και στον πολιτισμό της άλλης χώρας (πΓΔΜ), ενώ η «Μακεδονική» περιγράφεται ως η επίσημη γλώσσα που ανήκει στην ομάδα των «Νότιων Σλαβικών Γλωσσών». Οι επικριτές (αντιτιθέμενοι) αυτής της συμφωνίας υποστηρίζουν ακριβώς το αντίθετο. Ότι ακριβώς το συγκεκριμένο σημείο της συμφωνίας, αποτελεί ένα «δούρειο ίππο» αλυτρωτισμού, ένα ύποπτο μήνυμα στο υποσυνείδητο του λαού της πΓΔΜ, ο οποίος θα μπορεί να εκδηλωθεί στο μέλλον και να βλάψει τα κυριαρχικά συμφέροντα και την εθνική υπόσταση της Ελλάδας. Το ίδιο κι ορισμένες μεταβατικές διατάξεις που προβλέπονται για την εφαρμογή της νέας ονομασίας σε όλα τα επιμέρους έγγραφα που την απαρτίζουν, εσωτερικής και εξωτερικής χρήσης.

Με βάση το κείμενο της συμφωνίας που τελέσθηκε στις Πρέσπες, μπορούμε να κάνουμε λόγο, ότι σε αυτό διακρίνονται ορισμένες ασάφειες και παρανοήσεις, οι οποίες, με τη σειρά τους δημιουργούν «γκρίζες ζώνες» με την προοπτική να αποδειχθούν επικίνδυνες και να αναζωπυρώσουν το πνεύμα του αλυτρωτισμού στο εγγύς μέλλον. Η βασική παρανόηση στο κείμενο της συμφωνίας εντοπίζεται στο ότι, οι πολίτες του κράτους της Βόρειας Μακεδονίας (τέως πΓΔΜ) θα ονομάζονται: «Μακεδόνες/πολίτες της Βόρειας Μακεδονίας» και η γλώσσα της επικρατούσης εθνότητας: «μακεδονική». Όμως, το εύλογο συμπέρασμα είναι ότι αφού συμφωνήθηκε η χώρα να ονομάζεται Βόρεια Μακεδονία, κατ’ αντιστοιχία θα έπρεπε οι κάτοικοι εκείνης της χώρας, με τη σειρά τους, να ονομάζονται Βορειομακεδόνες και η ιθαγένειά τους η βορειομακεδονική ως παράγωγο της κρατικής ονομασίας (παράδειγμα: ο κάτοικος της Ιταλίας ονομάζεται Ιταλός, της Ελβετίας καλείται Ελβετός). Πράγμα που δεν ισχύει.

Ο Καθηγητής Διεθνούς Δικαίου του Παντείου κος Άγγελος Συρίγος προβλέπει ότι ο νομικός όρος «Erga omnes», που σημαίνει: «έναντι όλων» κι εμπεριέχει γενική χρήση, καταργείται και δεν θα έχει ισχύ και επιρροή μέσα στη συμφωνία που έχει θεσπιστεί. Κι αυτό γιατί, στο άρθρο 7 της συμφωνίας ορίζεται ότι τόσο η Ελλάδα, όσο και τα Σκόπια θα συνεχίσουν να ερμηνεύουν τους όρους «Μακεδονία» και «Μακεδόνες» με όποιον τρόπο θέλει η κάθε πλευρά, που εν συνεχεία αυτό οδηγεί στην παραβίαση του συγκεκριμένου όρου (erga omnes). Οι δύο χώρες όφειλαν να έχουν ήδη συμφωνήσει από κοινού και μέσα σε λογικά πολιτικά πλαίσια σε ένα κοινά αποδεκτό όνομα για όλες τις χρήσεις και που θα εμπεριέχεται σε όλες τις μεταβατικού τύπου διατάξεις. Δηλαδή είτε κάποιος είναι Γερμανός, είτε Ολλανδός, είτε Έλληνας, είτε Σκοπιανός, θα μπορεί να χρησιμοποιεί παντού τον ίδιο όρο, την ίδια κι απαράλλακτη ονομασία και έννοια. Και με αυτό τον τρόπο θα έχει εξασφαλισθεί η ακεραιότητα και η παγίωση του erga omnes. Με λίγα λόγια, θα έχουμε λοιπόν, το κράτος της Βόρειας Μακεδονίας που θα κατοικείται από «Μακεδόνες» και θα ονομάζονται οι ίδιοι Μακεδόνες, αλλά όμως οι Έλληνες θα μπορούν να τους αποκαλούν «Βορειομακεδόνες». Στην ουσία, αποτελεί προσαρμογή μιας παλαιάς θέσεως και πολιτικής των Σκοπίων, που ισχυρίζονταν ότι: «εμείς θα ονομαζόμαστε όπως θέλουμε και εσείς μπορείτε να μας ονομάζετε όπως θέλετε».

Το βασικό επομένως πρόβλημα που προκύπτει έμμεσα είναι ότι θα έχουμε «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας», που κατοικείται από Μακεδόνες και το γεγονός ότι διευκρινίζεται πως ο λαός αυτής της χώρας δεν σχετίζεται με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, αναφέρεται στο χθες, μας βάζει σε σοβαρό σκεπτικό και στο να ανατρέξουμε στην ιστορία της διαμόρφωσης των δύο κρατών (Ελλάδας και Σκοπίων). Η θεωρία ότι άλλοι είναι οι Αρχαίοι Μακεδόνες και άλλο οι σύγχρονοι Μακεδόνες, σε λίγα χρόνια υπάρχει το ενδεχόμενο να εξαλειφτεί. Στην πραγματικότητα, το ιδεολόγημα του «μακεδονισμού» δημιουργήθηκε στις αρχές του περασμένου αιώνα (πριν από 90 περίπου χρόνια) και βασίζεται κυρίως στην έννοια της «διαμελισμένης πατρίδας» που οι «Μακεδόνες», δηλαδή οι κάτοικοι της πΓΔΜ (Σλαβομακεδόνες) θέλουν να ενωθεί. Σύμφωνα με αυτό το ιδεολόγημα η Μακεδονία του Αιγαίου είναι υπό ελληνική κατοχή και η Μακεδονία του Πιρίν αντίστοιχα υπό βουλγαρική. Το τρίτο τμήμα της «μακεδονικής πατρίδας», η Μακεδονία του Βαρδάρη κατάφερε να απελευθερωθεί και να γίνει ανεξάρτητο κράτος. Αυτό μας γεννά σοβαρές κι ανησυχητικές σκέψεις για το ότι οι «Μακεδόνες» που ζουν στη Βόρεια Μακεδονία (Σλαβομακεδόνες) θα πρέπει κάποια στιγμή να ελευθερώσουν και τη νότια – κατ’αυτούς – Μακεδονία από τους Έλληνες που θα τους θεωρούν ως κατακτητές…! Να γιατί το Μακεδονικό Ζήτημα θεωρείται ο πυρήνας του αλυτρωτισμού. Κάλλιστα σε αυτό το επουσιώδες σημείο αντιλαμβανόμαστε ότι η συμφωνία είναι ανακριβής. Κρύβει αρκετά αντιφατικά σημεία, με περιεχόμενο όχι και τόσο αποσαφηνισμένο. Η συμφωνία με λίγα λόγια, πάσχει!

Επιπρόσθετα, στο Σύνταγμα της πΓΔΜ εντοπίζονται ορισμένα άρθρα, τα οποία αναφέρονται ρητώς και με σαφή τρόπο σε «Μακεδόνες». Στο προοίμιο του Συντάγματος των Σκοπίων αναφέρεται ότι, το κράτος της πΓΔΜ είναι αποτέλεσμα των αγώνων του «μακεδονικού λαού» επί αιώνες. Μάλιστα, σε ορισμένα σημεία του, μέσα από μία σειρά άρθρων, κάλλιστα μπορούμε να αντιληφθούμε τις κυριαρχικές βλέψεις, τον επεκτατισμό του συγκεκριμένου κράτους έναντι της Ελλάδας και τον ιδεοληπτικό δογματισμό που αντικατοπτρίζονται στις διατάξεις αυτών, προβάλλοντας κατ’αυτόν τον τρόπο το ιδεολόγημα του αλυτρωτισμού και ένα κλίμα εθνικού μίσους κι αδιαλλαξίας. Ειδικότερα, ορισμένα άρθρα αναφέρουν: τα ειδικά δικαιώματα που παρέχονται σε όλους εκείνους που έχουν αγωνισθεί για «τις ιδέες της ξεχωριστής ταυτότητας του μακεδονικού λαού» (Άρθρο 36), «στα δικαιώματα των ατόμων που ανήκουν στον Μακεδονικό λαό σε γειτονικές χώρες» (Άρθρο 49), για την προστασία «της ιστορικής και πολιτιστικής κληρονομιάς του μακεδονικού λαού» (Άρθρο 56), ενώ το Άρθρο 78 κάνει λόγο για το Συμβούλιο διεθνοτικών σχέσεων της χώρας, όπου ορίζεται ότι στο συμβούλιο συμμετέχουν δύο μέλη από «τους Μακεδόνες, του Αλβανούς, τους Τούρκους, τους Βλάχους και τους Τσιγγάνους καθώς και δύο μέλη από τις άλλες εθνότητες της Μακεδονίας».

Το ερώτημα που επικρατεί είναι, εάν τα συγκεκριμένα άρθρα ενδέχεται να αλλάξουν άμεσα και με ποιον ακριβώς τρόπο και μέθοδο υπάρχει περίπτωση να γίνει. Κρίνεται αναγκαία και σκόπιμη η συνταγματική αναθεώρηση από μέρους της σκοπιανής πλευράς. Erga omnes σημαίνει αλλαγή της συνταγματικής ονομασίας, η οποία γίνεται μόνο με αναθεώρηση του Συντάγματος. Στο πλαίσιο της αναθεώρησης, θα απαλειφθούν και κάποιες αλυτρωτικές αναφορές. Αυτό λογίζεται ως θετικό, αλλά μικρής σημασίας όμως, επειδή με την αναγνώριση της ψευδεπίγραφης «μακεδονικής» ταυτότητας επικυρώνεται ο Μακεδονισμός. Ο αλυτρωτισμός θα ακυρωνόταν εάν ταυτοχρόνως με το κρατικό όνομα Βόρεια Μακεδονία για όλες τις χρήσεις, η συμφωνία προέβλεπε ότι οι πολίτες του γειτονικού κράτους θα ονομάζονταν Βορειομακεδόνες και η γλώσσα της πλειονοτικής εθνότητας σλαβομακεδονική. Όταν η Ελλάδα αποδέχεται το όνομα «Μακεδόνες» και «μακεδονική» αντί να ακυρώνει, επικυρώνει με αυτό τον τρόπο τον αλυτρωτισμό. Η «μακεδονική» ταυτότητα για τους Σκοπιανούς αποτελεί το όχημα του αλυτρωτισμού, εξίσου, αν όχι περισσότερο από την κρατική ονομασία.

Ως προς το θέμα των εμπορικών ονομασιών προϊόντων που παράγονται στη Μακεδονία, δημιουργείται κι εδώ μία «γεωγραφική» αστοχία αναφορικά με την Συμφωνία. Το ζήτημα αφορά τοπικές επιχειρήσεις και τις κοινωνίες (έμψυχο δυναμικό των επιχειρήσεων) των γύρω περιοχών, κυρίως από τη Βόρεια Ελλάδα, όπου οι εταιρίες αυτές, είτε φέρουν στον τίτλο τους τη λέξη Μακεδονία, είτε έχουν εμπορικό σήμα με τη λέξη Μακεδονία, είτε τα προϊόντα τους προέρχονται από τη μακεδονική γη. Οι κίνδυνοι γα τα μακεδονικά προϊόντα είναι πολλοί, μιας και στην Ελλάδα δεν υπάρχει μια επίσημη λίστα που να είναι καταγεγραμμένα όλα τα προϊόντα με προέλευση το γεωγραφικό διαμέρισμα της Μακεδονίας. Έτσι, μέσα στο «πακέτο» των προϊόντων που δυνητικά κινδυνεύουν να χάσουν το όνομά τους είναι: ο περίφημος μακεδονικός χαλβάς, οι πιπεριές Φλωρίνης που στο εξωτερικό είναι γνωστές ως μακεδονικές, τα μακεδονικά κρασιά (το γνωστό ξινόμαυρο Νάουσας), τα διάφορα συσκευασμένα τρόφιμα υπό τον τίτλο «Μακεδονική», οι μαρμελάδες και τα γλυκά του κουταλιού, το πράσινο μακεδονικό πιπεράκι, τα έτοιμα φαγητά σε κονσέρβα, τα τουρσιά, το ταχίνι, τα λαχανικά σε βάζο, τα τοματοειδή και κομπόστες.

Πολλές είναι οι εταιρείες που κάνουν και εξαγωγές σε χώρες του εξωτερικού, όπως ο μακεδονικός χαλβάς, μακεδονικά όσπρια, μακεδονικό τυρί, μακεδονικές πιπεριές, μακεδονικό γιαούρτι, αλλά το θέμα είναι αν έχουν κατοχυρώσει αυτές τις επωνυμίες και τα σήματα. Και αυτό, γιατί οι Σκοπιανοί θα έχουν το όνομα Βόρεια Μακεδονία, ενώ τα ελληνικά προϊόντα θα πρέπει να πλασάρονται ως made in Greece, παρόλο που είναι με διαφορετικό τρόπο γνωστά στο εξωτερικό. Για παράδειγμα: εμείς θα μπορούμε να κάνουμε χρήση του όρου «Μακεδονία» για κρασιά που παράγονται στη Νάουσα Ημαθίας; Αντίστοιχα, οι Σκοπιανοί τι όρο θα χρησιμοποιούν στα δικά τους κρασιά; Το πρόβλημα είναι πρακτικό με τις επωνυμίες αρκετών προϊόντων – και από τις δύο πλευρές – να δημιουργούν κλίμα επιχειρηματικής δυσφορίας και αποπροσανατολισμού.

Παράλληλα με την συμφωνία των Πρεσπών, τα Σκόπια φαίνεται να διεκδικούν πρόσβαση στη θαλάσσια περιοχή του Αιγαόυ Πελάγους για ζητήματα αλιείας ως επί το πλείστον, αλλά και για ερευνητικούς σκοπούς, λόγω του ότι γεωγραφικά χαρακτηρίζεται ως περίκλειστο κράτος (που δε βρέχεται από θάλασσα). Το Άρθρο 13 της συμφωνίας με βάση τη Διεθνή Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών (Ο.Η.Ε.) για το Δίκαιο της Θάλασσας – UNCLOS (1982) ρητά αναφέρει: «Λαμβάνοντας υπ’ όψιν το γεγονός ότι το δεύτερο συμβαλλόμενο μέρος, τα Σκόπια, είναι περίκλειστο κράτος, τα συμβαλλόμενα μέρη θα καθοδηγούνται από τις σχετικές προβλέψεις της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας που θα έχουν και πρακτική εφαρμογή αλλά θα εφαρμόζονται και όταν θα συνομολογούνται συμφωνίες που αναφέρονται στο Άρθρο 18 της παρούσας Συμφωνίας». Επιπλέον, η FYROM θα μπορεί να έχει το δικαίωμα να κάνει χρήση του λιμανιού της Θεσσαλονίκης, μέσω του παράκτιου κράτους (Ελλάδα) που έχει πρόσβαση στο Β. Αιγαίο, ενδέχεται να γίνει έδρα για τη δημιουργία εμπορικού στόλου των Σκοπίων (Βόρεια Μακεδονία) με ναυτική σημαία για τα πλοία τους (Μακεδονική) και δικαίωμα ακόμα και εκμετάλλευση των ζώντων πόρων της Aποκλειστικής Oικονομικής Zώνης (ΑΟΖ) της παράκτιας χώρας (Ελλάδας) για επιστημονικές έρευνες – μελέτες και για ζητήματα αλιείας, όπως προβλέπεται από το Άρθρο 69 του UNCLOS. Το UNCLOS με τα παραπάνω άρθρα, ουσιαστικά ενδιαφέρεται να δώσει ορισμένα δικαιώματα και πρόσβαση σε αυτό το «περίκλειστο κράτος», για μερική αξιοποίηση κάποιου συγκεκριμένου θαλάσσιου τμήματος της ελληνικής ΑΟΖ στο Β. Αιγαίο. Όμως, ουδέποτε από το 1982 μέχρι σήμερα, κάποιο παράκτιο κράτος δίνει προκαταβολικά δικαιώματα – όπως επιθυμεί να κάνει η Ελλάδα στη συγκεκριμένη συμφωνία – σε ένα περίκλειστο κράτος, χωρίς να του έχει καν ζητηθεί.

Εντός της ΑΟΖ, το παράκτιο κράτος (σε αυτή τη περίπτωση η Ελλάδα), εφόσον την έχει οριοθετήσει, έχει τη δυνατότητα να ασκεί όλα τα κυριαρχικά της δικαιώματα που ασκεί στην υφαλοκρηπίδα. Κυριαρχικά δικαιώματα ως προς την έρευνα, εκμετάλλευση και διατήρηση των φυσικών πόρων των υπερκείμενων υδάτων (αλιευμάτων). Ασκεί δικαιοδοσία, δηλαδή αποκλειστική αρμοδιότητα για την τοποθέτηση και χρησιμοποίηση τεχνητών νήσων και άλλων εγκαταστάσεων, για τη διεξαγωγή επιστημονικής έρευνας και για τη προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος. Συγκεκριμένα, το παράκτιο κράτος ασκεί: κυριαρχικά δικαιώματα για την έρευνα και εκμετάλλευση των πόρων της ΑΟΖ, ζώντων ή μη, των υπερκείμενων υδάτων και του βυθού, καθώς και κυριαρχικά δικαιώματα για την εξερεύνηση και οικονομική εκμετάλλευση των ρευμάτων και των υπερκείμενων της θάλασσας ανέμων. Δικαιοδοσία σχετικά με την προστασία και διατήρηση του θαλάσσιου περιβάλλοντος, τη θαλάσσια επιστημονική έρευνα και την εγκατάσταση τεχνητών νήσων ή άλλων κατασκευών και άλλα δικαιώματα και υποχρεώσεις που προβλέπονται από τη Σύμβαση Δικαίου της Θάλασσας.

Όμως, σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο, η θέσπιση μίας ζώνης δικαιοδοσίας γίνεται με μονομερή πράξη από το παράκτιο κράτος και ισχύει έναντι των άλλων κρατών υπό τον όρο ότι τηρούνται οι εφαρμοστέοι κανόνες του Διεθνούς Δικαίου. Επιπρόσθετα, η Σύμβαση Δικαίου της Θάλασσας αναγνωρίζει ότι τα τρίτα κράτη έχουν δικαιώματα να ασκούν μόνο τις ελευθερίες τις οποίες αναγνωρίζει ρητά η συγκεκριμένη Σύμβαση και αφορούν περιοριστικά τη ναυσιπλοΐα, την υπέρπτηση, την τοποθέτηση υποβρυχίων καλωδίων και αγωγών, καθώς και άλλες συναφείς με αυτές χρήσεις. Επίσης, προβλέπεται αμοιβαίο καθήκον σεβασμού των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων του παράκτιου κράτους, καθώς και των τρίτων κρατών. Στις περιπτώσεις που υπάρχει σύγκρουση των συμφερόντων, η διαφορά θα πρέπει να διευθετηθεί με βάση την αρχή της ευθυδικίας, λαμβάνοντας υπόψη τη σπουδαιότητα των συμφερόντων των μερών, καθώς και της διεθνούς κοινότητας στο σύνολό της. Στη προκείμενη περίπτωση, η Ελλάδα, ως χώρα δεν έχει οριοθετήσει επίσημα τη δική της ΑΟΖ κι αυτό γεννά αρκετά ερωτήματα σε σχέση με την Συμφωνία που υπογράφθηκε στις Πρέσπες. Το ζήτημα περιπλέκεται ακόμη περισσότερο, καθιστώντας το δυνητικά απορριπτικό και μη υλοποιήσιμο από αυτή την πλευρά.

Πέραν τούτου, θα επιθυμούσα να σταθώ και σε ένα άλλο, καίριο σημείο της πολύκροτης συμφωνίας των Πρεσπών. Εκείνο του Πρωθυπουργού (ΠΘ) της πΓΔΜ κου Ζόραν Ζάεφ. Στην ομιλία του παρουσιάσθηκε αισιόδοξος για τις γραμμές που ακολουθήθηκαν με ευλάβεια, ώστε να γίνει πραγματικότητα η αρτιότητα της επίτευξης της Συμφωνίας. Προσηνής, μειλίχιος, ευπροσήγορος, περιχαρής, χαμογελαστός, με εμφανή πραότητα και παράλληλα δυναμισμό, αλλά και μεγάλη σιγουριά για την επικείμενη πολιτική και εθνική επιτυχία του, δεν παρέλειψε να φανεί εμψυχωτικός κι άκρως ενωτικός με δηλώσεις του τύπου: «Βάλαμε τέλος σε μακροχρόνια προβλήματα που επιδείνωναν τις διμερείς σχέσεις», «Από αυτές τις τρεις δεκαετίες διδαχτήκαμε σημαντικά πράγματα», «οι χώρες πρέπει να ζουν σε ειρήνη γιατί διαφορετικά υποφέρει ο κόσμος, η συμφωνία αποτελεί ενθάρρυνση για τη βελτίωση των σχέσεων και της ζωής των πολιτών», συμπληρώνοντας ακόμη: «οικοδομούμε φιλία μεταξύ των δύο χωρών, θα είμαστε εταίροι και σύμμαχοι» και: «Να οικοδομήσουμε ευημερία μέσω ισχυρότερης συνεργασίας». Επίσης, προσέθεσε συναισθήματα ενότητας κι αμοιβαίας αδελφοσύνης μεταξύ των λαών, ενώ δεν παρέλειψε να αναφερθεί στην ευρύτερη «οικογένεια» της ΕΕ, ως τρόπο δημοκρατικής αντίληψης κι έκφρασης των σύγχρονων ανθρώπων, κατακεραυνώνοντας έτσι την ξενοφοβία και κάθε μορφής ρατσισμό. Χαρακτηριστικά είπε: «Είδαμε ότι από την απομόνωση καμία χώρα δεν είχε όφελος» και: «η ευρωπαϊκή αντίληψη αποτελεί δημοκρατική έκφραση, οι Έλληνες οι μακεδόνες οι Ευρωπαίοι είναι πιο ισχυροί απέναντι στην ξενοφοβία», «Εμείς αποφασίσαμε να κάνουμε ένα βήμα μπροστά και να κοιτάξουμε το μέλλον, είμαστε περήφανοι για αυτή τη συμφωνία που θα μας ενώνει και σήμερα και πάντα».

Το μελανότερο ίσως σημείο της ομιλίας του Σκοπιανού ΠΘ ήταν όταν έκανε αναφορά σε απόφθεγμα του Αρχαίου Έλληνα φιλοσόφου Αριστοτέλη λέγοντας χαρακτηριστικά: «Δεν μπορείς να πετύχεις τίποτα χωρίς θάρρος». Με αυτή τη σύντομη φράση, τα είπε όλα! Η αναφορά που έκανε στον Σταγειρίτη φιλόσοφο κατά τη διάρκεια της ομιλίας του, υπήρξε καθηλωτική και αφοπλιστική! Αποσβολωτική! Αυτή η μικρή φράση που χρησιμοποίησε ο Ζ. Ζάεφ απετέλεσε το κλειδί, το όχημα για μία δυναμική πορεία, αλλά και την ευκαιρία για μία εμπεριστατωμένη μέθοδο και τακτική της γείτονα χώρας να προετοιμάσει το έδαφος για τη διαδικασία ένταξής της στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) και του ΝΑΤΟ. Η περίφημη φράση του Αριστοτέλη, στάθηκε ικανή στο να δημιουργήσει τις συνθήκες εκείνες, ώστε να αρχίσουν να αναπτύσσονται οι απαραίτητες προϋποθέσεις για τη μελλοντική αποσαφήνιση του ρόλου που θα παίζει το κράτος της πΓΔΜ ως κράτος με νέα ονομασία, με νέα κυριαρχικά δικαιώματα (απόκτηση δικής της ΑΟΖ, που αποτελεί επιτακτικό δικαίωμα ως περίκλειστου κράτους, με βάση τη Διεθνή Σύμβαση), με νέα κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα, αλλά και υποχρεώσεις στο διεθνές πολιτικό προσκήνιο και γίγνεσθαι. Εμφάνισε όμως και κάτι άλλο η αναφορά που έκανε στο συγκεκριμένο απόφθεγμα του Αριστοτέλη. Το ζωτικό και υψηλής σημασίας ρόλο που επιτελεί η έννοια της στρατηγικής σε ζητήματα που άπτονται της εξωτερικής πολιτικής για επίλυση εθνικών διαφορών και κατά συνέπεια, την εξομάλυνση αυτών σε ένα αποδεκτό και ικανοποιητικό σημείο. Στη συγκεκριμένη περίσταση τέτοιου είδους γραμμή ακολούθησε κι ο Σκοπιανός ΠΘ.

Η στρατηγική – σύμφωνα με ένα γενικότερο ορισμό που έδωσε ο Υποναύαρχος (εα) ΠΝ κος Δ. Ν. Τσαιλάς στο σύγγραμμά του «Στρατιωτική Αξιολόγηση» – σημαίνει η αναφορά στην επίτευξη των στόχων µε την αποτελεσµατικότερη χρήση όλων των διαθέσιµων µέσων. ∆ηλαδή στρατηγική είναι ο τρόπος της χρήσης / σύζευξης όλων των υπαρχόντων µέσων για την επίτευξη των εταιρικών ή και των εθνικών-κρατικών-πολιτικών στόχων (goals) από τους οποίους πηγάζουν οι (αντικειµενικοί) στόχοι (objectives) της εταιρείας ή της εθνικής-κρατικής πολιτικής (για την υποστήριξη των εθνικών συµφερόντων) εν όψει υπάρχουσας ή δυνητικής σύγκρουσης (υπαρκτών ή δυνητικών αντιπάλων). Στη σύγχρονη αντίληψη περί στρατηγικής, αναφερόμαστε συχνά στην αλληλεπίδραση των σκοπών, των τρόπων, και των µέσων. Ουσιαστικά η στρατηγική περιγράφει τον τρόπο µε τον οποίο τα διατιθέμενα µέσα (πόροι) θα χρησιμοποιηθούν κατάλληλα και με σαφή αποτελεσματικότητα, ώστε να επιτύχουµε τους σκοπούς της πολιτικής υπό την επίδραση του διεθνούς ανταγωνισµού τόσο στην ειρήνη, όσο και στον πόλεµο. Η λέξη «στρατηγική», χρησιμοποιείται καθημερινά ως επιθετικός προσδιορισµός σε µία ποικιλία θεµάτων. Υπάρχουν επιχειρησιακές στρατηγικές, οικονοµικές στρατηγικές, ερευνητικές στρατηγικές, ακόµη στρατηγικές συµµαχίες και στρατηγικοί επενδυτές.

Εννοιολογικά η στρατηγική ορίζεται ως η συνέργεια (αλληλοσύνδεση) µεταξύ των σκοπών, των τρόπων και των µέσων, όπως ήδη έγινε λόγος. Σκοποί είναι οι στόχοι και οι επιδιώξεις. Μέσα είναι οι πόροι που διατίθενται για να επιτευχθούν οι στόχοι. Και οι τρόποι ή µέθοδοι είναι, το πώς ένας νους οργανώνει μέσα σε ένα πλαίσιο και χρησιμοποιεί τους διατιθέμενους πόρους κατά του αντιπάλου. Καθένα από αυτά τα στοιχεία σχετίζονται µε ένα ερώτηµα. Τι θέλουµε να επιτύχουµε (σκοποί); Με τι (µέσα); Πώς να το επιτύχουμε (τρόποι); Αυτό το πολύ απλό πλαίσιο είναι χρήσιµο σε µια ποικιλία εφαρμογών. Είναι γνωστή η φράση του Πρώσου στρατιωτικού και συγγραφέα Carl Von Clausewitz (1780 – 1831), ότι: «πόλεµος είναι απλώς η συνέχιση της πολιτικής µε άλλα µέσα», που υπονοεί ότι η στρατιωτική στρατηγική αποτελεί µέρος του ευρύτερου πολιτικού σχεδίου και ότι οι πόροι του έθνους οφείλουν να υποτάσσονται στο καθήκον της επίτευξης των πολιτικών αντικειμενικών σκοπών του πολέµου («υψηλή στρατηγική»).

Η πιο ευρεία χρήση της στρατηγικής επικαλύπτει αναπόφευκτα την κοινή έννοια της «πολιτικής», που µπορούµε να την ορίσουµε ως τους εθνικούς σκοπούς και τις αποδεκτές διαδικασίες που ένα έθνος θα ακολουθήσει µε ένα επιτελικό σχέδιο δράσης που επιλέγεται από τις πιθανές εναλλακτικές λύσεις (ηµέτερες δυνατές ενέργειες), λαµβάνοντας υπόψη δεδομένους όρους. Έτσι µπορούµε να πούµε, ότι «η πολιτική» αναφέρεται πρώτιστα σε ένα ευρύ φάσµα εθνικών συµφερόντων (συμφέροντα επιβίωσης, ζωτικά συμφέροντα, µείζονα συμφέροντα) και τους τεθέντες εθνικούς σκοπούς, ενώ «η στρατηγική» στους τρόπους ενέργειας µε τα σχέδια δράσης, ώστε να επιτύχουµε τους σκοπούς που εξασφαλίζουν τα προαναφερθέντα εθνικά συμφέροντα, µε τους διατιθέμενους περιορισμένους πόρους. Το πλαίσιο της στρατηγικής µπορεί να γίνει αντιληπτό, ως ένα περίπλοκο φαινόμενο που περιλαμβάνει ορισμένα στοιχεία. Τα σημαντικότερα εξ’ αυτών είναι η ιστορία, η γεωγραφία, ο πληθυσμός, η φύση του πολιτικού συστήματος ή καθεστώτος, συμπεριλαμβανομένων και στοιχείων όπως η θρησκεία, η ιδεολογία, ο πολιτισµός, πολιτικά και στρατιωτικά ιδρύµατα, οικονοµικοί παράγοντες και τεχνολογικοί συντελεστές.

Έτσι λοιπόν, αξιοποιώντας όλα τα δυνατά στοιχεία, τις παραμέτρους και συνιστώσες που παρέχει η έννοια της στρατηγικής, ώστε να εξασφαλίσει το λανθάνον εθνικό συμφέρον της πατρίδας του, ο Ζ. Ζάεφ με βάση το απόφθεγμα του Αριστοτέλη, εφήρμοσε την λεγόμενη «υψηλή στρατηγική». Η Υψηλή στρατηγική ή στρατηγική εθνικής ασφαλείας, είναι η θεωρία ενός κράτους για το πως µπορεί να "προκαλέσει" ασφάλεια και πολιτική βούληση για τον εαυτό του. Σε κάθε περίπτωση στην εποχή µας, ο όρος «υψηλή στρατηγική» χρησιμοποιείται για να συμπεριλάβει όλα τα διαθέσιµα µέσα (στρατιωτικά, οικονοµικά, διπλωματικά, πολιτισμικά, κοινωνικά) που µπορεί να χρησιμοποιήσει ένα κράτος για να επιτύχει τους µακροπρόθεσµους πολιτικούς του σκοπούς, ενόψει πραγματικής ή πιθανής (πολιτικής) σύγκρουσης. Στη προκείμενη κατάσταση την επιτυχημένη κατοχύρωση του ονόματος «Μακεδονία», μέσω της Συμφωνίας από τη χώρα των Σκοπίων. Η Υψηλή Στρατηγική πρέπει να παρέχει µια σαφή αντίληψη αξιοποίησης των οικονομικών, διπλωματικών, κοινωνικών και στρατηγικών οργάνων της Εθνικής Ισχύος για την ακέραια επίτευξη των Εθνικών Σκοπών και της Εθνικής Πολιτικής. Υψηλή στρατηγική είναι η σχετική µε την διασφάλιση της κρατικής θέσης µας στο διεθνές σύστηµα των κρατών, αποτελεί έναν οδηγό για την άσκηση της εξουσίας και της επιρροής µας για να επιτύχουµε ή να διατηρήσουμε την επιθυμητή θέση και την παγίωσή της, δηλαδή απαιτεί τη χρήση όλων των µέσων της εθνικής ισχύος.

Η μέθοδος που µια χώρα ταξινομεί και προτάσσει αυτές τις συνιστώσες της εθνικής ισχύος (πολιτικές/διπλωματικές, οικονομικές , στρατιωτικές, πληροφοριών) αποτελεί τους «τρόπους» εφαρμογής της υψηλής στρατηγικής. Η υψηλή στρατηγική συντονίζει και κατευθύνει την εθνική οικονοµία, την διπλωματία και το αµυντικό δόγµα, δηλαδή όλους τους πόρους µίας χώρας, για την επίτευξη του αντικειμενικού σκοπού που θέτει η πολιτική. Επομένως, θα πρέπει να υπολογίζει και να διαθέτει τόσο τους οικονομικούς πόρους, όσο και τους ανθρώπινους - κοινωνικούς, προκειμένου να υλοποιήσει τους εθνικούς πολιτικούς σκοπούς. Σημαντική επισήμανση αποτελεί και η διαχείριση του ηθικού των πολιτών, ώστε να ενισχυθεί το πρόθυµο πνεύµα και φρόνημα αυτών, το οποίο είναι σηµαντικό για την κατάκτηση συμπαγών µορφών ισχύος και πολιτικής επικράτησης. Σύµφωνα µε τις επικρατούσες απόψεις – και ιδιαίτερα του καθηγητή του Παντείου κου Χ. Παπασωτηρίου στο βιβλίο του: «Βυζαντινή υψηλή στρατηγική» – ένας επιτυχημένος σχεδιασµός υψηλής στρατηγικής πρέπει να καλύπτει τις ακόλουθες διαστάσεις/παράγοντες που είναι: η διάγνωση του διεθνούς περιβάλλοντος και πολιτικής σκηνής, ο καθορισμός των πολιτικών στόχων, ο καθορισμός του αποτελεσματικότερου συνδυασμού μέσων για την προώθηση των ιεραρχημένων πολιτικών στόχων και η προσεκτική διαμόρφωση «της εικόνας» που προβάλλεται / παρουσιάζεται η υψηλή στρατηγική στο εξωτερικό και στο εσωτερικό, κάτι που το είχε επιτελέσει, όσο πιο καλά γινόταν και μπορούσε ο Ζάεφ.

Ο Ζάεφ είχε διαγνώσει και κατανοήσει προ καιρού τις συνθήκες που επικρατούσαν στο διεθνές περιβάλλον της πολιτικής σκηνής. Η μεθοδευμένη αλλοίωση της ιστορικής κι εθνικής συνείδησης και μνήμης των κατοίκων της FYROM, εμποτίζοντάς τους με άκρως ψευδή στοιχεία και τεκμήρια περί του ότι ήταν απόγονοι των αρχαίων Μακεδόνων, η ενσωμάτωση αλυτρωτικών άρθρων στο Σύνταγμά τους που κάνουν λόγο για κυριαρχία των Ελλήνων και Βουλγάρων σε δικά τους εδάφη, η εγκατάσταση περίοπτων αγαλμάτων του Φιλλίπου ΄Β και του Μ. Αλεξάνδρου στη κεντρική Πλατεία της πόλης Μπίτολα (Μοναστήρι) και των Σκοπίων (Macedonia Square) αντίστοιχα, καθώς αγαλμάτων και κτιρίων αρχαιοελληνικής νοοτροπίας, η οικειοποίηση αρχαίων ελληνικών συμβόλων, η παραχάραξη βιβλίων ιστορίας σε σχολεία της FYROM, οδήγησαν στο να κατασκευάσουν μία ιστορική πλάνη και να την προωθήσουν όσο πιο αριστοτεχνικά γινόταν προς όλες τις κατευθύνσεις. Ο σφετερισμός και η σπίλωση ιστορικών πηγών, που με αληθοφανή τεκμήρια κάνουν λόγο για την ελληνικότητα της Μακεδονίας, από τις Σκοπιανές κυβερνήσεις (Γκρουέφσκι, Ζάεφ) όλα αυτά τα χρόνια, η επιμονή τους στο να χαλιναγωγούν τα συναισθήματα των κατοίκων τους και να ονειρεύονται μεγαλειώδεις πτυχές της ελληνικής ιστορίας σαν να ήταν δικές τους, το κατόρθωσαν μέσα από ένα σχεδιασμό συνδυασμένων μέσων και συμφερόντων για την προώθηση ιεραρχημένων πολιτικών στόχων τους. Αυτοί ήταν, η αναγκαία ενσωμάτωση του ονόματος της Μακεδονίας ως δικό τους κρατικό παράγωγο και να δημιουργήσουν μία δική τους πλασματική εθνική ταυτότητα και συνείδηση σε βάρος της ελληνικότητας της Μακεδονίας μας. Εν μέρει το πέτυχαν. Παράλληλα, η επιτακτική ανάγκη της ΕΕ και του ΝΑΤΟ να εντάξουν ακόμη μία χώρα στους κόλπους τους και να αποκτήσουν ένα νέο σύμμαχο, ένα νέο στρατιώτη, που θα μεγαλώσει με αυτό τον τρόπο την στρατηγική ισχύ και δύναμη των δύο αυτών οργανισμών, έκανε τον Σκοπιανό ΠΘ να διαμορφώσει μία προσεκτική «εικόνα» της κυβέρνησής του και του ίδιου, να ενισχύσει την αξιοπιστία του, προβάλλοντας επιχειρήματα διόλου ευκαταφρόνητα κι ενισχύοντας την μετριοπάθεια του χαρακτήρα από πλευράς Σκοπίων.

Γιατί σας αναλύω όμως όλα αυτά; Επειδή όλα τα παραπάνω κάλλιστα συνδέονται με την ύπαρξη εθνικής ταυτότητας μίας χώρας και κατά συνέπεια με την ύπαρξη εθνικής συνείδησης των κατοίκων που διαβιούν σε εκείνη. Τι είναι όμως εκείνο που κάνει δυνατή τη ταυτότητα ενός κράτους, εκείνο, το οποίο δημιουργεί τις κατάλληλες προϋποθέσεις για την εδαφική της κυριαρχία και την οριοθέτηση των εθνικών πιστεύω της; Μα, φυσικά η ιστορία κι ο πολιτισμός της! Μία χώρα, όπως η Ελλάδα, διαθέτει άφθονο το στοιχείο της ιστορικής συνείδησης, της ιστορικής της καταγωγής και των προγόνων της. Κατανοεί Γνωρίζει ποια ακριβώς είναι, τους μακραίωνους αγώνες που έχει δώσει για την ελευθερία, την επικράτηση της ομαλότητας στον γεωγραφικό της χώρο και ποιος ο ρόλος που καλείται να διαδραματίσει για την υπεράσπιση της ανεξαρτησίας και του ιερού χρέους της προστασίας και της προάσπισης των δικαιωμάτων που έχει απέναντι στους κατοίκους της. Τους Έλληνες! Η Ιστορία αναγνωρίζει την συνεισφορά της Ελλάδας και των Ελλήνων πολιτών της, μέσα από αυταπόδεικτα ιστορικά γεγονότα και την επιρροή που ασκούσε στον τότε γνωστό κόσμο της αρχαιότητας, αλλά και μετέπειτα.

Ο δε πολύπλευρος πολιτισμός και κουλτούρα της, με τις τέχνες, τα γράμματα, τον ορθό ρητορικό λόγο, την φιλοσοφία, τη στρατηγική, την ιατρική, το τραγούδι, την ποίηση και λογοτεχνία, γαλούχησε τον τότε γνωστό κόσμο με τις ιδέες και την ακεραιότητα των μεθόδων ως προς την επικράτηση των αξιών, της ελευθερίας της γνώσης, της σκέψης και του ορθού λόγου, της δημοκρατίας. Στάθηκε ορόσημο για την περαιτέρω ανάπτυξη και την ευημερία πολιτισμών, ενώ διαχρονικά ενέπνευσε φιλοσόφους και συγγραφείς, χαρακτηριστικών εκπροσώπων των δύο σπουδαιότερων ρευμάτων όλων των εποχών (Αναγέννησης και Διαφωτισμού), ώστε να μπορέσουν εκείνοι με τη σειρά τους να μετεξελιχτούν σε σύγχρονους Απόστολους στη διάδοση της γνώσης και του φωτός. Πάντα ορμώμενοι βέβαια από την αγάπη που ένιωθαν για την κοιτίδα του πολιτισμού και της ελευθερίας, την Ελλάδα. Στον αντίποδα αυτού, χώρες – κράτη που απροκάλυπτα επιθυμούσαν κι επιθυμούν ακόμα και σήμερα να καπηλευτούν και να διαστρεβλώσουν ιστορικά γεγονότα, την ιστορική παράδοση και το πνεύμα της Ελλάδας, με τις ανασχημάτιστες μεθοδεύσεις τους, όπως κάλλιστα αποτελούν οι χώρες της Τουρκίας (νησιά του Α. Αιγαίου), της FYROM (μακεδονικό ζήτημα) και της Αλβανίας (ζήτημα της Τσαμουριάς) στην προκείμενη περίπτωση.

Χώρες, οι οποίες υπολείπονται ιστορικής συνείδησης και πλούτου ιστορικών αξιών ή που θέλουν να κρύψουν σκόπιμα ορισμένα μελανά και σκοτεινά σημεία της δικής τους ιστορίας – όπως λογίζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση τα Σκόπια – οδηγούνται αυταπόδειχτα στη λήθη, στην εθνική τους απελπισία, ενώ ο σκοταδισμός θα κάνει την επανεμφάνισή του. Θα παρασιτήσουν σε χώρες που έχουν βάλει τη σφραγίδα τους στον ιστορικό κορμό των γεγονότων και του χρόνου, θα προσπαθήσουν να καπηλεύσουν το όνομα και την εθνική συνείδηση, διατελώντας μη λογικά ιδεολογικά άλματα και θα μεθοδεύσουν την κατάχρηση ψευδεπίγραφων ιστορικών πηγών, ώστε να δημιουργήσουν μία πλασματική εθνική ταυτότητα και ιδεολογία, που δεν τους ανήκει! Θα προσπαθήσουν με παντοίους τρόπους και αρρωστημένες τακτικές να αλλοιώσουν τις συνειδήσεις συμπολιτών τους, εμποτίζοντάς τους ιδεοληψίες και κατά συνέπεια, προωθώντας τους το αίσθημα του αλυτρωτισμού. Τους μετατρέπουν σε υποχείρια των εγωιστικών αναγκών τους προβάλλοντας με αυτό τον τρόπο τη φρούδα ελπίδα επανάκτησης εδαφών και ιστορικής μνήμης από τα δήθεν κατεκτημένα εδάφη που κατέλαβαν… Μία χώρα, όπως η Ελλάδα, σίγουρα θα έχει εχθρούς, αλλά και αρκετούς φίλους. Όχι επειδή οι κάτοικοί της διαθέτουν κάποιο ξεχωριστό χάρισμα, αλλά το ότι όλοι μαζί αποτελούμε το θεμέλιο λίθο για την διαφύλαξη της ιστορικής συνείδησης και κληρονομιάς μας. Την ύπαρξή μας, το ελεύθερο πιστεύω μας έτοιμα να στηλιτεύσουν την αδικία, την κακεντρέχεια, την υποδούλωση των αξιών και των ηθών αυτού του τόπου!

Η ιστορία έχει αποδείξει αδιάλειπτα ότι ο Έλληνας έχει κατά κόρον δοκιμαστεί σε αντίξοες συνθήκες και έχει νικήσει! Έχει αντέξει, έχει επαναστατήσει ενάντια στην εθνική του εξαθλίωση και καταποντισμό, ενάντια στη φίμωση των ελεύθερων ιδεών και ονείρων του, ενάντια στη στέρηση της εθνικής του αξιοπρέπειας και ύπαρξης μέσα στο διεθνές προσκήνιο των εξελίξεων. Κι όμως. Κατόρθωσε να συντρίψει διαχρονικά το «τέρας» που ήθελε να του επιβληθεί με αδυσώπητο τρόπο και να κυριαρχήσει πάνω του. Ο Έλληνας δεν έχει εχθρούς. Τουλάχιστον, όχι αξιόλογους. Έχει μόνο ένα εφιάλτη που αντικατοπτρίζεται στο πρόσωπό του. Ναι, ο εσωτερικός εαυτός του. Μόνο αυτός! Ο εχθρός του Έλληνα, μπορεί να είναι ο ίδιος ο εαυτός του ή ο ίδιος ο συμπατριώτης του, το έχει αποδείξει πολλάκις αυτό η ιστορία μας. Εκείνο όμως που τον διακρίνει είναι η πλειοψηφία των αρετών του από τα ελαττώματά του, η ισχυρή του φρόνηση, το φιλότιμο, το θάρρος, η υπόληψη και η αξιοπρέπειά του. Ας μην αφήσουμε αυτόν τον «εχθρό εκ των έσω» να διαφεντεύει, να καταρρακώνει και να πατρονάρει το κοινό μας αίσθημά που είναι η αγάπη για την πατρίδα μας, την Ελλάδα και τη δημοκρατία που τη διέπει. Ο συνεχής αγώνας για την εξάλειψη του «τέρατος» που θέλει να μας καταβάλει, μόνο ρηξικέλευθα αποτελέσματα θα φέρει. Θυμηθείτε τι είχε πει ο Αμερικανός Πρόεδρος J. F. Kennedy: «ένα λάθος γίνεται σφάλμα μόνο όταν προτιμήσουμε να μην το διορθώσουμε». Μαζί θα συνεργαστούμε θα επανασχεδιάσουμε και θα χαράξουμε, με άρτια κίνητρα κι επιτελικές μεθόδους, το μέλλον αυτού του τόπου, το δικό μας μέλλον. Γιατί μας ανήκει!
 

Σχόλια Αναγνωστών

1 Προσθήκη σχολίου
Anagnostis 14.07.18
Σοβαρό και πάνω απόόλα τεκμηριωμένο άρθρο.
Απάντηση
Προσθήκη σχολίου
ΠΡΟΣΘΕΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ!
Απάντηση σε x
* Υποχρεωτικά πεδία* Το vimaonline σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά και άσχετα με το περιοχόμενο του άρθρου σχόλια. Είναι αυτονόητο πως η ομάδα διαχείρισης φέρει ευθύνη μόνο για τα επώνυμα άρθρα των συντακτών και των συνεργατών της.

Σας ευχαριστούμε για την συμμετοχή σας.